frear
Direct capture

Κι όμως η Άνοιξη είναι εδώ – της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Πιάσαν δραπέτη
οι τσέπες του γεμάτες
με κανθαρέλες.

*

Νύχτα-προσπερνά
νταλίκα, τα όνειρα
έγκλειστων τρέμουν.

Τούμας Τρανστρέμερ, «Φυλακή», 2001 [1]

Παρακολουθούμε συγκλονισμένοι τις ειδήσεις. Αδιανόητο. Η Ιταλία ένα απέραντο νοσοκομείο που αδυνατεί να περιθάλψει τους ασθενείς της. Παρ’ όλα αυτά παλεύει σθεναρά τον ιό, την άκρατη πανδημία που απλώνεται και θεριεύει. Μες τον παραλογισμό του αδιαχώρητου περίκλειστου θαλάμου εντατικής, ένας νοσηλευτής βρίσκει τη δύναμη να κρατά συμπονετικά ένα τάμπλετ μπρος σε ασθενή για να πάρει κουράγιο βλέποντας και συνομιλώντας εξ αποστάσεως με δικούς του. «Μ’ ενδυναμώνει να βλέπω τ’ αγαπημένα μου πρόσωπα που με περιμένουν να επιστρέψω», λέει ασθμαίνοντας ο ασθενής. Θάνατοι, πολλοί θάνατοι. Η πόλη ένα απέραντο νεκροταφείο που αδυνατεί να ενταφιάσει τους νεκρούς της. Δεν αντέχω άλλο να βλέπω. Αλλάζω κανάλι. Το βράδυ επανειλημμένες ενύπνιες κλείσεις Του νεκρού αδελφού. Του είχα υποσχεθεί να τον φιλέψω και μ’ έψαχνε, λέει. Άγχος θανάτου. Θάνατος.

Παγκόσμια μέρα ποίησης σήμερα. Φέτος στην Εταιρεία τη γιορτάσαμε διαδικτυακά. Πριν μερικά χρόνια, με αφορμή την παγκόσμια μέρα, είχαμε υλοποιήσει εργαστήρι δημιουργικής γραφής με έγκλειστους σωφρονιστηρίου. Με είχε προσκαλέσει η ποιήτρια κι εγκληματολόγος Σ.Γ. Τότε ήταν αποσπασμένη στο υπουργείο δικαιοσύνης και προωθούσε θέματα για την εκπαίδευση και βελτίωση της συνθήκης των φυλακισμένων. Της ζήτησα και μου έστειλε να διαβάσω ποιήματα άλλων φυλακισμένων για να νιώσω βαθύτερα τη συνθήκη τους και να έχω μια ιδέα για την ετοιμότητα των έγκλειστων σε ανάλογες δράσεις. Άρχισα τον σχεδιασμό. Σε αντιπαράθεση με το περίκλειστο των φυλακών, πρότεινα για τίτλο του εργαστηρίου: «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή», (Γιώργης Παυλόπουλος, Τα αντικλείδια, 1988). Θα συντονίζαμε μαζί το εργαστήρι. Μετά τα παιχνίδια γνωριμίας θ’ αρχίζαμε με καταιγισμό ιδεών και συζήτηση για την ιαματική λειτουργία της ποίησης και γενικά της έκφρασης μέσω τέχνης. Στη συνέχεια θα τους διαβάζαμε ως ερέθισμα «Τά Ἀντικλείδια» του Γιώργη Παυλόπουλου, όπως και κάτι δικό μας και μετά θα τους ενθαρρύναμε να δημιουργήσουν σε μικρο-ομάδες τα δικά τους συλλογικά κι ατομικά ποιήματα. Ο σχεδιασμός άρεσε στην Σ. Γ. και προχωρήσαμε στην υλοποίηση.

Φτάσαμε στο σωφρονιστήριο με το αυτοκίνητο του Διευθυντή του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ). Ήταν η πρώτη χρονιά που λειτουργούσε το σχολείο. Πέρα από τα τεράστια ελλείμματα προσωπικού και υποδομών, είχε να αντιμετωπίσει τις αντιστάσεις του κατεστημένου των φυλακών, όπως επίσης και τις αντιστάσεις και την άρνηση πολλών φυλακισμένων. Ήταν αρκετά μεγάλο το ποσοστό των έγκλειστων που δεν γράφτηκαν να φοιτήσουν, αντί να μένουν καθηλωμένοι στο στενό κελί που τους πλάκωνε. Πολλοί απ’ αυτούς θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη φοίτηση. Θα μπορούσε να ήταν γι’ αυτούς πραγματικά μια δεύτερη ευκαιρία. Και όμως είχαν επιλέξει να παραμείνουν εκτός, αγνοώντας ακόμη και το κίνητρο μείωσης του χρόνου φυλάκισής τους. Ίσως να ήταν οι ματαιώσεις και το σκοτάδι που περίσσευε στις ζωές τους και τους πλάκωνε παραλύοντας κάθε δύναμη για προσπάθεια ν’ αντιδράσουν, ίσως να μην είχαν το κουράγιο να προσπαθήσουν, ίσως…

Μπαίνοντας στο σωφρονιστικό ίδρυμα το κλίμα εγκλεισμού κόλλησε πάνω μας σαν γλίτσα, σαν πάχνη που καίει όπου πέφτει. Η περίφραξη, οι αυστηροί έλεγχοι, οι απέραντοι ψυχροί διάδρομοι. Μουντάδα και παγωνιά. Βέβαια, εκ των υστέρων είχε διαρρεύσει στον τύπο ότι υπήρχε και μια κρυφή πτέρυγα της χλιδής και του κιτς της ρωσικής μαφίας. Οι δεσμοφύλακες που μας συνόδευαν, με το που μπήκαμε μας έδειξαν με αποτροπιασμό τα φονικά αντικείμενα που είχαν βρει και περισυλλέξει, τρόπαια του καθήκοντος για την ασφάλεια όλων τους, όπως είπαν. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έκρυθμη. Χαμηλωμένα βλέμματα. Ο φόβος πίσω απ’ τα μάτια των δεσμοφυλάκων έκδηλος απέναντι στους φυλακισμένους, στους προϊσταμένους και κυρίως απέναντι στο θηρίο του εγκλεισμού που μπορεί ν’ αγριέψει ακόμη και αρνιά μεταμορφώνοντας τα σε λύκους. Φόβος που οδηγεί σε απάνθρωπες ακρότητες. Πριν χρόνια κάποιοι δικοί τους είχαν κακοποιήσει έναν έγκλειστο μέχρι θανάτου. Ο Διευθυντής των φυλακών μάς δέχτηκε για λίγο στο γραφείο του με ύφος υπερφίαλο και άκαμπτο. Δεν άντεξα να τον ακούω να υποβάλει υφιστάμενό του σε προσβλητική παρατήρηση μπροστά μας. Θέλοντας να μαρκάρω την αποδοκιμασία μου σηκώθηκα απότομα και βγήκα από το γραφείο του χωρίς να χαιρετήσω με δέουσα ευγένεια.

Στην πτέρυγα του Σχολείου η παρουσία των λίγων εκπαιδευτικών έκανε το κλίμα αρκετά ζεστό και οικείο. Κάποιοι απ’ αυτούς εργάζονταν εθελοντικά. Πρόσχαροι, μας οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα όπου υποδεχτήκαμε του μαθητές. Γύρω στους σαράντα ενήλικες. Άνδρες. Ποινικοί κρατούμενοι, ορισμένοι βαρυποινίτες. Ανάμεσά τους και κάποιοι που κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια να παραμείνουν στην ομάδα. Να μην το βάλουν στα πόδια. Όπως ένας νέος σχετικά άνδρας, που, όπως μάθαμε από συγκρατούμενους, είχε καταδικαστεί για φόνο βεντέτας και αφού αποφυλακίστηκε ξαναβρέθηκε σύντομα καταδικασμένος για έγκλημα εν βρασμώ ψυχής. Οι περισσότεροι όχι μόνο ενδιαφέρθηκαν να πάρουν μέρος στο πρόγραμμα, αλλά συμμετείχαν με δημιουργική διάθεση, παρά το βάρος που έφερε ο καθένας μέσα του. Όμως, πέρα από τις άλλες δυσκολίες, πολλοί ήταν αλλοδαποί και δυσκολεύονταν με τη γλώσσα. Ένας άραβας ζήτησε και διάβασε στην ολομέλεια απόσπασμα από το κοράνι. Τον ακούγαμε με τα χέρια ανασηκωμένα κι ανοιχτά να διαβάζει ρυθμικά και να ψάλει δεόμενος. Δίχως να κατανοούμε τις λέξεις νιώθαμε την έκδηλη ευλάβεια και την κατανυκτική προσδοκία στο πρόσωπο και στο ηχόχρωμα της φωνής του. Αργότερα μας δόθηκε το μεταφρασμένο απόσπασμα για να κατανοήσουμε και τα νοήματα: «και λέγει ο άνθρωπος: Ώστε αν πεθάνω, μήπως θα βγω ζωντανός (από τον τάφο); /Κι όμως, γιατί ο άνθρωπος δεν θυμάται ότι τον έχουμε πλάσει από το πριν και από το τίποτε;» [2].

Από την αρχή σχεδόν κέντρισε την προσοχή μου ένας μικρόσωμος νέος άνδρας με γκριζοπράσινα μάτια που σπινθήριζαν. Πύρινο βλέμμα κι ανοιχτό στόμα με σαρκώδη χείλη που διέγραφαν μονίμως ένα χαμόγελο έτοιμο να ραγίσει. Κάποια στιγμή μου έγνεψε να τον πλησιάσω. Με σπαστά ελληνικά και τη βοήθεια ενός συγκρατούμενου είπε ότι ήθελε να μου μιλήσει. Ήθελε τόσο πολύ να γράψει αλλά επειδή δεν μπορούσε προσπαθούσε ν’ αφηγηθεί με νεύματα, βλέμματα και ανάκατα ελληνοτουρκικά φωνήματα. Πλησίασε ο Δ/ντής του σχολείου. Τον άγγιξε απαλά στην πλάτη. Τον ενθαρρύναμε να γράψει στη γλώσσα του κάτι απ’ αυτά που είχε στην καρδιά του και να το διαβάσει στη γλώσσα του, όπως έκανε και ο συγκρατούμενος άραβας. Ήταν το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε προκειμένου να μπορέσει να εκφραστεί και να μοιραστεί μαζί μας το ράγισμα της ψυχής του μέσα από τα δικά του φωνήματα κι ας μην κατανοούσαμε εμείς τα νοήματα. Θα προσλαμβάναμε και θα μοιραζόμασταν μαζί του το συναίσθημα, τον παροτρύναμε. Μας διαβεβαίωσε ότι του ήταν αδύνατο να διαβάσει στην ομάδα. Μετά καταβυθίστηκε μέσα του κι άρχισε να γράφει. Στο τέλος δίνοντάς μου το φύλλο χαρτί με το ποίημα που είχε γράψει μου χαμογέλασε με ανακούφιση.

Το βράδυ στο σπίτι συγκλονισμένη από την εμπειρία έγραψα μεταξύ άλλων:

«Εγκιβωτισμένος/διττός εγκλεισμός/Επιβεβλημένη αλαλία/άλογος τόπος άλαλος/Αυτός χαμογελούσε/έφερε επάλληλα φτερά/Κατείχε κώδικα κολεοπτέρων», (Δ. Καϊτατζή-Χουλιούμη, Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα, Ρώμη, 2020).

Μετά από κάποιες μέρες έλαβα από το ΣΔΕ μεταφρασμένο το ποίημα του Ερμάν:

«Και περιμένω
Δυο χρόνια πριν στην Τουρκία πήγα ν’ αγοράσω μια βάρκα.
Ζήτησα να κάνω τέστ ντράιβ. Μπήκα στη θάλασσα. Μισή ώρα.
Δεν ξέρω πόσα μέτρα απείχα από το Τσεσμέ. Ήμουν μες στη χαρά.
Δεν με προειδοποίησαν. Δεν είπαν ούτε στοπ. Όρμησαν κατευθείαν.
Χτύπησαν με όπλο εξήντα φορές. Χάλασαν τη μηχανή, τη ρήμαξαν.
Την παράτησαν κόσκινο γεμάτη τρύπες. Εμένα με πήραν μαζί τους.
Μέσα σε είκοσι λεπτά με πήγαν στο λιμεναρχείο της Χίου. Άρχισαν
να με χτυπάνε κι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε. Είκοσι ένα πρόσφυγες
έφερες, μου είπαν. Αρνήθηκα. Με χτύπησαν πάλι. Δεν με πίστεψαν.
Δέκα μέρες σ’ αποκλεισμό, ούτε να τηλεφωνήσω στους δικούς μου.
Έκανα έξι μήνες στη φυλακή εκεί πέρα. Μετά έγινε το δικαστήριο.
Πήρα τριάντα χρόνια κάθειρξη και περιμένω τώρα για το εφετείο.
Δυο χρόνια πλέον στην Ελλάδα και περιμένω και περιμένω.»

Ερμάν

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες για τη δραματική εξέλιξη της απεργίας του Βασίλη Δημάκη αναλογίζομαι αν ποτέ ο Ερμάν και άλλοι σε παρόμοια συνθήκη θα βρουν ποτέ το δίκιο τους. Σήμερα ένας έγκλειστος λιμοκτονεί σε απεργία πείνας για το δικαίωμα στη μόρφωση. Η ζωή του πλέον απειλείται. Το μεγάλο σωφρονιστήριο δεσπόζει άκαμπτο κι ανάλγητο, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες πολιτών και οργανώσεων. Σήμερα οι έγκλειστοι είμαστε εμείς. Σήμερα ίσως εμείς θα χρειαζόμασταν ανάλογο εργαστήρι ν’ αφυπνιστούμε. Αν ξεμυτίσουμε επαπειλεί ο ιός να πέσει πάνω μας θανατική καταδίκη. Αν δεν υψώσουμε ανάστημα επαπειλεί βουλιμικός ο ιός των εξουσιαστικών δυνάμεων.

Κι όμως στοιβαγμένοι σε ορόφους οικοδομών περιμένουμε να σαλπάρουμε καράβια αραδιασμένα αρόδο. Κι όμως περιμένουμε να καλπάσουμε ιππόκαμποι στα θολά νερά μιας θάλασσας βιασμένης. Κι όμως η Άνοιξη είναι εδώ. Κι όμως στο μπαλκόνι μου ανθίζουν βιολέτες, φούλια, ζουμπούλια. Κι όμως σε κάποιο σωφρονιστήριο εισβάλλει η ποίηση, πόρτα ανοιχτή και περιμένει. Όπως περιμένουν όλοι οι Ερμάν, όπως περιμένουν όλοι οι Βασίληδες, όπως περιμένουμε όλοι μας ν’ ανασάνουμε ελεύθερα σε τοπία δικαιοσύνης κι ελευθερίας.

(Γράφτηκε για τα “Πλατανίδια 2020” (αναβλήθηκαν λόγω πανδημίας), θα συμπεριληφθεί στο συλλογικό βιβλίο, σε επιμέλεια Θωμά Κοροβίνη, Της φυλακής και της εξορίας).

Σημειώσεις

1. Φυλακή: Τούμας Τρανστρέμερ, 2001. Μτφ.: Δ. Κ.-Χ.

2. Κοράνι: (19) Σούρα Μέριεμ, Μέρος 16, 66, 67 , σ. 445

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: William Christenberry. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: