frear

Το δάσος με τις αδυναμίες – της Ελένης Καραμαγκιώλη

Τις προάλλες που σου είπε ότι επιστρέφοντας σπίτι από τη δουλειά έπιασε ξαφνικά βροχή, δεν είχε μαζί του ομπρέλα και βράχηκε, ανατρίχιασες, το νερό που έπεσε πάνω του διαπέρασε τα δικά σου ρούχα, τα εσώρουχα, το δέρμα, έκανε τα ζωτικά σου όργανα να ναυαγήσουν, να προσπαθήσουν να κρατηθούν να μην παρασυρθούν στο υγρό που τα είχε κατακλύσει, πρωτόγνωρη πλημμύρα, κι η καρδιά σου κολύμπησε προς τα πάνω να πιαστεί μπας και γλυτώσει και γαντζώθηκε η άμοιρη από τη σχεδία με τους ενδοιασμούς του, αυτά τα μη του πόσο πιο παντοδύναμα από τα ας προσπαθήσουμε, σου διηγήθηκε μετά για ένα δάσος με μπαμπού στην Ιαπωνία, είχες απορήσει πώς γίνεται να υπάρχει ένα δάσος από μπαμπού, η απορία σου είχε κρατήσει έως ένα λεπτό, ίσως και δύο, αν το έλεγε εκείνος, ό,τι κι αν έλεγε εκείνος, ήταν γεγονός, ήταν ιστορία με υποσημειώσεις, ήταν έρευνα με παραπομπές. Είχες κλείσει το τηλέφωνο και είχες υποσχεθεί ότι θα διαβάσεις για το δάσος και ότι θα πας στην έκθεση με τα χαρακτικά του φίλου του, δεν είχες σκοπό να κάνεις τίποτα από αυτά, εκείνο το βράδυ είχες μείνει με τα μάτια ανοικτά μέχρι να κουραστείς να τα κρατάς ανοικτά, ο ύπνος είναι εχθρός σου, όπως το φαγητό, το μπάνιο, οι διακοπές, οι επίσημες αργίες, ό,τι τον κρατά απασχολημένο, ό,τι τον κρατά μακριά από εσένα είναι εχθρός σου.

Τον πήρες στο γραφείο το πρωί, έχει καιρό να σου τηλεφωνήσει, σου είπαν ότι ήταν σε μια συνάντηση, τον φέρνεις εικόνα στο μυαλό σου, παγιδευμένο στο στενό κοστούμι μ’ αυτή την έκφραση του παιδιού που το έχουν σύρει με το ζόρι για επίσκεψη στην πιο βαρετή θεία που υπάρχει, θέλεις να γίνεις ένας μικρός, αόρατος γελωτοποιός, να ξεχυθείς πίσω στον χρόνο, όχι ακριβώς αόρατος, εκείνος θα σε βλέπει, οι άλλοι όχι, αόρατη με ορατές αδυναμίες, στις φωτογραφίες από το σχολείο στέκεσαι στην τελευταία σειρά προς τα πίσω, δεν φαίνεσαι, σε καλύπτουν αγκώνες και κεφάλια, κι όμως αν ψάξει κανείς για την πιο ακανόνιστη σειρά παιδιών, θα είναι αυτή που στέκεσαι εσύ, προκαλείς αταξία και εξαφανίζεσαι μέσα της, θα γινόσουν ένας κλόουν και θα τον έκανες να ξεκαρδίζεται με την αδεξιότητά σου, δεν σου αρκεί να γελάει όταν είναι μαζί σου, ονειρεύεσαι να φυτέψεις το γέλιο σε όλες του τις ηλικίες, να γελοιοποιηθείς χωρίς καμία ενοχή σ’ αυτόν από όταν θυμάται τον εαυτό του, καμία αντίσταση που σου έμαθαν και την υιοθέτησες να μη σταθεί εμπόδιο, όχι στην ευτυχία, αυτή δεν μπορεί να υπάρξει, ας είναι ευχαριστημένος εκείνος κι εσύ η μικρή, απίθανη, χαμένη και δόλια υποτελής του.

Σου έδινε ραντεβού στα πιο σκοτεινά μέρη που υπήρχαν στην πόλη, σε έβαζε να κάθεσαι απέναντί του κάτω από λάμπες με κίτρινο φως, σε ανέκρινε, σε ρωτούσε που ήσουν όλα αυτά τα χρόνια, πώς μπορούσες να υπάρχεις χωρίς να τον έχεις συναντήσει, λυπόσουν πολύ κι ήθελες να απολογηθείς, να ζητήσεις συγνώμη που έζησες τόσο πολύ χωρίς εκείνον, δεν προλάβαινες, βιαζόταν να σε πείσει ότι είχες κάνει μεγάλο λάθος που είχες εμφανιστεί σε εκείνη τη γιορτή καθυστερημένη δεκαετίες, πόσα θα είχατε προφτάσει να κάνετε μαζί, θα είχατε διασχίσει τον Νείλο με κρουαζιερόπλοιο, θα είχατε φάει «Βεζούβιο» από χειροποίητες πέννες έξω από το Ποζιτάνο στον φίλο του τον Αλφόνσο –το καλύτερο πιάτο του–, θα παίρνατε το τσάι σας με τζίντζερ και λεμόνι σε εκείνο το καφέ απέναντι από το διαμέρισμά του στις Βρυξέλλες, θα είχατε σταθεί έξω από τον Κόκκαλη στη Χέυδεν να μετρήσετε τα περίφημα μαρόν του, ίσως προλαβαίνουμε ακόμη, σκεφτόσουν, το άκουγε πριν το πεις, κουνούσε το κεφάλι αποδοκιμαστικά, πώς γίνεται να μην περισσεύει μια ημέρα από τις μέρες του και οι δικές σου να ξεχειλίζουν και να μην ξέρεις τι να τις κάνεις, πού να τις χωρέσεις.

Στα ξενοδοχεία ζητούσε να έχουν στρωμένα σατέν σεντόνια, τα μισούσες, επέμενε, έλεγε θα τα συνηθίσεις, πώς να συνηθίσει κανείς να γλιστράει συνέχεια, να πέφτει από το σώμα που επιθυμεί σε μια μεταξένια άβυσσο; Ήταν κι αυτό ένα από τα τεχνάσματά του, ακόμη κι όταν κάνατε έρωτα σε εγκατέλειπε, σε άφηνε να κυλάς, να πέφτεις από πάνω του, σε σήκωνε από κάτω, σε ξεγελούσε, σου έδειχνε μια κρύπτη, μια αθέατη πλευρά από το κορμί του, και μετά πάλι σε έσπρωχνε να κυλήσεις στην ανυπαρξία σου, στο σεντόνι το παγωμένο, στη ζωή την ακινητοποιημένη σαν αποτυπωμένη σε πολαρόιντ, μέχρι και σήμερα που δεν του μιλάς πια μόνη σου, που έχεις ξεγλιστρήσει από τη φωτογραφία, που έχεις φύγει από το τίποτα με εκείνον κι έχεις επιστρέψει στο τίποτα με σένα, που τρως μαρόν γλασέ και λερώνεις λευκά σατέν σεντόνια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Joan Eardley (1921-1963). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly