frear

Το σακάκι – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Όταν ήμουνα μικρός και πήγαινα σχολείο είχα ένα σακάκι, ένα μόνο, μ’ αυτό την έβγαζα, οι άνθρωποι δεν έδιναν μεγάλη σημασία σ’ αυτά τότε. Το φορούσα στο σχολείο, στο παιχνίδι, στ’ αλώνια και στα σαλόνια. Στο μεγάλο διάλειμμα έφερναν στο προαύλιο ένα καζάνι γάλα ζεστό. Είχε ο καθένας από μας το κανάτι του και το γέμιζε με γάλα. Εμένα η μάνα μου μου είχε ράψει μια μεγάλη τσέπη, απομέσα στο σακάκι κι εκεί έβαζα το ψωμί και το άδειο κανάτι, με βόλευε πολύ. Έκτοτε μου άρεσαν οι μεγάλες τσέπες.

Πάνε χρόνια τώρα. Μου λέει μια μέρα η γυναίκα μου, πώς γυρνάς έτσι μ’ αυτά τα παλιοσακάκια της δεκαετίας του ογδόντα, δεν πας να πάρεις κανένα καινούργιο; Εγώ είχα βέβαια τις αντιρρήσεις μου, γιατί ήταν γερά και ζεστά ρούχα και κράταγαν ακόμα κι εξάλλου το να λες στον άλλον, αυτό το σακάκι, που βλέπεις, το έχω τριάντα χρόνια, είναι κάτι, δεν είναι; σε ανεβάζει στην εκτίμησή του, δεν είσαι μπασκλασαρία, κάνεις επιλογές που κρατούν αιώνια, έχεις νιονιό.

Aλλά όταν σου λέει κάτι η γυναίκα δεν μπορείς να το περάσεις ντούκου ποτέ, είναι σίγουρο ότι θα επανέλθει και η μικρή βροχή, το σιγανό ψιχάλισμα, γίνεται, αργότερα, καταιγίδα και πολλές φορές συνδυάζεται μ’ αστραπές και βροντές. Ο χείμαρρος γίνεται ποτάμι και σε παίρνει ο διάολος.

Της είπα κι εγώ ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος, θυμάσαι, της λέω, αυτά τα φορούσα όταν σ’ είχα γνωρίσει κι ήμασταν ερωτευμένοι και κάτι τέτοιες γαλιφιές, αλλά αυτά δεν έπιασαν, γιατί κατάλαβε πού το πήγαινα και δεν τσίμπησε. Από το ύφος της κατάλαβα κι εγώ ότι ήταν έτοιμη να το πει, αλλά δεν το είπε, καλύτερα να μη σε γνώριζα και κάτι άλλα πιο ζόρικα. Όπως, εγώ ήμουν αλλιώς μαθημένη, παιδί της αστικής τάξης κι εσύ είσαι από χωριό και δεν ξέρεις από καλαισθησία κι ας μην επεκταθώ, γάμησέ τα, για κάτι μπαστουνόβλαχους, ωραία πράγματα. Μπορώ να γράφω μέχρι το πρωί, αλλά μπορεί και να τα ξέρετε κι εσείς, να έχετε ιδίαν πείραν, γιατί πολλοί –για να μην πω όλοι– των Ελλήνων και των Ελληνίδων έχουν πράγματι υψηλοτάτη καταγωγή, από μεγάλα τζάκια, στα όρια της αριστοκρατίας κι εντεύθεν κι έτσι δεν σας κουράζω με πράγματα που γνωρίζετε. Μια μόνο διευκρίνιση, αυτά δεν λέγονται μόνο από τις γυναίκες, μπορώ να πω ότι λέγονται περισσότερο από άντρες, τα έχω ακούσει με τ’ αυτιά μου κι όχι μόνο μια φορά. Και δεν είναι ανάγκη ν’ ακούσεις λεπτομέρειες, κάτι λίγο να ψιθυριστεί, ξέρεις εγώ, ενώ αυτή, τα φαντάζεσαι τα υπόλοιπα, κλωτσοπατινάδα.

Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, πήρα μια μέρα τα μάτια μου και πήγα για σακάκι σ’ ένα μεγάλο και φιρμάτο κατάστημα της Σταδίου. Αν μη τι άλλο, που θα ‘λεγε κι ένας γνωστός πολιτικός, εγώ ξέρω να ψωνίζω, έχω ταλέντο επιλογής. Διάλεξα αμέσως ένα ωραίο σακάκι, ο πωλητής έλεγε τα καλύτερα λόγια για δαύτο, το εκθείαζε, εγώ δεν τον άκουγα, ποτέ δεν προσέχω τι λένε οι πωλητές, με βοήθησε και το φόρεσα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, ήταν πράγματι ωραίο, λες και το είχαν ράψει για μένα αποκλειστικά, που σπάνια το συναντάς στα ετοιματζίδικα.

Το κοίταζα και το ζαχάρωνα, αυτός δεν έβαζε γλώσσα μέσα, εγώ δεν άκουγα. Κάποια στιγμή έβαλα το χέρι στην απομέσα τσέπη, ήταν ένα τσεπάκι ίσια που χωρούσαν τα τέσσερα δάχτυλά μου από τα πέντε, αυτό δεν μ’ άρεσε.

Δεν το θέλω, λέω στον πωλητή. Εκείνος με κοίταζε εμβρόντητος, που άλλαξα απότομα γνώμη, δεν το περίμενε, δεν θα το πάρω, του λέω, μα γιατί; μου λέει, μ’ ανοιχτό το στόμα. Γιατί θέλω να το σκεφτώ λίγο, του λέω. Με κοίταζε ο άνθρωπος περίεργα και δεν πήρε το βλέμμα του από πάνω μου, μέχρι που βγήκα στο δρόμο και χάθηκα μες στους διαβάτες του μεγάλου δρόμου.

Ένας σαν κι αυτούς κι εγώ με το παλιό μου το σακάκι, που ήταν ακόμα σαν καινούργιο και, το σπουδαιότερο, μ’ ευρύχωρες τσέπες.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Raymond Depardon. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly