frear

Η καραντίνα κι οι κότες – της Νόνης Σταματέλου

Έριξε τη μπέρτα της στις πλάτες, πήρε μια μπλε πλαστική σακούλα με αποσνάδια και πήρε τον κατήφορο. Σκυφτή εδώ και χρόνια, αφού υπέφερε απ’ την καρδιά, απ’ τη μέση, αρθριτικά και κυρίως στενοχώριες. «Γεια και μαύρα λάχανα», έλεγε συχνά στα εγγόνια της που πάντα ήθελαν κι άλλα και δεν χόρταιναν, ρούχα, παπούτσια, κινητά. Η θεια-Βαγγελούλα είχε μετακομίσει τις κότες της σ’ ένα χωραφάκι που είχε κάτω στον κάμπο, αφού πλέον διαμαρτύρονταν κάθε τρεις και λίγο οι γειτόνοι ότι μυρίζει το κοτέτσι, ότι ο κοκοτός λαλούσε απ’ τα χαράματα και τους χαλούσε τον ύπνο και άλλα τέτοια… Κάποιοι σπουδασμένοι που ερχόνταν στο χωριό για διακοπές ή και για μόνιμα μετά τη σύνταξη, είπαν πως άλλαξαν οι καιροί, πως είναι αντιαισθητικό να είναι οι κότες τόσο κοντά στα σπίτια, γέμισε το χωριό ενοικιαζόμενα, θα μας κοροϊδεύουν οι τουρίστες. Και μια κατσικούλα που είχε δεμένη να τρώει τα χορτάρια στην άκρη της αυλής, βέλαζε λέει, οπότε έφυγε κι αυτή γι’ άλλα μέρη.

Κατεβαίνοντας προς τον κάμπο και μασώντας ένα κομμάτι ψωμί, πού να βρει χρόνο να κάτσει να φάει με τόσες έγνοιες, συλλογιόταν τί στο διάολο είν’ αυτός ο «κοροναίος» και δεν συναπαντάει ψυχή στο δρόμο. Ακόμα και στην εκκλησά που πέρασε ν’ ανάψει ένα κεράκι, αφού μόνο η Παναγία είχε μείνει να την παρηγοράει, ο παπάς της είπε πως δεν επιτρέπεται, άντε ας το ανάψει και να φύγει γρήγορα, μην τον καρφώσει κανένας χωριανός. Πρωτοφανή πράματα, μονολογούσε, μαύρο Πάσχα έκαμε φέτος, ούτε δώδεκα ευαγγέλια , ούτε Ανάσταση… ώσπου σταμάτησε μπροστά της ένα ασπρογάλαζο αυτοκίνητο, δεν έβλεπε και καλά, μπα, τέτοια κούρσα πρώτη φορά έβλεπε στο χωριό, ούτε ο γιος της είχε τέτοιο χρώμα, ούτε κανένας άλλος εκεί γύρω.

Κατέβηκε ένα ψηλό παιδάριο και της είπε «καλησπέρα, που πάτε;»

«Στις κότες πάω παιδί μου, άσε με κι άργησα και θα με φάνε, δε σε γνωρίζω, ποιος είσαι;»

«Χαρτί μετακίνησης έχετε;» συνέχισε στον πληθυντικό.

«Τι λες παιδί μου, τι χαρτί λες, τίποτα δεν έχω απάνω μου, πάω τ’ αποσνάδια στα κοτόπλα».

«Ταυτότητα έχετε;»

«Πώς δεν έχω, σπίτι την έχω».

Κατεβαίνει κι ο άλλος απ’ τ’ αυτοκίνητο και της δίνει ένα χαρτί, κάτι της είπανε που δεν το κατάλαβε, όμως άκουσε προς το τέλος ότι δεν έπρεπε αυτό το χαρτί που της έδωσαν να το χάσει. Το βάζει η θεια-Βαγγελούλα στον κόρφο της, πάει, αδειάζει τη μπλε σακούλα, μίλησε γύρω στη μισή ώρα με τις κότες, την κοίταζαν αυτές με ευγνωμοσύνη, τους είπε να μην ξανασπάσουν τ’ αυγά, πώς έγινε έτσι απ’ τις κοτσιλιές ο τόπος, κατέλωσ’ ο τόπος, πάλι καθάρισμα θέλει απέξω, έρχονται κι εκείνοι οι γάτοι και τους τρώνε το φαΐ, θα σας σφάξω μία μία μ’ φαίνεται, άντε τώρα να σας κλείσω κι ενύχτωσε, είμ’ απ’ την αυγή στο ποδάρι.

Έφτασε σπίτι, ψυχή λαλούμενη στο δρόμο πάλι, βρίσκει τον γιο της, του φτιάχνει να φάει, όλο ιδιοτροπία κι αυτός, πολυταξιδεμένος, είχε γυρίσει στα εξήντα του να της τρώει τη σύνταξη.

Θυμήθηκε το χαρτί που της έδωσαν οι νεαροί, το βγάζει, το ξεδιπλώνει και του το δίνει.

«Τι είν’ αυτό ρε μάνα; Ρε μάνα αυτό είναι πρόστιμο, πρέπει να πληρώσεις 150 ευρώ, είναι γιατί βγήκες απ’ το σπίτι χωρίς άδεια», είπε κι αναποδογύρισε το πιάτο.

«Τι λες παιδί μου; Τι είναι τα 150 ευρώ, πού να τα βρω; Τι έκανα παιδί μου; Να με πάνε φυλακή καλύτερα, να ξαποστάσω κιόλας».

Ο γιος της βγήκε χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω του,

«Σιγά παιδί μου, θα το γκρεμίσεις το σπίτι κι απ’ αυτνούς είσαι π’ θα το ματαφκιάσεις…».

Είχε κλείσει τα 83 η θεια-Βαγγελούλα, είχε περάσει μπόρες και καταιγίδες, χωράφια, αργαλειός, μαρτίνια, πεθερικά, θανάτους, αλλά το μυαλό της το ‘χε στη θέση του.

Κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης, τράβηξε πιο κάτω το μαύρο μαντήλι, κάτω από τα μάτια, αναστέναξε, έβαλε τα γυαλιά της και σήκωσε το άσπρο κέντημα που σκέπαζε το ερμάρι.

Μέτρησε, της έλειπαν κάτι ψηλά, τα συμπλήρωσε απ’ το βάζο που μάζευε τα λεφτά απ’ τ’ αυγά και μόλις μπήκε μέσα πάλι του τα ’δωσε.

«Να πας να τα πληρώσεις, δε θέλω πάρε-δώσε μ’ αυτνούς».

Ο γιος την κοίταξε με συμπάθεια, α ρε μάνα… κι άρχισε να τηλεφωνάει για ν’ ανακοινώσει το συμβάν, να παίρνει σε γνωστούς, να σβήσουν το πρόστιμο, έστω να το αλαφρύνουν. Δύσκολα, του απαντούσαν όλοι αφού η πολιτική προστασία ήταν σαφής και δεν έκανε διακρίσεις, η κυβέρνηση όπως φαινόταν δεν χάριζε κάστανα.

Η γριά, έβγαλε τη μπέρτα, άνοιξε την τηλεόραση, ένα κανάλι έπιανε μόνο, είδε έναν γνωστό ηθοποιό που έπλενε τάχα τα χέρια του κι έλεγε να μείνουμε σπίτι, άκουσε στις ειδήσεις για τους πλειστηριασμούς, αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά, μη μιλάτε για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου, σκέφτηκε , έπειτα είδε τον πρωθυπουργό στο δρόμο.

Έβαλε πάλι τα γυαλιά της και τράβηξε την καρέκλα πιο κοντά.

«Θα στραβωθείς μάνα».

«Ε μωρ’ Κώστα, ο πρωθυπουργός τι κάνει μέσ’ στο δρόμο με τόσο κόσμο; ακιό λένε πως απαγορεύεται. Κι απάνω σε κιο το φορτηγό ποιός τραγδάει;»

«Είναι συναυλία μάνα στο κέντρο της Αθήνας, για να δώσουν κουράγιο στη χώρα που είχε τόσους νεκρούς, για να στηρίξουν τους γιατρούς και νοσηλευτές, για να μας διασκεδάσουν που είμαστε σε καραντίνα».

Η θεια-Βαγγελούλα γούρλωσε τα μάτια της, κοίταξε τον απέναντι τοίχο, έμεινε ακίνητη λίγα λεπτά και αναστέναξε άλλη μια φορά.

«Τα σκυλιά τα μαύρα», είπε κάτω απ’ το μαντήλι της και ξάπλωσε εξουθενωμένη στο ντιβάνι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly