frear

Μια γιγάντια χελώνα – της Εύης Βουλγαράκη-Πισίνα

Το κύμα ερχόταν από ανατολικά. Αέρα δεν ένιωθες στην ακρογιαλιά, ωστόσο η θάλασσα ήταν φουσκωμένη. Μάλλον ήταν η ώρα της παλίρροιας. Όμως, δεν θυμόταν ποτέ να είχε ξαναδεί τη θάλασσα τόσο ψηλά, να έχει πλήρως καλύψει τα βράχια στα ριζά της ακροθαλασσιάς, να έχει φτάσει να σκεπάζει την άμμο μέχρι το μισό της απόστασης που τη χώριζε από το λίγο ψηλότερο επίπεδο του γκαζόν. Στην πραγματικότητα, η παραλία είχε μείνει λειψή, αλλά δεν την είχαν καταλάβει τραπεζοκαθίσματα. Το ίδιο το νερό είχε διεισδύσει βαθιά, κι έμενε μια στενή λουρίδα άμμος και μετά μια στρώση γκαζόν με φοίνικες. Παρατήρησε ότι φέτος είχαν κοπεί πολλοί από τους συμμετρικά και αραιά, ανά δέκα μέτρα, φυτεμένους φοίνικες, και η σκιά ήταν λειψή. Λίγοι από τα τροπικά δέντρα έστεκαν ορθοί και θαλεροί. Οι λοιποί μάλλον θα είχαν ξεραθεί ή σαπίσει, θύματα κι αυτοί του άστατου καιρού, που έμοιαζε να φέρνει περίεργα και ανησυχητικά μαντάτα στην ανθρωπότητα.

Δεν ήταν όμως ακόμα η ώρα της πλημμυρίδας. Η παλίρροια άλλαζε κατά τις 7:00 το απόγευμα, καθώς μεταβαλλόταν ο ρους του πορθμού της Χαλκίδας. Τώρα ήταν νωρίς, και μάλλον η ώρα της άμπωτης. Αργά για πρωινό μπάνιο, αλλά πάντως νωρίς. Ήταν περίπου μιάμιση με δύο το απομεσήμερο. Δεν γνώριζε ακριβώς η Ιωάννα, είχε αφεθεί στους φυσικούς χρόνους και εγκαταλείψει το χρονόμετρο και το κινητό κάπου μακριά. Το ξενύχτι της προηγουμένης, μια αδυσώπητη μάχη με τα κουνούπια, και ο Λευτέρης που ζωντάνεψε ξαφνικά μετά τις 12 το βράδυ και άρχισε ταχτοποιήσεις, μαστοριές και εργασίες στον κήπο με ψαλίδι, κοσόρα και πριόνι, δεν της επέτρεψε να σηκωθεί πρωί. Σηκώθηκε βαριά και κακόκεφη. Αφού λογόφεραν λίγο για πρωινό, κατάφεραν να ετοιμαστούν για ένα μπάνιο μήτε πρωινό, μήτε απογευματινό, καταμεσής της μέρας. Αυτή η παραδοξότητα, παρά τις προειδοποιήσεις των γιατρών για την επίδραση του ήλιου τις ώρες εκείνες, δεν ήταν κάτι έξω από τις συνήθειές τους. Συχνά η φιλοδοξία για πρωινό μπάνιο φυλλορροούσε, ή μεταλλασσόταν σε μπάνιο μεσημεριανό, καθώς το ζευγάρι προσέθετε δουλειά πάνω στη δουλειά ή και καμιά φορά ραχάτι πάνω στο ραχάτιΜόνο μια φορά θυμάται, που έπρεπε να πάνε τα παιδιά στη Ραφήνα αξημέρωτα, να προλάβουν το καράβι, κατάφεραν να φτάσουν στην αγαπημένη παραλία μαζί με το ρόδινο χρώμα της ανατολής, που ερχόταν ίσια μπροστά τους, και κολύμπησαν απολαυστικά σε κρυστάλλινα, παγωμένα νερά.

Ήταν η αγαπημένη τους παραλία. Είχαν εγκαταλείψει από χρόνια την παραλία του Σκοινιά, αφενός διότι τα παιδιά είχαν μεγαλώσει, και αφετέρου βοηθούσης της οικονομικής κρίσης, που καταδυνάστευε όλη την κοινωνία, αλλά και την οικογένεια για μια ολόκληρη δεκαετία. Κάθε επιπλέον χιλιόμετρο ήταν λογαριασμός, και δεν ήταν λίγες οι φορές που έχαναν το μπάνιο τους αφού δεν μπορούσαν να γεμίσουν το ρεζερβουάρ. Άλλες φορές το έχαναν από δυσθυμία και κακοκεφιά, καυγά και γκρίνια. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι θυμόταν αυτή την ατμόσφαιρα, που δεν προμήνυε τίποτε καλό, αλλά και καταντούσε το μπάνιο ΰ deux μαρτύριο παρά απόλαυση. Όλα όμως περνούν και μεταλλάσσονται διαρκώς στη ζωή, τίποτε δεν μένει σταθερό. Έτσι, πέρασε και αυτή η περίοδος αδυσώπητης μάχης, και ήρθε μεγαλύτερη σύνεση, σοφία στη διαχείριση των προβλημάτων, και τελικά απόλαυση.

Η παραλία ήταν ελκυστική. Δεν είχε την απεραντοσύνη του Σκοινιά, μήτε την ψιλή του άμμο. Όμως είχε λίγη άμμο πιο πετρώδη, ένα δηλαδή πολύ ψιλό χαλικάκι, που ο Λευτέρης αγαπούσε, καθώς δεν λέρωνα, μήτε κολλούσε στο δέρμα. Βρισκόταν στο πιο απόμερο σημείο της Νέας Μάκρης και δεν ήταν εύκολα προσβάσιμη με αυτοκίνητο. Συνεπώς, οι περισσότεροι θαμώνες ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν την ησυχία και τη μοναξιά, το ψάρεμα και το διάβασμα. Καμιά φορά συγκεντρώνονταν θορυβώδεις παρέες που παραθέριζαν στις γύρω πολυκατοικίες, αλλά και αυτοί σκόρπιζαν το απομεσήμερο για τον χαλαρωτικό υπνάκο τους.

Καθώς η παραλία κοιτούσε την Ανατολή και είχε τα σπίτια, το πευκοδάσος και το βουνό στην πλάτη, έπεφτε σχετικά νωρίς η σκιά. Αλλά και όλη τη μέρα μπορούσες να βρεις φυσική σκιά κάτω από τους φοίνικες και να μείνεις ώρες πολλές, κολυμπώντας ή διαβάζοντας, δίχως να εξαντληθείς από τη ζέστη. Ένα βοριαδάκι έπιανε συχνά, και το μελτέμι του Αυγούστου, και ήταν πολύ λίγες οι μέρες που η θάλασσα ήταν λάδι. Συχνά κρύωνες εκεί έξω ή δεν μπορούσες καν να κρατήσεις εφημερίδα από τον μανιασμένο αέρα. Είχαν όμως μάθει να αγαπούν τον τόπο, και με τα χρόνια είχαν αποκτήσει μια οικειότητα με τους λίγους θαμώνες του. Ήταν ολοφάνερο πως για τους περισσότερους ζητούμενο ήταν η ησυχία, ωστόσο μετά από τρία τουλάχιστον καλοκαίρια σιωπηλού χαιρετισμού με κάποιες παρέες, έφτασαν να ανταλλάσσουν λίγες κουβέντες, που δεν ήταν για κανέναν αδιάφορεςκαι ήταν ακριβώς τόσο όσο, μια εναλλαγή στη μονοτονία, ένα χαρμόσυνο διάλειμμα.

Εκείνη τη μέρα οι συνήθεις απολαύσεις ενισχύονταν από μια καλοψημένη σπιτική τυρόπιττα, και ένα παστίτσιο, που χρόνια είχε να μαγειρέψει η νοικοκυρά, αλλά η τέχνη της μαγειρικής δεν σε αφήνει, όσο και να την αφήσειςόπως το ποδήλατο. Άραξαν στο γκαζόν, στο σημείο που ήταν ο αγαπημένος τους φοίνικας. Τώρα ήταν κομμένος, αλλά τον είχε απαθανατίσει σε καμβά, μια από τις ελάχιστες φορές που κουβάλησε τα ακρυλικά της στην παραλία, και τον ευγνωμονούσε για τη γλυκιά ζάλη, που της παρείχαν τα φύλλα του καθώς λικνίζονταν στον άνεμο, και της έφερναν νύστα που απέληγε σε έναν υπέροχο μεσημεριανό υπνάκο. Ήταν μια από τις πιο υπέροχες παραστατικές ζωγραφιές της και μύριζε πράγματι θάλασσα. Τώρα δεν υπήρχε παρά η ανάμνηση του δέντρου και του λικνίσματος των φύλλων του, αλλά σκιά ερχόταν ήδη από το πευκοδάσος καθώς ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του πλάγια. Σιγά σιγά θα σκίαζε όλο το μέρος. Κάθισαν λοιπόν εκεί και σιγόπιναν τον καφέ τους μην κάνοντας τίποτα. Αυτό ήταν το ζητούμενο άλλωστε. Ο θόρυβος της θάλασσας έπαιρνε μαζί του όλες τις έγνοιες, και ήταν πολλές. Η μέρα δεν ήταν πολύ ζεστή και δεν βιάζονταν να βουτήξουν στο νερό. Αντίθετα, αποφάσισαν να μετακινήσουν τις καρέκλες τους στον ήλιοπου δεν έκαιγε, παρόλο που ήταν Κυριακή 21 Ιούνη. Τις μετακίνησαν λοιπόν και αφέθηκαν στο χάδι από τις θαμπές ακτίνες. Σαν πέρασε λίγη ώρα, ο Λευτέρης πήγε να βαδίσει, και η Ιωάννα χάζευε τη θάλασσα και την ατέλειωτη ροή των κυμάτων.

Εκεί που κοιτούσε διέκρινε μια καφέ μάζα. Κάπως έμοιαζε σαν φύκια, από εκείνα τα καφέ, σε σχήμα σερπαντίνας, με τα οποία ήταν γεμάτη η παραλίαμέχρι να καθαρίσει ο δήμος. Όμως της έκανε εντύπωση η συγκέντρωση, τόσο υψηλή, σε ένα σημείο, ενώ δεν υπήρχαν άλλα, σκόρπια εδώ κι εκεί. Στη συνέχεια πρόσεξε ότι το κύμα έσκαγε εκεί με δύναμη, σαν να προσέκρουε σε βράχο. Κοίταξε ξανά τη φουσκωμένη θάλασσα, τα σκεπασμένα βράχια της ακρογιαλιάς. Το τοπίο ήταν ελαφρώς αλλαγμένο, αλλά και πάλι, το ενδεχόμενο να υπήρχε ένας ύφαλος ή σκόπελος στο σημείο εκείνο της θάλασσας, μιας θάλασσας που γνώριζαν σαν την παλάμη τους, ήταν απίθανο. Μόνο σεισμός θα μπορούσε να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο, αλλά καμία γενικότερη μεταβολή δεν διακρινόταν στο τοπίο, που θα είχε φέρει ένας σεισμός. Ξαφνικά διέκρινε κίνηση. Κάτι σαν να ξεφύσηξε και να έβγαλε ένα χέρι και μετά πάλι βυθίστηκε ελαφρά κάτω από το νερό. Η Ιωάννα σηκώθηκε όρθια, ανάστατη. Με το γυαλί μυωπίας προσέγγισε την ακροθαλασσιά, πατώντας στα γλιστερά βράχια, τα μισοκαλυμμένα με νερό. Άνθρωπος πνίγεται, σκέφτηκε αλαφιασμένη, και έμοιαζε για πολύ σωματώδη άνθρωπο. Ή μήπως ήταν ένα πτώμα ήδη, αν λογαριάσεις τον χρόνο τον κάτω από το νερό, ή κάτι ημιλιπόθυμο, τυχόν ένας δύτης με στολή. Όμως μήτε το χρώμα, καφέ, μήτε το σχήμα θύμιζαν δύτη, μήτε διακρίνονταν μπουκάλες οξυγόνου, μήτε θα μπορούσε κάποιος με μια απλή μάσκα να καταδύεται, βασικά όχι, να βυθίζεται λίγο κάτω από την επιφάνεια του νερού για τόση ώραΠάλι η σκέψη ήρθε στην περίπτωση του πτώματος που παρασέρνει η θάλασσα, αλλά να, πάλι μια κίνηση ενός χεριού τη διέψευδε. Μήπως όμως δεν ήταν χέρι; Μήπως ήταν πτερύγιο ψαριού; Μην ήταν κάποιος καρχαρίας; Δεν έμοιαζε. Μην ήταν φάλαινα; σκέφτηκε και συνάμα ένιωθε ότι το μυαλό της της παίζει παιχνίδια, η φαντασία την πλανεύει, και η λογοτεχνία που είχε τόσο πολύ διαβάσει είχε ζωντανέψει την εικόνα του Μόμπι Ντικ μπροστά στα μάτια της. Ο Λευτέρης δεν φαινόταν κάπου, όμως ένας νεαρός άνδρας έδειχνε να κολυμπάει στο μέσον της απόστασης μεταξύ της παραλίας και του καφέ σωρού. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον ειδοποιήσει για κίνδυνο, ή να του ζητήσει να πάνε να σώσουν τον άνθρωπο που πνιγόταν. Ήταν κι η ίδια έτοιμη να πέσει στη θάλασσα, αλλά δίσταζε κάπως, μετρούσε τις δυνάμεις της, και μετά δεν ήταν ακριβώς σίγουρη με τι είχε να κάνει. Ένιωθε τύψεις για την αναποφασιστικότητά της. Κι αν άνθρωπος πνιγόταν μπροστά στα μάτια της; Λογάριαζε την απόσταση, και όσο γρήγορα κι αν έκανε, ο σωρός ταλαντευόταν στο νερό ήδη αρκετή ώρα, θα ήταν μάλλον αργά. Να ειδοποιούσε το λιμενικό ή κάποιον; Μάταιος κόποςΣτο μεταξύ ο νεαρός έβγαινε από το νερό και η Ιωάννα τον πλησίασε, μάλλον ξαφνιάζοντάς τον με το ευθύ, ταχύ και αποφασιστικό της βάδισμα προς αυτόν.

-Με συγχωρείτε, του είπε, αυτό που διακρίνεται εκεί, μήπως βλέπετε τι είναι; Μην είναι άνθρωπος που πνίγεται;

Ο νεαρός κατάλαβε τότε το νόημα της σπουδής της μεσόκοπης κυρίας με το γυαλί. Αγνάντεψε κι αυτός μαζί της λίγα δευτερόλεπτα.

-Όχι, της είπε κατηγορηματικά. Είναι μια θαλάσσια χελώνα.

Η χελώνα κινήθηκε ξανά, σαν να έδωσε επιβεβαίωση. Η Ιωάννα με τη στραβωμάρα της δεν ήταν 100% σίγουρη, όμως γνώριζε πως έπρεπε να εμπιστευθεί την όραση του νεαρού. Ήταν εξάλλου στην ηλικία εκείνη που μαθαίνει κανείς σιγά σιγά να αφήνει την αρχηγία στη νεότερη γενιά, και να τραβιέται ένα βήμα πίσω.

-Είναι βέβαιο; Τον ρώτησε για την τιμή των όπλων και προσέθεσε σχεδόν μονολογώντας: Νόμιζα πως κάποιος πνίγεται, και ήμουν έτοιμη να βουτήξω

Άκουσε το σχετικό της μάλωμα από τον νεαρό, πώς φαντάστηκε ότι θα μπορούσε μόνη της να βοηθήσει τον μισοπνιγμένο, δίχως να πνιγεί κι η ίδια, ήθελε να του πει ότι γιαυτό ακριβώς του μίλησε, γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στις δυνατότητές της, αλλά αφού ήταν λάθος συναγερμός δεν είπε τίποτε άλλο.

Στο μεταξύ ήρθε ο Λευτέρης. Κι εκείνος ξεχώριζε τη χελώνα. Η Ιωάννα τον θαύμαζε για την καλύτερή του όραση, και αναθεμάτιζε μέσα της πόσο είχε καταστρέψει τη δική της με τις άπειρες ώρες που περνούσε μπροστά σε έναν υπολογιστή. Η χελώνα τους έκανε την τιμή να βγάλει έξω το κεφάλι της, και κραυγές ενθουσιασμού την υποδέχτηκαν. Μόνο η Ιωάννα σκεφτόταν ότι το μαύρο και το έντονο κίτρινο που διέκρινε στο κεφάλι μπορούσε να είναι η μάσκα ενός δύτη, αλλά ήξερε και η ίδια πως δεν μπορούσε να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά. Λίγα δευτερόλεπτα ακόμη χρειάστηκε για να καταλήξει οριστικά μέσα της πως ήταν χελώνα, και άλλα αισθήματα την πλημμύρισαν αντικαθιστώντας τα πρώτα.

Θαλάσσια χελώνα δεν είχε δει ποτέ! Και ήταν τεράστια! Όλος αυτός ο κυκλικός όγκος που είχε περάσει αρχικά για μπυροκοιλιά, ή για πτώμα ανθρώπου σε τυμπανιαία κατάσταση δεν ήταν παρά το καύκαλο της χελώνας. Όλα κούμπωναν τώρα. Το χρώμα, το σχήμα, το είδος της κίνησης. Την έγνοια διαδέχτηκε η ανεμελιά.

Τώρα νόμισε πως ήταν στα Γκαλαπάγκος. Σε μια παραλία εξωτική. Εκεί όπου ο άνθρωπος συνυπάρχει ως είδος με άλλα ήδη, μέσα σε μια φυσική αγνότητα και δίχως αδυσώπητη προσπάθεια αλληλεξόντωσης.

Η παραλία γέμισε με χαρά. Το γεγονός παιανίστηκε με όλη του τη δόξα. Εκτός από τον νεαρό και την παρέα του, μια άλλη παρέα ήταν εκεί. Αποτελούνταν από έναν άνδρα, ψηλό κι ευγενικό, δυο γυναίκες και δυο παιδιά. Ένα ψηλόλιγνο κορίτσι, κατάξανθο, δώδεκα χρονών περίπου, κι ένα μικρότερο, που έτρεχε πέρα δώθε ελεύθερο και έπαιζε φορώντας μόνο ένα λευκό βρακάκι, σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο του δέρμα. Ήταν μαυράκι, και ίσως ήταν παιδάκι υιοθετημένο.

Οι δυο γυναίκες έκαναν παρέα μεταξύ τους, ενώ ο άντρας διάβαζε έναν ογκώδη τόμο: The ceremonial animals. Τόσο εντύπωση έκανε ο τίτλος στην Ιωάννα, που ασχολιόταν με θρησκειολογικές, διαπολιτισμικές και θεολογικές σπουδές, που αργότερα, την άλλη μέρα το αναζήτησε στο διαδίκτυο. Πράγματι ήταν μια ανθρωπολογική μελέτη. Ήδη όμως γνώριζε ενστικτωδώς πως ό άντρας που έβλεπε ήταν λόγιος, πιθανότατα ερευνητής, και μιλούσε αγγλικά.

Η Ιωάννα έδειξε στο μεγάλο κοριτσάκι, την Αριάδνη όπως μάθαμε αργότερα, τη χελώνα. Ο πατέρας της ήρθε κοντά. Μιλούσε άψογα ελληνικά, με ελαφριά ξενική προφορά. Η συγκίνηση ήταν μοναδική. Κανείς μας, ούτε τα παιδιά, ούτε όσοι είχαμε ήδη ζήσει πάνω από μισό αιώνα δεν είχαμε δει ποτέ θαλάσσια χελώνα. Πιάσαμε συζήτηση. Ο Λευτέρης έλεγε κομπλιμέντα στη μικρή Αριάδνη ότι αυτή θα μας δείξει τον δρόμο, κι εκείνη χαμογέλασε βεβαιώνοντας πώς γνώριζε τον μύθο, πώς ήταν δυνατόν να σκεφτούμε κάτι άλλο. Με την κουβέντα πλησίασαν και οι δυο γυναίκες. Και οι δυο μιλούσαν ελληνικά, η μία με ελαφριά προφορά. Το μικρό μαύρο κοριτσάκι έχτιζε το δικό του κάστρο στην άμμο, και δεν νοιαζόταν για τις κουβέντες των μεγάλων.

Οι μεγάλοι όμως έμαθαν πως η οικογένεια ερχόταν από την Πεντέλη.

-Κι εμείς Πεντελιώτες είμαστε, είπαν σχεδόν με μια φωνή, όλο χαρά, ο Λευτέρης κι η Ιωάννα.

-Εμείς είμαστε από τον Χολαργό, αλλά ερχόμαστε στη θάλασσα από την ορεινή διαδρομή, για να βλέπουμε τα δέντρα και τα σπάρτα που είναι ακόμα ανθισμένα.

Μιλήσαμε για τον καιρό, πόσο παράδοξα κρύος ήταν, πόσο αργά ήρθε το καλοκαίρι. Ήρθε η κουβέντα και στον κορωνοϊό, την παράδοξη αυτή αρρώστια που ταλάνισε όλη την ανθρωπότητα, που μας κράτησε σε εγκλεισμό για τόσους μήνες, την πανδημία που μας έμαθε να ζούμε με την πιθανότητα του θανάτου. Όμως, δεν ήταν ο φόβος που κυριαρχούσε στην κουβέντα μας. Ίσως γιατί πολύς φόβος είχε προηγηθεί. Τώρα αυτό που έβγαινε ήταν η επισήμανση της χαράς της φύσης, ο καθαρός αέρας, δίχως αεροπλάνα, δίχως πλοία. Η πολύχρωμη οικογένεια είχε εξερευνήσει το μικρό ρέμα που βρίσκεται κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής. Και διαπίστωναν με χαρά πόσο ήταν γεμάτο ζωή! Ψαράκια, βατραχάκια, πουλάκια.

, ναι, τα πουλιά είναι πάρα πολλά και πανέμορφα, είπε ο Λευτέρης, που είχε γίνει μαζί τους φίλος και τα τάιζε βρεγμένο ψωμί στο μπαλκόνι του, τους σφύριζε μάλιστα, κι έρχονταν. Τον ευχαρίστησαν με παράσημο στο χειμωνιάτικο μπουφάν του που μόλις είχε πλυθεί και στέγνωνε εκεί έξω.

Η Ιωάννα μάθαινε λίγο λίγο να τα ξεχωρίζει τόσο από τη φωνή όσο και την όψη τους. Και να ταγαπάει μάθαινε λίγο λίγο.

Το ζευγάρι αφηγήθηκε στους ξένους πώς η θάλασσα εκεί είχε νεκρώσει μετά τη μεγάλη πυρκαγιά στο Μάτι, όπου παγιδεύτηκαν και πέθαναν 100 άνθρωποι, αλλά και η φύση όλη είχε δεινοπαθήσει, καθώς άπειρη ποσότητα κάρβουνου σωρεύτηκε στις ακτές και μέσα στη θάλασσα. Παλιά ψάρευαν εδώ, τους είπαν, αλλά πέρυσι που κι οι ίδιοι αγοράσαν καλάμι δεν υπήρχε καθόλου ψάρι. Δεν ήταν η ατζαμοσύνη τους, το ίδιο βεβαίωναν κι οι ψαράδες που ψάρευαν στανοιχτά, είχε γίνει μεγάλη καταστροφή και στη θάλασσα.

Μέσα σε όλο αυτό το κάρβουνο, μέσα στην ιστορία του κορωνοϊού και του εγκλεισμού, η παρουσία της θαλάσσιας χελώνας ήταν μια θεραπευτική εμπειρία. Ένα τόσο σπάνιο πλάσμα, εκεί κοντά.

Η παρέα σκόρπισε στις ασχολίες της, οι μισοί βούτηξαν. Ο Λευτέρης κι η Ιωάννα λυπήθηκαν που δεν είχαν μάσκα. Ο άνδρας όμως κι η μικρή Αριάδνη φορούσαν τη μάσκα τους και πλησίασαν πολύ. Η χελώνα πήγαινε στα βάθη όταν πλησίαζαν άνθρωποι, όμως άφησε τον καλόκαρδο εκείνον άντρα να την πλησιάσει αρκετά, σαν να γνώριζε πως δεν θα την έβλαπτε.

Το κεφάλι της είχε δυο φορές το μέγεθος ανθρώπου και το συνολικό μήκος πρέπει να ήταν περί τα δυόμισι μέτρα, όπως λογάριαζαν. Ίσως το ζώο να ήταν πληγωμένο, κι αυτό ήταν μια στάλα θλίψης μέσα στη χαρά. Είχαν μοιραστεί τα ίδια νερά με ένα άκακο πλάσμα της θάλασσας, και αυτό τους γέμιζε χαρά.

Όταν είχε πια σκιάσει όλη η παραλία, κατά τις έξι, άξαφνα σκοτείνιασε ο ουρανός και η θάλασσα απέκτησε χρώμα μολυβί. Η χελώνα είχε κουρνιάσει από ώρα στον βυθό, κι οι χοντρές σταλαγματιές βροχής, μαζί με τις αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις των δελτίων ειδήσεων για μπόρες και επικίνδυνες καταιγίδες οδήγησαν όλους μαζί τους παραθεριστές να μαζέψουν τα πράγματά τους περίπου ταυτόχρονα και να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής.

Πρώτη έφυγε η παρέα του Χολαργού. Το ζευγάρι τους κοιτούσε για να τους χαιρετίσει, και μόλις τους έγνεψε, ανταπάντησαν για ώρα πολλή, με ανυπόκριτη χαρά, γνέφοντας και ξαναγνέφοντας, ιδίως τα παιδιά. Και το ένιωθε κανείς πως ξεπερνούσαν τον συγκρατημένο εαυτό τους και τους αποστασιοποιημένους τρόπους τους. Οι άνθρωποι κι οι απομονωμένες παρέες, οι φοβισμένες από τον λοιμό, συναντήθηκαν. Τους συμφιλίωσε η φύση, και η χαρά τους συνόδευσε το βράδυ και την αυγή.

Η Ιωάννα, την επομένη κατέγραψε την ιστορία. Ήταν σαν ένα τελετουργικό, για το οποίο χαλάλισε ένα ολόκληρο εργασιακό πρωινό, μικρή μα ιερή θυσία στη μνήμη και την ιερουργία μιας ανέμελης γραφής, ανάμεσα σέναν καφέ κι ένα κρασί που θα κεραστεί στον αναγνώστη. Πέρα και πάνω από όλα είναι οι άνθρωποι κατεξοχήν ceremonial animals, ζώα τελετουργικά, με τις λατρείες τους και τα καθημερινά τους τυπικά, της τροφής, της συνάντησης και της γραφής, από τον όρθρο της χαράς και της ευχαριστίας, μέχρι την ιλαρότητα του δειλινού, του πορφυρού στα χείλη.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly