frear

Η μνήμη ως συλλέκτης – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Μιλούσα για συλλογές με τον εντεκάχρονο γιο μου και με ρώτησε αν κάποια στιγμή οτιδήποτε αποχτά αξία. Του απάντησα ότι αυτό είναι κάπως τυχαίο κι ότι μπορεί σε πενήντα χρόνια να ’βλεπες σε ένα μουσείο το μπουκάλι της γκαζόζας που έπινε καθώς κουβεντιάζαμε. Η μνήμη είναι σαν συλλέκτης – το μικρό και το μεγάλο συνυπάρχουν αξεχώριστα και, κάποιες φορές, ισάξια. Τις μέρες που έκανα αυτή τη κουβέντα είχα πιάσει να διαβάσω ξανά (ως εκεί που θα άντεχα) τον Χαμένο χρόνο του Προυστ, αυτόν τον καθεδρικό ναό της μικροπαρατήρησης και της μνημονικής ανάκλησης. Ο Προυστ –από μένα τουλάχιστον– μπορεί να διαβαστεί μόνο διακεκομμένα, μ’ άλλα αναγνώσματα σαν μικρές ανάσες στο ενδιάμεσο, και μια τέτοια ανάσα, γραμμένη από ένα συλλέκτη αναμνήσεων, ήταν ένα βιβλιαράκι με τίτλο Ρωσσοχώρι, Δροσιά και λίγο από Σταμάτα, του Τάσου Πορφύρη. Ο Πορφύρης, γεννημένος το ’31, το δηλώνει ξεκάθαρα στο τέλος του πρώτου αφηγήματός του:

«Αυτά για το παρόν, για το οποίο δεν μου αρέσει να μιλώ γιατί δεν έχει κανένα θέλγητρο πέρα από τη λατρεία για τα παιδιά και τα εγγόνια».

Έτσι, στο Ρωσσοχώρι ζωντανεύει μέρη κι ανθρώπους, και σαν αληθινός συλλέκτης από τη μια στέκεται σε μικρά πράγματα με αγάπη κι από την άλλη «συνοψίζει» βίους σε δυο αράδες. Η γραφή του είναι απλή και όμορφη. Από τη μια, το «μικρό» εν εκτάσει:

«Μέχρι το 1952 που έγινε η πρώτη γεώτρηση επί προεδρίας του Γεωργίου Σεμερτζίδη οι ανάγκες για πόσιμο κυρίως νερό ικανοποιούνταν από πηγάδια και βυτιοφόρα της εταιρίας “ΥΔΩΡ Ε.Ε.Υ. Κοκκιναρά κατάλληλο προς πόσιν”. Το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε γύρω στο 1960. Μέχρι τότε τα σπίτια χρησιμοποιούσαν λάμπες πετρελαίου ενώ τα καταστήματα λάμπες “Lux” που τις κρεμούσαν στις οροφές των για να φέγγουν. Όλα τα απογεύματα, θυμάμαι, ο μπαρμπα-Μήτσος τρομπάριζε τις λάμπες μέχρις ότου ανάψουν τα μπεκ τους. Αργότερα, τα καταστήματα προμηθεύτηκαν γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος μια και οι δουλειές πήγαιναν καλά και μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτό το έξοδο.

»Με ιδιαίτερη συγκίνηση θυμάμαι τα αδέρφια Στέλιο, Κόκκο και Πόπη Τεχλικίδη, που διατηρούσαν τα πρώτα “Πευκάκια”. Εκεί μαζευόμαστε τα βραδάκια και πίναμε λεμονάδες “ΑΣΠΡΟΥΛΗ Κηφισσίας”! Υπήρχε μια πίστα έξω από το μαγαζί τσιμεντοποιημένη και στη μέση ένα μεγάλο πεύκο. Περιμέναμε τον Στέλιο να βγει και να μας παίξει ακορντεόν. Καθόταν σε μια καρέκλα ταλαιπωρημένη· της έλειπε το ένα πόδι και η ψάθα ήταν ξεφτισμένη. Περιμέναμε ν’ αρχίσει να παίζει τραγούδια του συρμού σε ρυθμό ταγκό, ρούμπας, βαλς. Τα πόδια μας δεν μας κρατούσαν! Διαλέγαμε τις ντάμες μας κι αρχίζαμε να χορεύουμε. Τα κορμιά, διστακτικά στην αρχή και κατόπιν πιο σίγουρα με τη μουσική που τα διαφέντευε, ακουμπούσαν το ένα το άλλο, οι αναπνοές συγχρονιζόντουσαν με τους χτύπους της καρδιάς, τα βλέμματα υγρά, τα δάχτυλα πλεγμένα σφιχτά, τα χείλη να τρέμουν».

Κι από την άλλη το «μεγάλο» εν τάχει:

«Ο Στέλιος έφυγε νωρίς από καρκίνο, ο Κόκκος έχασε και τα δυο του πόδια από ζάχαρο. Η Πόπη παντρεύτηκε τον Βασίλη Παπουλαρίδη και είχε την ατυχία να χάσει το γιο της Μιχάλη αρκετά νέο από καρκίνο».

Στις 50 σελίδες αυτού του μικρού βιβλίου βιογραφούνται άνθρωποι (ο φωτογράφος Προκόπης Θοΐδης, η Ισιδώρα Καμαρινέα «ποιήτρια και φιλόλογος, που αγάπησε έναν αξιωματικό του γερμανικού στρατού και με την υποχώρηση την πήρε μαζί του στη Γερμανία και την παντρεύτηκε», ο γητευτής φιδιών μπαρμπα-Γιακουμής, η παθολόγος Λίλιαν Γκράμπεκ και τα δεινά της στη σοβιετική Ρωσία, κ.ά.π.) και ξαναζούν ένας κόσμος (Ρωσσοχώρι, Δροσιά) και μια εποχή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Henri-Cartier-Bresson. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly