frear

Οδός Μάγερ – της Ιωάννας Παπαγιάννη

Κατέβασα τον πελάτη μπροστά από το Πρωτόκολλο στη Λιοσίων κι άφησα το ταξίμετρο να γράφει. Όταν το περιπολικό πάρκαρε όπως-όπως μπροστά μου, είχα μόλις ανάψει τσιγάρο. Δυο νεαροί μπάτσοι πετάχτηκαν οπλισμένοι, μπούκαραν στο απέναντι καφέ-μπαρ, κι έσυραν έξω με χειροπέδες τον Σαλίχ, τον Σουδανό  ιδιοκτήτη του. Ύστερα, έβαλαν την σειρήνα κι εξαφανίστηκαν προς Μάρνη.

*

Έμενα τότε στον Άγιο -Λεφτέρη, αλλά το στέκι μου ήταν εκεί, γύρω απ’ την πλατεία Βάθη. Την ήξερα καλά την περιοχή γιατί, για ένα μυστήριο λόγο, από όλες τις γειτονιές της Αθήνας, αυτή  με τράβαγε περισσότερο. Μπάτσους να μπουκάρουν σε μαγαζί έβλεπα κάθε μέρα. Και όχι μόνο μπάτσους. Πρεζάκια, βαποράκια, γέρους χαροκαμένους να σεργιανάνε άσκοπα από καφενείο σε καφενείο, ανάκατοι με Πομάκους, Ρουμάνους, Μπαγκλαντεσιανούς, τι τα θες… Τα στέκια τα φτιάχνουν οι άνθρωποι. Είχα κι έναν μεσήλικα πελάτη, έναν κομψεβάμενο μασόνο της γειτονιάς, που μου ‘λεγε πως έξω από τα μπαρ βρίσκεις τα πάντα. Κόκα, Αφρικάνες, τσιγάρα, ό,τι γουστάρεις, σχεδόν τσάμπα. Πιάτσα όλη μέρα.

Τους  ήξερα όλους. Δεν είχα παρτίδες με κανέναν και κανείς δεν ασχολιόταν μαζί μου.  Ήμουν κι εγώ σαν κι εκείνους, που κρύβανε αναμνήσεις, που είχαν κάνει φυλακή, που είχαν μπει σε νοσηλεία, που θέλανε να τους ξεχάσουν. Ανώνυμος. Όταν δεν είχα κούρσα, έκοβα βόλτες στα στενά. Πάνω-κάτω συνέχεια. Και κάθε βδομάδα άλλαζα μαγαζί, έτσι για να με δούνε πως ήμουν κι εγώ της γειτονιάς. Σε ένα όμως δεν πάταγα το πόδι μου. Το’ χα σταμπάρει απ’ τον καιρό που είχα κατέβει στην Αθήνα. Χωμένο στη Μάγερ, πού να το δεις από τ’ αμάξι. Αν τύχαινε και είχα κούρσα βραδινή προς τα εκεί,  έριχνα που και που καμιά ματιά μπας και κιαλάρω την λέξη της μαρκίζας με τις σπασμένες λάμπες.  Κάτι ακαταλαβίστικο ήταν γραμμένο στα ξένα, TROPI, TROPE…Λέγανε πως εκεί μέσα δούλευε μια κοπελιά που μάντευε τον θάνατό σου.  Σαχλαμάρες για να περνάει η ώρα, έλεγα. Ένα βράδυ όμως, από εκείνα που δεν βγαίνεις άμα δεν θες να φας το κεφάλι σου, μπήκα μέσα χωρίς καλά-καλά να καταλάβω.

*

Η αίθουσα ήταν μισοφωτισμένη και σχεδόν άδεια. Κανείς στα λιγοστά τραπέζια, μόνο κάποιοι καθισμένοι στα σκαμπό του μπαρ. Ο καπνός και η κλεισούρα είχαν κολλήσει παντού. Η κοπέλα που σέρβιρε, μια όμορφη μελαχρινή με μακριά κοτσίδα, γνώριζε τους πελάτες έναν-έναν. Τους περιποιόταν ήρεμα και με καλό τρόπο, αν και οι περισσότεροι ήταν κάτι αγροίκοι που σκότωναν την ώρα τους πίνοντας. Ίσως θα ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ, όπως τόσα και τόσα στα μπαρ της Λιοσίων. Αυτό όμως που έζησα εγώ εκείνη την νύχτα, σου ορκίζομαι πως έγινε στα αλήθεια, έτσι ακριβώς όπως θα  στο διηγηθώ.

*

Κόντευε να ξημερώσει. Είχα αρχίσει να μεθάω όταν ένοιωσα κάποιον να κάθεται παραδίπλα μου. Το κύμα του αέρα που σήκωσε προς τα ’μένα, μου έφερε στο νου ένα τεράστιο αντρικό σώμα, άσχημο και βρώμικο. Η μπόχα από λάδια και λάστιχα μ’ έκανε να γυρίσω. Ένας ψηλός άντρας, πάνω-κάτω στα χρόνια μου, με βρώμικο παντελόνι και μαύρη μπλούζα βιαζόταν να παραγγείλει. Έμοιαζε λιμενεργάτης στον Σκαραμαγκά ή με εκείνους τους φορτηγατζήδες που κάνουν νύχτα-μέρα, Πειραιάς-Σκόπια, Σκόπια-Πειραιάς. Το σώμα του, γεμάτο τατουάζ, έπεσε βαρύ και κουρασμένο πάνω στην μπάρα και η τεράστια κοιλιά του ξεχείλισε. «Κοίτα ρε ένα μαλάκα», σκέφτηκα. Αν ήμουν σε άλλο μπαρ θα είχα πάρει δρόμο ή θα είχα σηκωθεί να αλλάξω θέση. Αλλά έμεινα εκεί. Καρφωμένος στο σκαμπό μου, λες κι εάν σάλευα κινδύνευε να διαλυθεί το σύμπαν. Έτσι ένοιωθα εκείνη την ώρα…

Όταν η κοπέλα τον πλησίασε για την παραγγελία, εκείνος πέρασε το χέρι στα μαλλιά και μ’ άφησε να δω έναν μαύρο κινέζικο δράκο, απ’ τον αγκώνα έως τον καρπό, και το κεφάλι ενός τεράστιου αετού πίσω στο σβέρκο. Της είπε πως δεν είχε ξαναμπεί στο μαγαζί,  πως την έψαχνε καιρό, πως είχε έρθει για εκείνην για να του πει το πότε και το ποιος.  Παρήγγειλε μια βότκα. Την ήπιε μονορούφι. Πλήρωσε. Και μετά, έβγαλε από την τσέπη ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα. Εκείνη το πήρε, τον κοίταξε στα μάτια  και το κράτησε για δευτερόλεπτα στην χούφτα της.  Το πρόσωπό της σκοτείνιασε. Ύστερα, χάθηκε στο βάθος του μαγαζιού. Η δεύτερη βότκα ήρθε σε λίγο,  μαζί με ένα διπλωμένο, μπλε χαρτί. Είχε κάτι λέξεις γραμμένες. Ο άντρας φάνηκε να τις διαβάζει ανέκφραστος. Αλλά ξαφνικά, το σώμα του τινάχθηκε σαν κεραυνοβολημένο. Γύρισε προς το μέρος μου και το γαλάζιο, βλοσυρό του βλέμμα με κάρφωσε.

*

-Εσύ είσαι «ο Σκουριάς»; με ρώτησε και σαν κομμάτια αίμα βγαίνανε οι λέξεις από τα σάπια δόντια του.

Τα πόδια μου κοπήκανε. Πώς ήξερε το παρατσούκλι μου; «Σκουριά» με ’λέγαν στο χωριό, όσο ακόμα ήμουν στο γκαράζ. Μετά που έφυγα κανείς δεν ήξερε αν ζούσα ή αν πέθανα. Ο άγνωστος σηκώθηκε βαριά και με πλησίασε. Ο ιδρώτας έσταζε και τα χείλια του ήταν ωχρά. Χιλιάδες μαύρες σκέψεις χάραζαν το πρόσωπό του. Με χέρια που τρέμανε, άναψε τσιγάρο και μου έδειξε το χαρτί που είχε μόλις διαβάσει: Οι λέξεις ήταν γραμμένες στα κεφαλαία, με έναν βιαστικό, γυναικείο γραφικό χαρακτήρα: «Ο Σκουριάς δίπλα σου, απόψε».

-Τι μου το δείχνεις; τον ρώτησα έκπληκτος, νοιώθοντας τα βλέφαρά μου να τινάζονται.

-Θα σε γαμήσω, αν δεν το κάνεις, μου είπε σφίγγοντας τα δόντια του.

Τρόμαξα. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Ήθελα να ζητήσω εξηγήσεις. Μα πριν προλάβω καν να σηκωθώ, εκείνος κλώτσησε με δύναμη το σκαμπό και βρέθηκα μπρούμυτα στο πάτωμα. Ζαλίστηκα. Τα χείλια μου ματώσανε. Κανείς από τους θαμώνες δεν κουνήθηκε, κανένας δεν αντέδρασε, περίμεναν να γίνει κάτι. Προσπάθησα να σηκωθώ με αξιοπρέπεια αλλά μέσα μου είχα αρχίσει να φουντώνω. Η κοπέλα παρακολουθούσε την σκηνή με μια περίεργη ηρεμία. Ο άντρας με άφησε να σηκωθώ. Τρέκλιζα. Και τότε, απ’ την κωλότσεπή του έβγαλε τον σουγιά. Μου τον έδωσε, κοιτώντας με μέ άδειο, ραγισμένο βλέμμα.

Ένοιωσα στην παλάμη μου την κρύα λάμα. Κοίταξα με απορία την κοπέλα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και «προχώρα», διάβασα στα χείλη της. Είχε έρθει η ώρα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, όλη η άδεια μου ζωή είχε πρώτη φορά ένα νόημα. Τα αναπάντητα τηλεφωνήματα, τα άχρηστα φάρμακα, οι διάδρομοι, οι κήποι, η καντίνα στο Δρομοκαΐτειο, όλα ξεχύθηκαν αβίαστα από το μυαλό σαν νήματα από ένα μπερδεμένο, άλυτο  κουβάρι και το αίμα κύλησε με αστραπιαία ταχύτητα στο σώμα μου. Ήμουν σε εγρήγορση. Ένοιωσα πως κάθε μου μυς ξυπνούσε από τον λήθαργο και ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει. Δεν σκάμπαζα από σουγιάδες. Τον χτύπησα τυχαία, ξυστά στο μπράτσο, αλλά σε κάθε επόμενο χτύπημα το χέρι μου έβρισκε αμέσως τον στόχο. Ένοιωσα το ζεστό του αίμα να με πιτσιλάει. Τον κάρφωσα στο στήθος με όση δύναμη μπορούσα, μια, δύο, τρεις φορές, μέχρι να χώσω την λεπίδα στην καρδιά του. Κράτησα την αναπνοή μου. Πρώτη φορά ανέπνεα ελεύθερος. Ο άγνωστος σωριάστηκε αιμόφυρτος στο πάτωμα, ενώ εγώ κοιτούσα βουβός μια γαλήνη να απλώνεται αργά-αργά στο πρόσωπό του.­

Όρκο δεν δίνω, αλλά έτσι νομίζω πως έγιναν τα πράγματα.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly