frear

Κηδεία στα χρόνια της επιδημίας – του Ευριπίδη Ευριπίδου

Αν μπορούσε να διαλέξει –ή μήπως μπορούσε και διάλεξε;– αυτή η μέρα θα ήταν η επιλογή του. 25η Μαρτίου, μεγάλη διπλή, εθνική και θρησκευτική γιορτή. Πέθανε ξημερώματα. Ούτε δύο μήνες πριν κλείσει τα ενενήντα επτά. Φαίνεται ότι ο Θεός του έκανε τη χάρη. Ίσως γιατί τα τελευταία είκοσι χρόνια, πριν την αδυναμία του να βαδίσει για περισσότερο από λίγα μέτρα και την απαγόρευση εξόδου από τον μόνιμο ουροκαθετήρα, καθετήρα που αναγκάστηκε να ανεχθεί την τελευταία τριετία, μετά την τοποθέτηση βηματοδότη και αφού όλοι ήταν βέβαιοι ότι δε θα έβγαινε από το νοσοκομείο, ήταν τακτικός στις κυριακάτικες και όχι μόνο, λειτουργίες. Το ίδιο απόγευμα έγινε η κηδεία του. Στα πλαίσια που επέτρεπαν οι κυβερνητικές αποφάσεις για τις κηδείες λόγω της επιδημίας. Χωρίς μετακινήσεις, χωρίς συναθροίσεις. Αλλά, ο καιρός –ή ο διάβολος– τα χάλασε. Τρεις μέρες έβρεχε συνέχεια. Ομίχλη πυκνή. Ορατότητα μέχρι λίγα μέτρα. Κρύο τσουχτερό. Τέσσερις βαθμούς. Η μεγάλη εκκλησία του χωριού άδεια. Ο παπάς τήρησε τις οδηγίες. Μπροστά στην κεντρική πύλη το φέρετρο ανοικτό. Ο θάνατος αφαίρεσε χρόνια στον νεκρό. Ντυμένος με το καλό του κουστούμι. Καφέ σκούρο με ρίγα καφέ ανοικτό. Με γραβάτα ασορτί με το κοστούμι. Δίπλα του ένα καπέλο, το καβουράκι του. Λάτρευε τα καπέλα. Και το κομπολόι του. Εντός της εκκλησίας μόνο οι τρεις κόρες, οι δύο γαμπροί, ο παπάς και ο ψάλτης. Ούτε τα εγγόνια του δε μπόρεσαν να ταξιδέψουν. Έξω, στην είσοδο, ο κουνιάδος του και ο ανιψιός του. Μπήκαν για ένα λεπτό και βγήκαν. Ο ανιψιός, τρύπωσε λίγο αργότερα και στάθηκε στο βάθος. Άγνωστο αν τον είδε ο παπάς. Μαζί τους και ο υπεύθυνος του γραφείου κηδειών, με τους εργάτες που άνοιξαν τον τάφο και θα μετέφεραν εκεί τον νεκρό στην τελευταία του διαδρομή. Οι κόρες στα μαύρα, κλαίνε πνιχτά. Η λειτουργία τελειώνει, ένα τελευταίο άγγιγμα αποχαιρετισμού στον νεκρό, μιας και οι ασπασμοί απαγορεύονται. Βγαίνουν από την εκκλησία. Η βροχή έχει μειωθεί αρκετά. Το νεκροταφείο βρίσκεται ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό. Ανηφοριά. Ο παπάς ζητά να πάνε με τα πόδια. Μπροστά η νεκροφόρα και πίσω βαδίζοντας αργά οι συγγενείς, με τις ομπρέλες ανοικτές. Τοπίο στην Ομίχλη. Μια ανιψιά περιμένει έξω από την πόρτα της για να χαιρετίσει τον θείο της. Η πομπή φτάνει στο νεκροταφείο. Ο τάφος γεμάτος νερά, το χώμα απέξω λασπωμένο. Η ακολουθία τελειώνει σύντομα, το φέρετρο κατεβαίνει στον τάφο. Λίγο χώμα με μικρά φτυαράκια ή με τα χέρια, καθαρισμός με μαντηλάκια μιας χρήσης που μοίρασε ο υπεύθυνος του γραφείου. Τέλος. Αποχώρηση. Οι εργάτες θα ρίξουν το χώμα. Χωρίς καφέ παρηγοριάς. Η βροχή αρχίζει να δυναμώνει και πάλι. Ο Θεός κέρδισε άλλη μια μικρή πατρίδα. Ένα διάλειμμα στη βροχή. Αλλά ο διάβολος χαμογελά χαιρέκακα. Εκείνος θέλει να κερδίσει τη μεγάλη. Την παρτίδα της επιδημίας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly