frear

Στην Κ. – της Αντιγόνης Κοέν

Η πτήση αναχωρεί στις δέκα ακριβώς. Δέκα η ώρα Αγγλίας, του υπενθυμίζεις. Θα σε πάει με το αυτοκίνητο μέχρι το αεροδρόμιο; Τον ακούς από το υπνοδωμάτιο να πληκτρολογεί στον υπολογιστή.

Εσύ φτιάχνεις τη βαλίτσα σου. Την τακτοποιείς προσεχτικά. Τα μπλουζάκια διπλωμένα και χωμένα στις γωνίες. Στον πάτο τα παπούτσια και τα εσώρουχα. Πιο πάνω τα δυο πανωφόρια-για καλό και για κακό- κι έπειτα τα νεσεσέρ. Στις θήκες οι ζώνες, οι φορτιστές και τα σουτιέν. Πριν την κλείσεις βάζεις μέσα και το βιβλίο. Φοβάσαι ότι την παραφούσκωσες. Τραβάς το φερμουάρ. Κλείνει. Με επιτυχία. Χαμογελάς. Μα πώς αλλιώς; Τα είχες μάθει τα κόλπα. Τόσα χρόνια έφαγες στις επιστροφές και στις αναχωρήσεις. Τόσα χρόνια στις αίθουσες αναμονής. Τόσα χρόνια στις φυσούνες, στους διαδρόμους και στα λεωφορεία. Ελλάδα-Αγγλία. Αλίμονο.

Τι θα φάτε το βράδυ; Ίσως θα πρέπει να πας σούπερ-μάρκετ πριν φύγεις; Τον ρωτάς αν θέλει να πάτε μαζί. Σου απαντάει πως θα πάει εκείνος αύριο όταν θα επιστρέψει από το αεροδρόμιο. Γιατί θα σε πάει με το αυτοκίνητο τελικά. Θα βρει τον χρόνο. Για ‘σένα, λέει.

*

Σε αποχαιρετάει με μια αγκαλιά κι ένα φιλί στο κούτελο. Χρόνια τώρα. Πρώτα η αγκαλιά και μετά το φιλί στο κούτελο. Κοιτιέστε μια φορά στα μάτια κι ύστερα λέτε ταυτόχρονα τα λέμε. Χρόνια τώρα.

Αν αγαπάς τ’ αεροδρόμια είναι γιατί έμαθες να τ’ αγαπάς. Κάτι σαν το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Τα πανάκριβα σάντουιτς και οι χλιαροί καφέδες. Οι εφημερίδες και τα μαξιλαράκια ύπνου. Τα duty free. Οι ευγενικές αεροσυνοδοί. Που πάντα χαμογελάνε. Που πάντα είναι βαμμένες και χτενισμένες στην πένα. Που πάντα είναι προσεγμένες και σου έδιναν έτσι την εντύπωση πως η ζωή πρέπει να είναι πράγματι τόσο απλή. Πως η ζωή μπορεί να μπει πράγματι σε τάξη και να οργανωθεί όσο εύκολα είχες οργανώσει κι εσύ χθες τη βαλίτσα σου. Κάθεσαι σε μια καρέκλα. Φορτίζεις το κινητό και διαπιστώνεις πως θα ήθελες να έχεις κάτι να διαβάσεις τώρα. Να άνοιγες τη βαλίτσα; Να έπιανες τον Κάρβερ; Σαράντα σελίδες είχαν μείνει. Τέσσερις ιστορίες. Το μετανιώνεις. Σε λίγες ώρες θα είσαι στην Ελλάδα. Σε λίγες ώρες θα είσαι σε κάποια παραλία. Σε λίγες ώρες θα είσαι στο σπίτι σου. Κι εδώ τι είναι; Σε είχε ρωτήσει εκείνος ένα απόγευμα από εκείνα τ’ ατέλειωτα ανοιξιάτικα αδιέξοδα βρετανικά απογεύματα. Εκείνη σου είχε πει ότι το σπίτι μας είναι ο τόπος που μας πονάει. Πατρίδα μας, όμως, είναι οι άνθρωποι και όχι οι τόποι, τα χώματα και τα τούβλα. Εκείνη σου είχε πει επίσης ότι της άρεσε πολύ το χρώμα των μαλλιών σου και το χαμόγελό σου. Κι εσύ είχες χαμογελάσει. Εκείνη σου είχε πει πως θα προτιμούσε να μην είχατε γνωριστεί. Κι εσύ είχες απαντήσει ότι δεν καταλαβαίνεις τι εννοεί. Κι ας καταλάβαινες. Εκείνη σου είχε πει πως θα έπρεπε να είχατε φιληθεί. Μόνο μια φορά. Να μην πικραίνεστε όταν σκέφτεστε η μια την άλλη. Είχες πει ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Κι είχες εξαφανιστεί. Κι έπαιζες παιχνίδια με το μυαλό σου. Ποιο βήμα έπρεπε τέλος πάντων να μην είχες κάνει για να μην είχε συμβεί αυτό;

Γιατί με νοιάζεσαι τόσο, σε είχε ρωτήσει. Όλους τους ανθρώπους τους νοιάζομαι, της είχες απαντήσει. Είναι το στυλ μου.

Σου είχε πει για τον Κάρβερ. Οι ιστορίες του τελειώνουν έξω από τις ιστορίες. Σαν να σου έλεγε πως έτσι θα γίνει και με τη δική μας ιστορία. Δεν το είχε πει. Το είχαν ομολογήσει τα μάτια της.

Το αεροδρόμιο μύριζε φρεσκοψημένα bagels κι εσύ αναρωτιέσαι: αν ζούσες πάλι την ίδια ζωή από την αρχή, θα έκανες πάλι τα ίδια ασυγχώρητα λάθη; Κι είσαι σίγουρη πως κατά βάθος η απάντηση είναι ναι.

*

Το εισιτήριό σας, παρακαλώ. Το εισιτήριο και το διαβατήριο. Η αεροσυνοδός σου χαμογελάει, αλλά μάτια της φαίνονται κάπως κουρασμένα και θολά. Της χαμογελάς πίσω κι αναρωτιέσαι τι εντύπωση της έκαναν τα δικά σου μάτια. Θα πρέπει να ζυγίσουμε τη βαλίτσα. Της τη δίνεις στο χέρι. Η βαλίτσα είναι υπέρβαρη, σε κοιτάει. Θα πρέπει να αφαιρέσετε κάτι. Η αεροσυνοδός συνεχίζει να χαμογελάει και σου επιστρέφει τη βαλίτσα. Σαστίζεις. Την ανεβάζεις πάνω σε έναν πάγκο. Κι όμως. Εξωτερικά δεν φαίνεται παραφουσκωμένη. Πιάνεις τα μαλλιά σου έναν στραβό κότσο κι ανοίγεις το φερμουάρ.

Ξαφνικά ξεπετιούνται όλα έξω. Ξεπετιέται η πρώτη φορά που γνωρίστηκες με εκείνον. Ξεπετιέται το πρώτο σας φιλί και το τελευταίο σας τώρα στο αεροδρόμιο. Ξεπετιέται το πρώτο δώρο που σου έκανε. Ο πρώτος σας τσακωμός. Ξεπετιέται το κοινό σας αυτοκίνητο και ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός σας. Ξεπετιέται κι εκείνη η φορά που νόμιζες πως ήσουν έγκυος κι είχατε και οι δυο πανικοβληθεί, γιατί ήσασταν πολύ μικροί για τέτοιες φασαρίες. Και στο κάτω-κάτω δεν ήξερες πραγματικά αν ήθελες να γίνεις μάνα. Ξεπετιέται το άρωμά του. Ξεπετιέται η κακιά συνήθεια που έχει να καπνίζει όταν αγχώνεται. Τα ήξερες όλα αυτά. Τα κουβαλάς χρόνια τώρα Αγγλία-Ελλάδα. Τα πηγαινοφέρνεις πάνω-κάτω χρόνια τώρα και τα κάνεις βόλτα. Δεν σε βάραιναν ποτέ πριν. Δεν είναι αυτά το πρόβλημα. Τα χώνεις πάλι όλα μέσα βιαστικά.

Κοιτάς το βιβλίο. Ο Κάρβερ. Αυτό είναι. Γι’ αυτό βγαίνει υπέρβαρη η βαλίτσα. Το ξέρεις. Έπρεπε να της είχες επιστρέψει το βιβλίο. Το κρατάς στα χέρια σου σαν να ζυγίζει τετρακόσια κιλά.

Υπερβολές, οι αληθινές ζωές δεν είναι μυθιστόρημα. Οι αληθινές ζωές είναι γεμάτες με χαμένες ευκαιρίες, λανθασμένους χρόνους και πώς το είχε πει εκείνη; Α ναι, σωστά, παχύρευστες αιωνιότητες. Από αυτά είναι γεμάτη η ζωή. Έπρεπε να της είχες επιστρέψει το βιβλίο, ρε γαμώτο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Elliott Erwitt. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly