frear

Μπρους – της Αναστασίας Κάτσικα

Στέκεται σαστισμένος κι ακίνητος στη μέση του δωματίου. Δεν θυμάται ακριβώς σε ποιο μέρος του σπιτιού είναι και δεν καταλαβαίνει αν πρέπει να μείνει κι άλλο ή να φύγει αμέσως. Τα πόδια του είναι βιδωμένα στο πάτωμα, ένα πάτωμα που δεν το αναγνωρίζει αλλά κάτω από τα πέλματά του το νιώθει λείο και ζεστό, καθαρό και γλιστερό, με μια μυρωδιά λιωμένου κεριού. Τα μαύρα, ακανόνιστα κενά ανάμεσα στις σανίδες και το σκούρο χρώμα του παρκέ κοντά στο παράθυρο κάπου τα έχει ξαναδεί.

Όσο βαριά νιώθει τα πόδια του, τόσο ανάλαφρο και φουσκωμένο και γεμάτο αέρα είναι το πάνω μέρος του κορμιού του. Ο αέρας όλο και ανεβαίνει και πλημμυρίζει το κεφάλι του με μικροσκοπικές φούσκες που σκάνε στα αυτιά  του και τον εμποδίζουν να ακούσει το βουητό των άλλων.

Τους άλλους, τους ακούει αλλά δεν τους βλέπει καλά. Οι φιγούρες τους μοιάζουν με τα είδωλα που αιχμαλώτιζε κάποτε ο φαγωμένος καθρέφτης της σκοτεινής κρεβατοκάμαρας. Πίσω από το έπιπλο με τον καθρέφτη κρυβόταν, όταν στο σπίτι είχαν κόσμο. Σ’ αυτό το δωμάτιο, πάνω στο κρεβάτι, άφηναν τα παλτά τους οι καλεσμένοι. Οι θείες, μπροστά στον καθρέφτη, διόρθωναν το κραγιόν κι έστρωναν τα μαλλιά τους. Εκείνος, γονατισμένος πίσω από το έπιπλο, έβλεπε μόνο τις μύτες από τα παπούτσια τους. Μερικές φορές κοντοστέκονταν και ανδρικά παπούτσια μπροστά του. Στο φαγητό αργότερα, χωνόταν κάτω από το τραπέζι για να αναγνωρίσει τα παπούτσια κι ύστερα σήκωνε το κεφάλι για να ταιριάξει και τα πρόσωπα. Είναι μπερδεμένος. Τώρα αναγνωρίζει μόνο τα παπούτσια και καθόλου τα πρόσωπα. Ένας άσπρος γάτος τον πλησιάζει και μυρίζει τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του.

Οι άλλοι συνεχίζουν να μουρμουρίζουν. Δεν καταλαβαίνει τι λένε αλλά σιγά-σιγά αρχίζει να ξεχωρίζει και τα πρόσωπα. Θυμάται και τα ονόματα. Μια θεία Αλίκη με ξανθά, φουσκωτά μαλλιά μιλάει στο τηλέφωνο δυνατά. Κάποτε έμπλεκε τα παπούτσια της με του πατέρα τα πόδια κάτω από το τραπέζι. Τώρα ιδρώνει και φωνάζει.

Ένας Πέτρος με βραχνή φωνή στέκεται εκεί που το παρκέ είναι πιο σκούρο. Καπνίζει και κρύβει με τα χέρια το πρόσωπό του. Παλιά κρυβόταν μαζί του πίσω από τον καθρέφτη, όμως εκείνος δεν ήθελε να βλέπει τα παπούτσια, ήθελε να χώνει το χέρι του μέσα στο παντελόνι του. Μια φορά τον φίλησε κιόλας.

Μια Ελένη με κοντή φούστα που τρέμει και τυλίγει τα χέρια  γύρω από το στήθος της, ένας Τάσος χωμένος στην πολυθρόνα  καρφώνει τα μάτια του στα σανίδια που είναι ακόμα ξανθά και γλιστερά. Ξύνει με το νύχι του τους λεκέδες από το λιωμένο κερί.

Θέλει να αγγίξει τα μάγουλά του που τα νιώθει δροσερά και καθαρά, απαλλαγμένα από τα γένια των τελευταίων ημερών αλλά δεν τα καταφέρνει. Τα χέρια του έχουν βαρύνει. Τα νιώθει να σχηματίζουν σταυρό πάνω στο στέρνο του. Κάτι θυμάται από τα ξύρισμα. Τη σαπουνάδα, το ξυράφι να περνάει απαλά από το σαγόνι του και τη μυρωδιά της ψαρόσουπας. Ποιος θέλει να φάει ψαρόσουπα μέσα στο καλοκαίρι;

Εικόνες από πιατέλες με τηγανητά ψάρια πάνω σε τραπέζια δίπλα στη θάλασσα. Ένα πιρούνι στο χέρι της κι ένα στο δικό του. Δε συμβαίνει κάτι ύποπτο κάτω απ’ αυτά τα τραπέζια. Τα παπούτσια τακτοποιημένα, το ένα ζευγάρι δίπλα στο άλλο, στη σειρά. Τα πρόσωπα γυρισμένα στο πλάι, το ένα δίπλα στο άλλο, τα χέρια ενωμένα και τα γόνατα στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση. Χυμένο κόκκινο κρασί στο τραπεζομάντιλο. Και γάτες γύρω από το τραπέζι, γάτες πορτοκαλί με μαδημένες ουρές και ψαροκέφαλα στο στόμα.

Σκέφτεται ότι σπάνια βλέπει όνειρα. Ή τουλάχιστον σπάνια τα θυμάται. Βλέπει καμιά φορά όλα αυτά που θέλει να κάνει ή αυτά που έχει ήδη κάνει, λίγο αφηρημένα κι ασπρόμαυρα, ελάχιστες φορές χρωματιστά κι έντονα. Ζει συνέχεια στο τώρα και στο εδώ. Και τελικά το μεγάλο όνειρο ήρθε. Ψάχνει για ρολόι, θέλει να ξέρει πόση ώρα το βλέπει, πόση ώρα θα το βλέπει ακόμα. Ο καρπός του είναι άδειος. Μένει για λίγο ήσυχος. Όταν ξυπνήσει, σίγουρα θα το θυμάται το όνειρο. Ίσως να μπορεί και να το περιγράψει στην. Σ’ αυτήν που τρέμει και τυλίγει τα χέρια γύρω από το στήθος της. Σ’ αυτήν που τρυπάει με το πιρούνι τα ψάρια της κατσαρόλας.

Τα χέρια που τον ξύρισαν σκεπάζουν μ’ ένα σκούρο πανί τον καθρέφτη. Βγαίνει τρομαγμένος πίσω από τον καθρέφτη. Μπορεί τώρα να κυκλοφορεί σε όλο το δωμάτιο με το κουστούμι, το άσπρο πουκάμισο και το πεντακάθαρο πρόσωπο. Οι φούσκες μαζεύονται όλες, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το βουητό των άλλων σταματάει. Ο άσπρος γάτος τον πλησιάζει άλλη μια φορά. Κάθε φορά που έρχεται κοντά του, νιώθει βελόνες να τρυπούν τον αυχένα του. Τον διώχνει κι αυτόν χτυπώντας τα πόδια του. Ο γάτος πισωπατάει πολύ αργά, οι άλλοι μένουν ακίνητοι, τόσο ακίνητοι σαν παγωμένοι. Στα όνειρα όλα επιτρέπονται.

Κι άλλες φορές είχε νιώσει αυτές τις βελόνες να τον κυνηγούν στο δρόμο, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο. Δεν του άρεσε να τον τρυπούν. Ένιωθε ανυπεράσπιστος. Έχανε και το εδώ και το τώρα. Μεταφερόταν στο αύριο. Ένα αύριο διαφορετικό, δυσοίωνο. Την τελευταία φορά, το αύριο ήταν γεμάτο κόκκινα στίγματα και σκασμένα λάστιχα. Κι αυτός έτρεξε πολύ γρήγορα για να το αποφύγει κι έστριψε το τιμόνι δεξιά κι αριστερά με τις αρθρώσεις του να τρίζουν και το κεφάλι του να τραντάζεται μπρος-πίσω. Λαχάνιασε. Πρόσεχε, είναι η έκτη αίσθηση, του είπε η. Αυτή που μοιραζόταν μαζί της τις πιατέλες με τα τηγανητά ψάρια. Μόνο το κόκκινο κρασί δεν μοιράζονταν. Η, δεν έπινε.

Σαράντα μέρες ο άσπρος γάτος, ο Μπρους, έστρωνε στο πάτωμα και τις επτά ζωές του. Τις άπλωνε σαν γυάλινα, χρωματιστά πλακάκια, τη μία δίπλα στην άλλη κι ύστερα πατούσε πάνω τους τόσο απαλά που τα πλακάκια θρυμματίζονταν κάτω από τις πατούσες του και τα γυαλιά πετάγονταν και πολλαπλασίαζαν τις παλιές εικόνες από άλλα δωμάτια κι άλλα αφεντικά και σκορπίζονταν  κι εκεί που οι σανίδες ήταν ξανθές και γλιστερές και κάτω από το παράθυρο, εκεί που το πάτωμα ήταν πιο σκούρο.

Την τεσσαρακοστή πρώτη μέρα, εκείνος άρχισε να βλέπει άλλο όνειρο.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly