frear

Ο πατέρας – του Ευθύμιου Λέντζα

Καθόμουν στην άκρη του μπαρ με την πλάτη στον τοίχο. Γέμιζα το στόμα με Ιρλανδικό ουίσκι και τα αυτιά με μουσική από τον Μισισιπή. Το μπλουζ κυλούσε αργά μέσα στη νύχτα. Έξω έπεφταν χιλιάδες γαλόνια βροχής∙ κανείς δεν έφευγε.

Χειροποίητα φωτιστικά φτιαγμένα από θαλασσόξυλα, έπιπλα μεταχειρισμένα, τρύπια πανιά κεντημένα με μεράκι –λάμπες κόκκινες και κίτρινες, λίγο χλωμές, μα όχι άρρωστες– έδιναν χρώμα στο σκοτάδι. Η τζαμαρία γυμνή από κουρτίνες. Στις γωνιές, στο ταβάνι, αράχνες έπλεκαν τα λημέρια τους.

Στον τοίχο αριστερά, ένας μεγάλος καθρέφτης, αντανακλούσε τις θολές μας ματιές –αυτό το γυάλινο ακίνητο νερό, σκέπαζε όλη τη σιωπή.

Πέντε έξι πιστοί προσκυνούσαμε τα ποτήρια μας: Ο Γιώργος επέλεγε τη μουσική∙ με ένα μικρό φακό έψαχνε τους τίτλους στα σκοτάδια: «μαύρη μουσική για άσπρους ανθρώπους!» έλεγε. Η Κλαίρη, χόρευε μόνη της στη γωνία του μπαρ –ήταν δεν ήταν είκοσι τριών χρονών, φοιτήτρια από την Καστοριά, ορφανή από πατέρα– της άρεσε να κουνάει τα χέρια όταν χόρευε. Ήταν ωραία κοπέλα. Τα άνοιγε σαν φτερά στον αέρα. Την έβλεπες να πετάει. Κανείς μας δεν ενοχλούσε το φτερούγισμα της Κλαίρης.

Η Σάντυ έκλεινε συνεχώς τη χαλασμένη εξώπορτα. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα –μαύρο κορακιού, το δέρμα της λευκό∙ πολλές φορές τη σκέφτηκα νεκρή. Πόσο όμορφη θα ήτανε! Είχε υπέροχα πόδια χορεύτριας. Κάθε φορά που πιάναμε την κουβέντα με κοιτούσε στα μάτια. Αυτό το κοίταγμα που μπαίνει μέσα σου σαν θάλασσα∙ κομμάτια από αλατισμένα μάτια. Της αφιέρωνα στίχους του Paveze: «Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου…». Ήταν σιωπηλή κοπέλα.

Ο Μίλτος με τον Άκη, μιλούσανε για μουσική∙ νοσταλγούσανε τον Χατζιδάκι. Ζητήσανε ν’ ακούσουν τον Κεμάλ. Ο Γιώργος το έβαλε σε μια ροκ διασκευή από τους Raining Pleasure.

Αναρωτιόμουν, τι διάολο γύρευε ένας καπετάνιος στη Λάρισα;

Είχε πολλές ιστορίες να μας πει ο Μίλτος και πολλά τραγούδια να μας τραγουδήσει. Λες κι όλοι ζητούσαμε ένα στόμα για τις φωνές μας.
«Άκη, βάλε ένα jack στον καπετάνιο μας», είπα.

ο ο ο

Κρυμμένος στο αδιάβροχό του, μπήκε στο μαγαζί∙ έσταζε ολόκληρος. Ο Γιώργος χαμήλωσε κι άλλο τα φώτα. Κρέμασε το αδιάβροχο και κάθισε στο διπλανό σκαμπό. Μια αστραπή έπεσε σαν φλας φωτογραφικής μηχανής στο πρόσωπό του. Παρήγγειλε κονιάκ. Κάπνιζε το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το σύστημα εξαερισμού για άλλη μια φορά ήταν χαλασμένο∙ ο καπνός περνούσε σαν ομίχλη πάνω απ’ τα κεφάλια μας –αργή ομίχλη σε νεκροταφείο.

Έστελνα μηνύματα σε παλιές φιλενάδες –καμιά δεν απαντούσε. Χάζευα φωτογραφίες στο κινητό. Εκδρομές με φίλους. Το σώμα μιας γυναίκας στην αγκαλιά μου∙ ένα περίστροφο βραδυφλεγές. Τις έσβησα όλες μια-μια, έτσι αργά να νιώθω τον πόνο μέσα μου, ένα πόνο από γυαλί.

«Δεν μπορείς να κάνεις παιδιά». Το αποτέλεσμα των εξετάσεων. Λοιπόν δε θα γίνω πατέρας. «Στέφανε, λυπάμαι… Δεν μπορείς να κάνεις παιδιά». Ξανά και ξανά: ο γιατρός, οι εξετάσεις, η Μαίρη. Ξανά: «Δεν θα κάνεις παιδιά… Δεν θα κάνεις παιδιά… Δεν θα κάνεις παιδιά…». Ε, λοιπόν, δεν θα γίνω πατέρας.

Στο δεύτερο κονιάκ με κοίταξε:

– Με λένε Νίκο, είπε.

Στα αρχίδια μου ήθελα να του πω. Αντί να μου τύχει καμιά μουνάρα, μου έτυχε ο αξύριστος. Κούνησα το κεφάλι και είπα ένα ξερό χάρηκα χωρίς να πω το όνομά μου. Στα μπαρ δεν έχουμε ονόματα και ταυτότητα, μας χαρακτηρίζει μόνο μια ιδιότητα: πότες. Ανακάτευε τις στάχτες στο τασάκι. Έβγαλε έναν πνιχτό λυγμό και τα μάτια μούσκεψαν. Η Σάντυ σηκώθηκε να κλείσει την πόρτα. Ο Γιώργος μου αφιέρωσε το επόμενο τραγούδι: the end – doors.

– Λέγε, του είπα.

– Σαν σήμερα, πριν από δυο χρόνια έχασα τη γυναίκα μου, είπε κι έχωσε ένα καρέλια στο στόμα του. Έκανα νόημα στον Γιώργο να μας βάλει μια γύρα ποτά. Τα γέμισε επί τόπου στα ίδια ποτήρια.

Αρρώστια;

– Μαράζι, φίλε. Δεν άντεξε να βλέπει τον γιο μας να λιώνει απ’ την πρέζα. Έσβησε για χάρη του πριν απ’ αυτόν.

Κατέβασα μια βαρβάτη γουλιά οινόπνευμα.

– Ζει ο γιός σου;

– Ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν, σέρνεται στο πάτωμα.

Το «Τhe end» χτυπούσε στο κεφάλι μου. Όταν έλεγα ψέματα στη Μαίρη: «Δε σε θέλω πια∙ αγαπώ άλλη». Ξέρω πως δε με πίστευε. Η αλήθεια με σκότωνε. Να την κάνω να με μισήσει. Να βρει κάποιον, να κάνει παιδιά. Τα δικά της παιδιά. «Σε βαρέθηκα», έλεγα κι έσπαγε το σπέρμα μέσα μου. Πνιγόμουν από το ίδιο μου το αίμα. Έχυνα τα νεκρά μου κύτταρα στη λεκάνη. Ήθελε τόσο πολύ να κάνει παιδιά –τα δικά της παιδιά. Τα δικά μου παιδιά ήταν από χρόνια νεκρά.

– Κουράγιο, είπα, με φωνή ξεραμένη.

– Θέλω να τον απαλλάξω απ’ το μαρτύριο, είπε, θα τον σκοτώσω.

Ο μπάσταρδος με τρόμαξε. Τα λόγια του ήταν ήρεμα. Ήξερε τι έλεγε.

– Πως θα μπορέσεις να σκοτώσεις το παιδί σου;

– Σαν πατέρας, έχω χρέος να το κάνω. Θα μπορέσω.

«Θα τα πούμε σε έξι μήνες», είπε ο καπετάνιος.

«Αύριο, Στέφανε», είπε η Σάντυ, «είμαι κουρασμένη».

«Καληνύχτα παιδιά», είπα.

Ο Γιώργος χαμήλωσε τη μουσική και άναψε τα φώτα. Η βροχή σταμάτησε ξαφνικά σαν κάποιος να έκλεισε τη βρύση.

Δυο μέρες μετά διάβασα στην «Ελευθερία» τα νέα: «ΠΑΤΡΟΚΤΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ». Το ίδιο βράδυ καθόμουν στην άκρη του μπαρ με την πλάτη στον τοίχο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από τη γαλλογερμανική σειρά Hopper Stories. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly