frear

Πρωταπριλιά – του Ευθύμιου Λέντζα

Σήμερα ξύπνησα και ήμουν νεκρός.

«Πρωταπριλιά» σκέφτηκα. Κάποιος θα αστειεύεται μαζί μου. Η Μ. ετοίμαζε το πρωινό στην κουζίνα. «Θα μείνουμε καιρό μέσα;». «Μόνο για όσο χρειαστεί», απάντησα.

Είχε και τα καλά του. Μόλις τελειώναμε το πρωινό, κάναμε έρωτα. Επί ένα χρόνο, κάθε πρωί. «Ήταν ωραία, έτσι δεν είναι;» «Ήταν πολύ ωραία» είπα. Ετοίμασε τη βαλίτσα της και έφυγε. Δεν την ξαναείδα. Έψησα καφέ και κάπνισα. Μέτρησα τα πλακάκια στον τοίχο∙ 85. Πήγα τουαλέτα. «Αποκλείεται», είπα, «αν ήμουν νεκρός δεν θα έχεζα». Διάβαζα τους «Άθλιους» του Βίκτορ Ουγκό:

[…] Γύρω του χορεύουν οι κερένιοι νεκροί. Λυσσομανάει το πέλαγος. Θόρυβοι που ακούει για πρώτη φορά έρχονται από τα μακρινά βασίλεια της φρίκης. Η άβυσσος χάσκει απειλητική από κάτω του, έτοιμη να τον καταπιεί. Ψηλά βλέπει τα πουλιά που πετάνε και κελαηδάνε ξένοιαστα, κι αυτός πεθαίνει. Τον θάβει ο ωκεανός και τον σαβανώνει, θαρρείς, ο ουρανός. Κολυμπάει, κολυμπάει ατέλειωτες ώρες. Η νύχτα άρχισε να τον τυλίγει στα μαύρα πέπλα της. Δε βλέπει ανθρώπους, δε βλέπει Θεό […].

Οι δρόμοι χορταριάζουν. Έκσταση! Ονειρεύομαι. Ο Άλεξ πέρασε να πάρει τον καφέ του. Το βράδυ μας περίμενε ο Ηλίας στο αλομπάρ. Και να μην μας περίμενε, εμείς πηγαίναμε.

«Πριν λίγο ξύπνησα» έλεγε. Η ώρα ήταν 01:00 μετά τα μεσάνυχτα. Ρουφούσε τον καφέ από το πλαστικό και μετά αρχίζαμε τα ποτά. Η Κάτια είπε πως είναι ωραία στιγμή για να μεθύσουμε. Είπα πως είναι ωραία στιγμή για να πεθάνουμε. Στην πόρτα της τουαλέτας ήταν κολλημένη μια αφίσα με τη φάτσα του Ginsberg. Έκλαμψη! Όταν περνούσα απ’ το Πεδίον του Άρεως –μετά την καραντίνα– συνάντησα τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο.

Καθισμένος σ’ ένα παγκάκι, μόνος, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, ίδιος ο Καρυωτάκης. Απόρησα πώς δεν αυτοκτόνησε ακόμα∙ τόσοι και τόσοι αυτοκτονούν∙ γιατί όχι κι αυτός;

Μπενάκη και Κωλέττη γωνία. Έμπαινα στο Kik Project∙ ένας μουσάτος από την επαρχία. Το Μαράκι παρουσίαζε τα ποιήματα του Νότη και πίναμε και χορεύαμε και όλα τα κάναμε στον καταραμένο παρατατικό. Ο Μπασιάκος με ρώτησε: «γιατί ήρθες στην Αθήνα;» και τον κοιτούσα σαν τις γελάδες που βλέπουν τα τρένα να περνούν και γύρισα στη Λάρισα να βρω την απάντηση∙ μα οι απαντήσεις δεν φτάνουν έγκαιρα στους νεκρούς. Και δεν έχει σημασία ο προορισμός, ούτε το ταξίδι –όλο το αίμα βγαίνει πριν απ’ τη φυγή, όπως ερωτευόμαστε πριν το άγγιγμα και μετά από τρεις μήνες αγαπιόμαστε και ότι συνέβη πάλι θα συμβεί και τώρα που το σκέφτομαι δεν άκουσα ποτέ τις συμβουλές του Κλεάνθη: «κράτα δυνάμεις… μη τα δίνεις όλα απ’ την αρχή…». Ο Blake με κατέστρεψε –ο δρόμος της υπερβολής δεν καταλήγει στο παλάτι της σοφίας.

Αν δεν είναι πρωταπριλιά, την έχω γαμήσει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Ricco [Erich Wassmer]. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly