frear

Νανούρισμα – της Ρίας Φελεκίδου

Δώδεκα ήταν, μικροί και μεγάλοι. Ο Χάρυ, κρεμασμένος στην κορφή της σκάλας, έβλεπε από ψηλά μέσα από την κάμερα της φωτογραφικής μηχανής του, ένα σγουρό κατάμαυρο λιβάδι να σαλεύει αδιάκοπα. Πάτησε το κουμπί. Άλλη μια αναμνηστική για το άλμπουμ του μικρού. Μικρός θα ήταν, είχε μια σιγουριά. Θα έβλεπε όταν πια θα καταλάβαινε, πόσοι στριφογυρνούσαν για ώρες στο σπιτικό τους, λαχταρώντας τον ερχομό του. Ένα μικρό πλήθος συγγενών και φίλων, περίμεναν τα καλά νέα. Οι καρέκλες δεν έφταναν, φιλέματα δεν υπήρχαν, ο ένας πάνω στον άλλο στο στενόχωρο σαλόνι. Και τι με αυτό; Περίμεναν υπομονετικά, σαν καλές μοίρες, να ακούσουν με τα ίδια τους τα αυτιά το πρώτο του κλάμα. Η μαία ήταν εδώ και ώρες στο δωμάτιο της ετοιμόγεννης.

-Σσσσς, υπέδειξε ξαφνικά με το δάχτυλο στο στόμα ο Τζωρτζ ο πρεσβύτερος. Η κεφαλή της οικογένειας, ο παππούς όλων τους, εκείνος που είχε νιώσει τον βούρδουλα των λευκών στο πετσί του εκατοντάδες φορές. Εκείνος που κουβαλούσε τη φρίκη της φυλής, τη φρίκη της γενιάς τους πάνω του σαν φυλαχτό. Σαν χαλασμένο δόντι κρεμασμένο στον λαιμό, σαν μια πολύτιμη μνήμη που έπρεπε να μείνει άθικτη μες τον καιρό. Μια μνήμη που έπρεπε να μεταφέρεται απείραχτη από γενιά σε γενιά.

Ακόμη και η μικρή Κάρυ σταμάτησε να κελαηδά. Ο λόγος του παππού Τζωρτζ ήταν νόμος. Η σιγή τύλιξε το σπιτικό τους. Αν και η φωτογράφιση είχε ολοκληρωθεί, ο Χάρυ δε σάλεψε. Έτρεμε μήπως η παλιά, ξύλινη σκάλα γκρινιάξει, όσο προσεκτικά και αν κατέβαινε. Ο Τζωρτζ είχε απαιτήσει σιωπή. Το μόνο που έσπαγε την απόλυτη σιωπή ήταν το ρυθμικό χτύπημα του ρολογιού στον τοίχο.

Τίποτα. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε κλάμα μωρού ούτε οι οδηγίες και τα παρηγορητικά λόγια της μαίας ούτε οι φωνές πόνου της ετοιμόγεννης. Εκκωφαντική θαρρείς σιγή τρυπούσε τα αυτιά όλων τους. Μια σιγή ανησυχητική. Σχεδόν απειλητική.

Μετά από μερικά λεπτά ο Χάρυ τόλμησε να επιχειρήσει αργά αργά το κατέβασμα. Η σκάλα, θαρρείς τρομαγμένη από την πλήρη απουσία ήχων, δεν άφησε τον παραμικρό τριγμό να τη σπάσει.

Τα άηχα λεπτά έπεφταν βαριά σα μολύβι στην καρδιά όλων τους. Πόσα χρόνια είχαν περάσει αλήθεια από τη στιγμή που ο παππούς αποφάσισε να εγκαταστήσει τη σιωπή, βασίλισσα ανάμεσά τους;

Μισή ώρα περίπου, υπολόγισε ο Χάρυ με το βλέμμα στον κούκο του ρολογιού.

Ο ήχος της πόρτας που στρίγγλισε ανοίγοντας ορμητικά από το ρωμαλέο χέρι της Αρέθα τους πέταξε όλους προς τα πάνω.

Μέχρι τέρμα, συλλογίστηκε σαν υπνωτισμένος ο Χάρυ, σχεδόν βλέποντάς τους να εκτοξεύονται ένας ένας προς το ταβάνι και να σχηματίζουν θαρρείς έναν προστατευτικό τρούλο πάνω από το κεφάλι της Μέι, που δυο μέρες κοιλοπονούσε, το δικό του και του μικρού Τόμας, που είχε κουραστεί να μοιράζεται τη μαμά του με αυτό το φούσκωμα που εννιά μήνες τώρα, διαρκώς μεγάλωνε, ταλαιπωρώντας την.

-Αγόρι. Είναι αγόρι. Ένα παλικάρι μέχρι εκεί πάνω, έτοιμο να σαρώσει όλους τους πόντους στο NBA.

Χοντρές στάλες ιδρώτα έσταζαν από το μέτωπο της Αρέθα. Έδειχνε εξαντλημένη αλλά ήρεμη.

-Μπορώ να τη δω; ρώτησε ο Χάρυ.

Η καρδιά του βροντοχτυπούσε ακόμη αλλά το ύπουλο πρόσωπο της αγωνίας, που τον δάγκωνε σα φίδι βαθιά είχε εξαφανιστεί.

-Δεν ακούς τι σου λέω τρελοκαλλιτέχνη; Γιο. Πάλι γιο έκανες.

Όμως το μυαλό του Χάρυ ήταν σε εκείνη. Μετά από πενήντα ώρες και βάλε αναμονή, η σκέψη του πάλευε κιόλας να βρει μια θεσούλα στο μουσκεμένο μαξιλάρι της Μέι, δίπλα στο αγαπημένο κεφάλι της. Είχε ώρες να τη δει, έστω και από μακριά. Η Αρέθα τους είχε αποκλείσει όλους, γιατί πίστευε πως η αγωνία στο βλέμμα τους, η χροιά της στη φωνή τους, θα φόρτιζε συναισθηματικά τη γυναίκα, που έπρεπε να είναι συγκεντρωμένη και αυτοκυριαρχημένη τις κρίσιμες ώρες του δύσκολου τοκετού. Δεν ήταν πρωτάρα η Αρέθα αλλά έβλεπε από τη μια τη λεπτόκορμη και στενή Μέι, από την άλλη τη φουσκωμένη κοιλιά, ψηλαφούσε κάθε τόσο αλλά η αναστροφή αργούσε και το ήξερε, ήταν βέβαιη. Δε θα ήταν μια εύκολη υπόθεση. Αυτή η γέννα έκρυβε φανερούς και κρυφούς κινδύνους και για να πάνε όλα κατ’ ευχήν έπρεπε και οι δυο, η ετοιμόγεννη και η μαία, να είναι ήρεμες, συγκεντρωμένες η καθεμιά στη δουλειά της και απερίσπαστες.

Ο Χάρυ δε συμφωνούσε για την απομάκρυνσή του αλλά δεν μπορούσε να φέρει και αντιρρήσεις. Και να έφερνε, ποιος θα έδινε την παραμικρή σημασία την ιερή ώρα του τοκετού στο παραμιλητό ενός δύστυχου μέλλοντα μπαμπά; Ήταν ένας κομπάρσος τις δύσκολες εκείνες ώρες. Ένας κομπάρσος που όφειλε να είναι υπάκουος στις οδηγίες του μαέστρου. Εκείνος ας περιόριζε τις πρωτοβουλίες στην κιθάρα και στη φωτογραφική μηχανή του.

-Άντε ερωτοχτυπημένε, πήγαινε. Μια χαρά είναι κι οι δυο τους. Αγκαλιάζονται.

Μπήκε μέσα πατώντας στις μύτες των ποδιών του. Η γυναίκα του και το μωρό τους ανάσαιναν ρυθμικά, θαρρείς συγχρονισμένοι.

Πότε πρόλαβε να τους πάρει ο ύπνος; αναρωτήθηκε ο Χάρυ. Πήρε προσεκτικά μία καρέκλα και κάθισε δίπλα τους. Παρά την παράδοσή της στον ύπνο, η Μέι κρατούσε σφιχτά τον ακριβό τους νεοφερμένο, το νέο μέλος της οικογένειάς τους.

Τι μωρό, σκέφτηκε με περηφάνια ο Χάρυ. Αναρωτιόταν πώς ο παίδαρος που φώλιαζε στην αγκαλιά της Μέι πριν από λίγα μόνο λεπτά βρισκόταν κουλουριασμένος στην κοιλιά της.

Πώς χωρούσε;

Η Μέι του ήταν λεπτή σαν κλαράκι και μικροκαμωμένη. Ώρες ώρες ένιωθε πως θα τη βόλευε στη χούφτα του. Ούτε κι ο Χάρυ ήταν κανένας γίγαντας. Κι ο Τόμας τους γεννήθηκε μικρούλης και είχε μια κανονική ανάπτυξη.

Τον κάναμε τον μπασκετμπολίστα, σκέφτηκε και γέλασε με ικανοποίηση. Το λάτρευε το μπάσκετ από μικρός.

Γέλασε με ήχο και το γέλιο του έφτασε στα αυτιά της κοιμισμένης γυναίκας σα γλυκό εγερτήριο. Άνοιξε αργά τα μάτια της. Έσφιξε ακόμη πιο δυνατά τον γιο της και κοίταξε τον Χάρυ μες τα μάτια ευτυχισμένη.

-Τον είδες τον παίδαρό μας; ρώτησε αδύναμα.

Της έγνεψε με λατρεία.

-Σε ξύπνησα.

-Καλά έκανες. Ας περάσουν λοιπόν όλοι να μας δουν για λίγο. Πηγαινοέρχονται εδώ μέσα αγωνιώντας μαζί μας δυο μέρες.

Ο Χάρυ σηκώθηκε για να δώσει το σύνθημα. Ένας ένας, μία μία και από μακριά θα έδιναν το καλωσόρισμα και τις ευχές τους στη νέα μητέρα και στο μωρό.

-Από την πόρτα, απαίτησε με αυστηρή φωνή η Αρέθα. Κανένας δεν μπαίνει μέσα.

Ένα χαμόγελο, λίγα ζεστά λόγια, ευχές, μια προσευχή με χείλη μισόκλειστα, άφηνε ο καθένας ό, τι πιο τρυφερό είχε στη μαμά και στο μωρό.

Μετά από λίγη ώρα είχαν μείνει πια μόνοι. Οι τέσσερίς τους, η στενή οικογένεια. Η Αρέθα είχε πάει να ξεκουραστεί. Υποσχέθηκε να ξαναέρθει την επόμενη ημέρα το πρωί. Η Μέι δεν ήταν πρωτάρα, μπορεί όμως και πάλι να χρειαζόταν μια βοήθεια για να πάρει μπρος με τον θηλασμό.

Ο Τόμας είχε περιεργαστεί για αρκετή ώρα το πρώην φούσκωμα της μαμάς του, που τελικά ήταν ένα άσχημο και φωνακλάδικο μωρό. Δεν πίστευε στα μάτια του. Για μήνες του το έλεγαν η μαμά και ο μπαμπάς όμως ούτε μια στιγμή δεν τους είχε πιστέψει. Και λοιπόν, αλήθεια έλεγαν. Κοίτα κάτι πράγματα! Το φούσκωμα ήταν μωρό!

Τώρα κοιμόταν στο κρεβατάκι του κι ονειρευόταν πιθανόν σκληρές μονομαχίες με τον καινούριο κάτοικο του σπιτιού τους. Μπορεί να μεγάλωνε γρήγορα και να του άρεσαν τα ίδια παιχνίδια, σκέφτηκε μια στιγμή ανάμεσα απ’ τα ανήσυχα όνειρά του και χαμογέλασε.

Κανένας από τους υπόλοιπους όμως δεν κοιμόταν. Το μωρό ήταν ανήσυχο και η Μέι δεν μπορούσε να το ηρεμήσει. Το πήρε κι εκείνος αγκαλιά αλλά τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Έτσι ο Χάρυ ξάπλωνε στα πόδια του κρεβατιού της Μέι. Έτσι κι αλλιώς η βαθιά αγαλλίαση που ένιωθε ήταν προτιμότερη και απ’ τον πιο γλυκό ύπνο.

Και τότε, μέσα στη βαθιά νύχτα, η Μέι άρχισε να κουνάει μαλακά το μωρό της και μαζί άρχισε να του τραγουδάει χαμηλόφωνα ένα παλιό νανούρισμα που της τραγουδούσε η μαμά της κι εκείνη η δική της μαμά και τη μαμά της η μαμά της. Ένα νανούρισμα που ήρθε μέχρι τα χρόνια τους απείραχτο, όπως και οι παλιές ιστορίες της σκλαβιάς.

Η φωνή της, βαθιά και μαλακή, έφτανε μέχρι τον αφαλό του μωρού της και το ξανάδενε με τη μητρική φωλιά.

Το μωρό σιγά σιγά ησύχασε μες την αγκαλιά της. Ο Χάρυ έκλεισε τα μάτια του, υπνωτισμένος σα μωρό κι εκείνος από το μαγικό νανούρισμα.

Μια γλυκιά ησυχία είχε απλωθεί στο δωμάτιο. Όχι όμως για πολύ.

Σιγά σιγά, μέσα από το πέπλο του ύπνου του η φωνή της γυναίκας του άρχισε να φτάνει στα αυτιά του παραμορφωμένη. Αργά αλλά σταθερά, μεταμορφωνόταν σε έναν εφιαλτικό συριγμό, έναν θρήνο θαρρείς, μια εφιαλτική έκκληση για βοήθεια, μια απελπισμένη κραυγή.

Πετάχτηκε αλαφιασμένος. Η Μέι στεκόταν με δυσκολία όρθια στη μέση του δωματίου. Το μωρό, παρά την αλλαγή στη φωνή της κοιμόταν ήσυχα μέσα στην κούνια του. Κι εκείνη το πλησίαζε αθόρυβα, με τα χέρια απλωμένα, έτοιμη να σφίξει το λαιμό του οριστικά, σε έναν αμετάκλητο εναγκαλισμό θανάτου.

-Τι κάνεις; Μέι αγάπη μου, τι κάνεις;

Ο Χάρυ τινάχτηκε σαν ελατήριο και πήδηξε προς το μέρος της. Τώρα έσφιγγε τα χέρια της στη μέγγενη των δικών του και την κοιτούσε τρομαγμένος μες τα μάτια.

-Τι έπαθες; Τι σου συμβαίνει; Τι πήγες να κάνεις; Μέι με ακούς; Μίλα μου σε παρακαλώ!

Την τράνταζε δυνατά χωρίς να της ελευθερώνει τα χέρια. Την κοιτούσε με φρίκη μες τα μάτια. Εκείνη όμως δεν απαντούσε. Δεν τον κοιτούσε καν, καθώς τα μάτια της φαινόταν καθηλωμένα σε μια μακρινή εικόνα, που της είχε πάρει τη μιλιά. Και απ’ όσο μπορούσε να δει ο Χάρυ και τη λογική της.

-Τι συμβαίνει; Αγάπη μου, Μέι μου, τι σου συμβαίνει, πες μου.

Πέρασε ώρα έτσι. Και ξαφνικά τα μάτια της Μέι άρχισαν πάλι να τον κοιτάζουν. Έμοιαζε πως απ’ όπου κι αν ήταν, σιγά σιγά επέστρεφε στο παρόν και στην αγκαλιά του. Μόνο τώρα της ελευθέρωσε τα χέρια.

Τον κοιτούσε συνέχεια και όπως τον κοιτούσε τα μάτια της άρχισαν να υγραίνονται, μικρές λίμνες άρχισαν να αυλακώνουν τα μάγουλά της κι έπειτα το κλάμα της έπαψε να είναι σιωπηλό και ξέσπασε σε λυγμούς που του σπάραζαν την καρδιά.

-Δεν πειράζει αγάπη μου, δεν πειράζει. Αυτό ήταν, πάει πέρασε. Οι ορμόνες, η κούραση, ποιος ξέρει; Πάει τώρα ε; Είμαστε καλά. Μια χαρά είμαστε.

Εκείνη όμως συνέχιζε να κλαίει, ολοένα και πιο δυνατά.

-Δεν το βλέπεις Χάρυ, δεν μπορείς να το δεις. Εγώ όμως μπορώ. Εγώ το είδα, καταλαβαίνεις; Και δεν το αντέχω. Δεν μπορώ να το αντέξω. Τώρα που ξέρω δεν μπορώ να το αφήσω να συμβεί.

Ο Χάρυ την κοίταζε σαστισμένος. Τι ήταν αυτό που την τρέλαινε; Τι είχε μάθει και από πού; Φοβόταν πως η γυναίκα του τρελαινόταν, κάτι πάλι όμως μέσα του του έλεγε πως δεν ήταν η τρέλα που θόλωνε τα μάτια της. Ήταν ο τρόμος.

Η Μέι σιγά σιγά ηρέμησε. Λες και έκλαψε, έκλαψε και τα μάτια της στέρεψαν.

Τα μάτια της ήταν πια στεγνά αλλά πλέον έμοιαζαν σταθερά μοιρασμένα ανάμεσα στις στιγμές που ζούσαν και σε κάποιες άλλες, μελλοντικές, που είχαν κλέψει οριστικά την ξεγνοιασιά και την αθωότητά της.

-Χάρυ ο γιος μας θα δολοφονηθεί εν ψυχρώ όταν θα γίνει 46 χρονών.

Ο Χάρυ ήταν βέβαιος πια πως η γυναίκα του είχε σαλέψει.

-Από λευκά γουρούνια, ανθρώπους γουρούνια εννοώ. Και θα φοράν στολή. Και θα τους ικετεύει να μην τον σκοτώσουν. Και θα ζητάει να τον ελευθερώσουν. Θα ζητάει αέρα, με ακούς; Και εκείνοι θα’ χουν κλειστά τα αυτιά στην αγωνία του. Και ένα βρωμερό γόνατο θα του κόβει την ανάσα. Θα του την κόψει μια για πάντα, με ακούς; Μια για πάντα, για το τίποτα. Ο γιος μας θα έχει τον πιο απάνθρωπο, τον πιο ντροπιαστικό θάνατο.

-Μέι, σύνελθε σε παρακαλώ. Είσαι σε σύγχυση. Μιλάς παράλογα. Τίποτα τέτοιο δε θα συμβεί, να το ξέρεις. Εξάλλου πώς μπορείς να προβλέψεις το μέλλον; Κανείς δεν μπορεί.

-Μια φορά κάθε πενήντα χρόνια.

-Μια φορά κάθε πενήντα χρόνια τι;

-Μια φορά κάθε πενήντα χρόνια το νανούρισμα αυτό είναι προφητικό, φανερώνει στη λεχώνα που το πρωτοτραγουδάει εικόνες από το μέλλον του παιδιού της. Είναι ένας παλιός θρύλος αυτός, το’ λεγε η γιαγιά μου, δεν την πίστευα, δεν την πίστεψα ποτέ, μα τώρα κοίτα, σαν να άνοιξε μια πόρτα, έπεσε το φως ενός προβολέα και τα είδα όλα. Με ακούς Χάρυ; Όλα εκείνα που δεν πρέπει να γίνουν. Όλα εκείνα που είναι να γίνουν και δεν πρέπει να τα αφήσουμε.

Τα μάτια της είχαν αρχίσει να γυαλίζουν και πάλι. Γύρισε το βλέμμα της στην κούνια του μωρού.

Ο Χάρυ όμως είχε μπει μπροστά της. Το κορμί του έμοιαζε με τεντωμένο τόξο και τα μάτια του πετούσαν φωτιές.

-Δεν πρόκειται να σε αφήσω Μέι. Δεν ξέρω τι τρέλες μου τσαμπουνάς. Ο γιος μου ήρθε για να ζήσει και θα ζήσει. Δε θα του στερήσουμε τη ζωή εμείς που του τη δώσαμε. Αν είναι να του κάνεις κακό, να σκέφτεσαι πως θα τον ακολουθήσω αμέσως μετά. Θα είναι διπλό το φονικό που θα κάνεις Μέι.

-Ένας θάνατος εξευτελιστικός. Για εκείνον και για τη φυλή μας. Για όλους εμάς. Για τους ανθρώπους, μουρμούρισε εκείνη.

-Φαντασιώσεις, ανόητοι θρύλοι που σε τρελαίνουν. Τίποτα από αυτά δε θα γίνει. Ποτέ.

Τώρα η Μέι τον κοίταζε παραιτημένη.

Της χαμογέλασε σχεδόν αδιόρατα.

-Αλλά και ό, τι είναι να γίνει Μέι θα γίνει. Δεν είμαστε θεοί. Δυο απλοί άνθρωποι είμαστε, από μια γενιά αιώνες κατατρεγμένη. Ο γιος μου θα ζήσει 46 χρόνια στο μικρό του σύμπαν. Όμορφος και ψηλός σαν μαύρος θεός. Κι όταν θα’ ρθει η ώρα η κακιά, αν έρθει, ας γίνει ο πρώτος φθόγγος μιας δυνατής κραυγής. Ας είναι ένα κομμάτι στην αλυσίδα εκείνη της αδικίας που θα πνίξει τους αδικούντες. Ας γίνει η πηγή της αγανάκτησης. Ας είναι ο φόνος του ίαση για τους πολλούς ή φτερά ελευθερίας. Ας είναι το τέλος του φόβου και της ανοχής.

Τώρα ο Χάρυ έμοιαζε να έχει μεγαλώσει. Είχε γεμίσει το δωμάτιο με το κορμί και τη φωνή του. Τον έβλεπε μπροστά της σαν αληθινό προφήτη, να παραδέχεται όλα τα ενδεχόμενα, όχι παθητικά, μα αποφασισμένα. Τον έβλεπε σαν αληθινό προφήτη, με τη ρομφαία του να καίει τις δειλίες της, να τσαλαπατά το παραλήρημά της.

Η Μέι χαμήλωσε το κεφάλι.

Ο γιος της θα ζούσε 46 χρόνια στο μικρό του σύμπαν σαν όμορφος, ψηλός, μαύρος θεός. Και όταν θα ερχόταν η ώρα η κακιά, και ένα βρωμερό γόνατο με στολή του έκοβε τον αέρα, τότε θα γινόταν ο πρώτος φθόγγος μιας δυνατής κραυγής.
Θα ήταν ένα κομμάτι της αλυσίδας που θα έπνιγε όσους αδικούσαν.

Θα μεταμορφωνόταν σε πηγή της αγανάκτησης.

Θα’ ταν η ίαση για εκείνους που φοβούνταν να μιλήσουν ή να αντιδράσουν.

Τα γεμάτα φτερά της ελευθερίας τους.

Ο γιος τους θα σήμαινε το τέλος στον φόβο και στην ανοχή.

Η Μέι αναστέναξε.

«Ας γίνει ό, τι είναι να γίνει» μουρμούρισε.

Μέσα από την κούνια, ανήξερος για όλα, ο Τζωρτζ σχεδόν χαμογελούσε.

“George Floyd, 46, died on Monday (25th of May 2020) in Minnesota, the city he moved to for a better life. His last moments caught on video. While being arrested, Floyd was held down by a Minneapolis police officer’s knee. The video shows Floyd pleading that he is in pain and can’t breathe. Then, his eyes shut and the pleas stop. He was pronounced dead shortly after.”

https://edition.cnn.com/2020/05/27/us/george-floyd-trnd/index.html

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly