frear

Ο ήχος που κλείστηκε μέσα – της Εύης Τσούτσουρα

Το πρώτο συννεφιασμένο φως της μέρας έπεφτε αδύναμο πάνω στο ξύλινο γραφείο. Ο μόνος ήχος ερχόταν από τη μύτη του μολυβιού που γρατζουνούσε γρήγορα και με πάθος το λευκό χαρτί. Η σκόνη που αιωρούνταν τριγύρω στο δωμάτιο ταραζόταν μόνο σε κάθε απότομο σβήσιμο της μαλακής γόμας.

Είχε καιρό να γράψει χειρόγραφα. Όλα δακτυλογραφημένα πάντα. Τι ανάγκη ήταν αυτή που ήθελε να αγγίξει το μολύβι, να πιέσει τα δάκτυλα πάνω του, να μυρίσει τα σβησίματα…

Καφέ δεν είχε φτιάξει, ήταν πολύ νωρίς ακόμα, κι ας μην είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα. Είχε περάσει όλη τη χθεσινή μέρα με μια μεγάλη κούπα γαλλικού στο χέρι να περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, κάνοντας μικροδουλειές και αποφεύγοντας να κοιτάξει έξω ή να πλησιάσει στα παράθυρα. Επίτηδες. Δεν τα ήθελε μέχρι χτες τα παράθυρα. Ούτε τις μπαλκονόπορτες. Δεν ήθελε να βλέπει τον κήπο έξω που μαράζωνε. Είχε βδομάδες να τον περιποιηθεί. Είχε καθαρίσει το σπίτι, τις ντουλάπες. Είχε οργανώσει τα ρούχα, τα παπούτσια. Είχε κάνει γενική στην κουζίνα, δύο φορές. Επιδιόρθωσε κάτι μεντεσέδες, άλλαξε θέση στα πιάτα. Είχε πετάξει κάθε άδειο ή ληγμένο μπουκάλι στο μπάνιο, είχε καθαρίσει τα σφουγγάρια και τα πλακάκια. Είχε αλλάξει τρεις φορές τη θέση των επίπλων στο σαλόνι την ώρα που η τηλεόραση μετέδιδε νέα από κάποια χώρα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Τελικά τα ξανα έβαλε στην αρχική τους θέση. Τα πάντα τα είχε καθαρά εκτός… από τα τζάμια…δεν πλησίαζε μην τυχόν και δει. Και κυρίως μην τυχόν ακούσει… Αυτός ο ήχος… τρυπούσε τα αυτιά, δεν τον ήθελε. Κάποιες φορές είπε να πλησιάσει να ρίξει μια φευγαλέα ματιά. Αλλά, δεν ήθελε να δει, και κυρίως δεν ήθελε να ακούσει. Είχε συνηθίσει στη σιωπή. Δεν ήθελε ποτέ την ησυχία. Βαριόταν. Αναγκάστηκε όμως. Τον πρώτο καιρό επεδίωξε να ακούει τον ήχο, πλησίαζε… Πεταγόταν τις νύχτες κι έτρεχε προς την πόρτα για να ακούσει… Και μετά χτυπούσε το κορμί σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνία του σπιτιού. Για να μην ακούει… δεν άντεχε… Τώρα συνήθισε… δεν πάει κοντά. Δεν θέλει να βλέπει ούτε να ακούει.

Αυτό το πρωινό είναι το πιο ήσυχο εδώ και καιρό. Η συννεφιά δεν έχει φύγει, αλλά το φως της μέρας είναι πιο δυνατό. Η σκόνη χάθηκε και το μολύβι ακούμπησε κουρασμένο δίπλα στο χαρτί… που δεν ήταν λευκό πια.

Σηκώθηκε και πήγε στην προς την πόρτα. Τεντώθηκε και κοίταξε έξω στον μαραζωμένο κήπο. Έπιασε το κλειδί και το γύρισε. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μαζί με τον φρέσκο αέρα ακούστηκε και ο ήχος που τόσο μισούσε. Το ουρλιαχτό απλώθηκε παντού και μπερδεύτηκαν για λίγο. Η πόρτα έκλεισε και μαζί σταμάτησε ο ήχος, χάθηκε το ουρλιαχτό.

Η φυλακή της έμεινε μέσα στο σπίτι. Ήσυχα πια.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly