frear

Πουτάνα… ζωή – της Ελένης Καραγιάννη

Βαρύ φορτίο μου έλαχε εκείνες τις μέρες του Αυγούστου. Συνόδευα καθημερινά το θείο μου για τις θεραπείες του στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν μόνο η φύση της αποστολής μου αλλά και οι περιορισμένες μου ικανότητες στην οδήγηση που με παρέλυαν από άγχος και φόβο. Θυμάμαι μία μέρα είχα παρκάρει τόσο «άτσαλα» μπροστά στην είσοδο του νοσοκομείου που εμπόδιζα σχεδόν τους πάντες. Τότε ήταν που γνώρισα τον κύριο Γιώργο.

Συνταξιούχος νταλικέρης από κάποιο χωριό της Θεσσαλονίκης συνόδευε στο νοσοκομείο τη γυναίκα του. Με πλησίασε. Μεγαλόσωμος, με το εφαρμοστό κοντομάνικο μπλουζάκι μέσα από το σορτσάκι και τα πέδιλα με την βαμβακερή μέχρι τη μέση της γάμπας κάλτσα θύμιζε «Γερμανό τουρίστα» μίας άλλης δεκαετίας. Μου ζήτησε ευγενικά τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. Από κείνη την ημέρα έγινε ο προσωπικός μου παρκαδόρος.

Ο κύριος Γιώργος ήταν ένας άνθρωπος «έξω καρδιά»! Άνθρωπος απλός, λαϊκός, χαρούμενος, χαμογελαστός, αισιόδοξος, με εφυία, χιούμορ και ματιά σπινθηροβόλα! Τον λάτρεψα από την πρώτη στιγμή. Και εκείνος όμως με συμπαθούσε πολύ. Μόλις τακτοποιούσαμε τους δικούς μας ανθρώπους και ακούγαμε την αυστηρή φωνή της προϊσταμένης: «Παρακαλούνται οι συνοδοί των ασθενών να περάσουν έξω», μου πρότεινε το μπράτσο του.

«Κυρία μου, θα με συνοδέψετε για έναν καφέ και ένα τσιγάρο;»

Πιασμένοι αγκαζέ βγαίναμε στο προαύλιο. Εκεί στήναμε κουβέντα μέχρι αργά το μεσημέρι. Ο κύριος Γιώργος μετρούσε χιλιόμετρα από εθνικούς και διεθνείς δρόμους, χιλιόμετρα από ιστορίες και εμπειρίες ζωής. Κάθε μέρα έμπαινα νοερά μέσα στην νταλίκα του και ταξιδεύαμε μαζί, παντού, σε όλο τον κόσμο. Τα γέλια και οι φωνές μας μαγνήτιζαν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, ασθενείς και συνοδούς. Όλοι σκάλωναν στην παρέα μας. Όλοι προσπαθούσαν να στριμωχτούν δίπλα μας, να βρουν μία θέση μέσα στην «νταλίκα» μας. Και αυτή χίλιους καλούς χωρούσε!

Εννέα μήνες μετά, την ημέρα της ονομαστικής μου γιορτής, τον συνάντησα τυχαία στο ίδιο νοσοκομείο. Τον συνόδευε ο γιος του. Με συνόδευε ο άντρας μου. Βγάλαμε τις μάσκες από το πρόσωπο, στείλαμε στο διάολο τον κορωνοϊό και πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Φανερά αδυνατισμένος με πρόσωπο σκαμμένο από ρυτίδες κούρασης και ταλαιπωρίας μού είπε για την καρδιά του. Του είπα και εγώ τα δικά μου. Στεναχωρήθηκε. Με κοιτούσε σοβαρός, συνοφρυωμένος, σχεδόν θυμωμένος:

«Πουτάνα ζωή, γιατί μας το έκανες αυτό;»

«Τι μας έκανε;» τον ρώτησα απορημένη.

«Μας έκανε από συνοδούς ασθενείς. Αυτό μας έκανε, Λενιώ μου! Λίγο είναι αυτό;».

Γέλασα και σκέφτηκα πως τους πιο «ωραίους» ανθρώπους τελικά τους έχω γνωρίσει σε αίθουσες αναμονής και προαύλια νοσοκομείων.

Άφηνα τη Θεσσαλονίκη έχοντας στο πουκάμισό μου τη μυρουδιά του. Η ίδια κολόνια που φορούσε και τότε, δώρο της εγγονής του, εκείνες τις καυτές μέρες του Αυγούστου που έμελλε να είναι από τις πιο ανέμελες της ζωής μας, της δικής του και της δικής μου. Πέταξα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου τον ιατρικό μου φάκελο και αναζήτησα το κινητό μου. Πέρασα στις επαφές το τηλέφωνο του κυρίου Γιώργου και διάβασα προσεκτικά μία-μία τις ευχές που έστειλαν φίλοι και γνωστοί για την γιορτή μου. Μεγάλη η ανάγκη μου να γαντζωθώ σε εκείνο το: «Χρόνια πολλά» που διάβαζα και ξαναδιάβαζα ευλαβικά!

Έφτανα σπίτι. Από μακριά διέκρινα τα φώτα της πόλης. Ο ήλιος λίγο πριν τη δύση του έβαφε με χρυσοκόκκινη μπογιά τον κάμπο με τις ροδακινιές. Μαγεία! Άδειασα το μυαλό μου από μαύρες σκέψεις και άφησα το βλέμμα μου να χαθεί μέσα στην ομορφιά των χρωμάτων!

«Πουτάνα ζωή (που θα έλεγε και ο κύριος Γιώργος)… πόσο ωραία είσαι!», συλλογίστηκα.

21 Μαΐου 2020

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Gaston Paris. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly