frear

Σ’ αυτό το κρεβάτι – της Ελένης Ιωαννίδου

Στο κέντρο φροντίδας και παρηγοριάς τη φώναζαν η Μαρία η ουκρανή. Δεν αποτελούσε το πρότυπο της ουκρανής που οι περισσότεροι είχαν στο μυαλό τους. Ο δικός της σωματότυπος σίγουρα δεν ήταν κατάλληλος για pole dance και τα στήθια της, μεγάλα και υπάκουα στον απαράβατο νόμο της βαρύτητας, δεν ήταν φτιαγμένα για να χώνονται μέσα βρώμικα χαρτονομίσματα, από αντρικά κυρίως χέρια.

Δούλευε πολλά χρόνια η Μαρία στο κέντρο. Πήγε συστημένη και αμέσως την προσέλαβαν. Οι όροι εργοδότησης ήταν πολύ καλοί, για τα δεδομένα της. Θα έμενε στο κέντρο, θα έτρωγε εκεί, θα έπαιρνε ένα συμβολικό μισθό και ένα ρεπό κάθε δεκαπέντε μέρες. Ωράριο ακαθόριστο φυσικά. Εκεί μέσα οι άνθρωποι πήγαιναν για να πεθάνουν. Ο θάνατος δεν έχει ωράριο.

Κάθε κρεβάτι είχε ένα και μόνο σκοπό. Να φιλοξενήσει για όσο καιρό χρειαζόταν έναν ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Η Μαρία φρόντιζε για την καθαριότητα, του χώρου και των ανθρώπων, που ζούσαν στο κέντρο τις τελευταίες μέρες τους. Εκτελούσε τα καθήκοντά της με σεβασμό, αλλά χωρίς κανένα συναίσθημα.

Μέχρι τη μέρα που ήρθε στο κέντρο φροντίδας και παρηγοριάς εκείνος ο άντρας. Ψηλός, όμορφος, με φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο και κομψά γυαλιά μυωπίας. Έμεινε να τον κοιτάζει από μακριά. Αυτός μίλησε για αρκετή ώρα με την διευθύντρια, ξεναγήθηκε στους χώρους και με μια σύντομη χειραψία έφυγε βιαστικός. Λίγες ώρες αργότερα φώναξαν τη Μαρία να ετοιμάσει δωμάτιο για καινούριο ασθενή.

Ο άντρας ερχόταν κάθε πρωί στις οκτώ ακριβώς, με μια εφημερίδα και ένα βιβλίο και καθόταν δίπλα από τη γυναίκα του μέχρι τις οκτώ το βράδυ. Οι νοσοκόμοι έμπαιναν στο δωμάτιο, κοίταζαν τα μηχανήματα, τις ενδείξεις, σημείωναν αυτά που έπρεπε και χαμογελούσαν συγκαταβατικά στον άντρα. Μετά έμπαινε η Μαρία. Ο άντρας έβγαινε έξω διακριτικά και η Μαρία έμενε μόνη με τη γυναίκα. Την ανασήκωνε, της έφτιαχνε τα μαξιλάρια, την έπλενε, καθάριζε τις πληγές στο σώμα της, της άλλαζε νυχτικιά και χτένιζε τα λιγοστά μαλλιά στο κεφάλι της. Θα ήτανε περίπου στην ίδια ηλικία μαζί της. Λίγο πριν τα εξήντα υπολόγιζε. Ο άντρας επέστρεφε στο δωμάτιο και, χωρίς ποτέ να την κοιτάξει, της μουρμούριζε ένα ευχαριστώ και καθόταν πάλι στην πολυθρόνα, δίπλα από το κρεβάτι της ετοιμοθάνατης γυναίκας του.

Η Μαρία πρόσφερε καφέ στον άντρα και νερό και κάθε μεσημέρι του πήγαινε ένα δίσκο με φαγητό. Σπάνια το έτρωγε. Κάθε βράδυ όταν ξάπλωνε στο στενό κρεβάτι της να ξεκουραστεί, σκεφτόταν τον άντρα. Αποφάσιζε ότι θα του μιλούσε την επόμενη μέρα. Έστω να μάθει το όνομά του. Θα έλεγε πρώτα το δικό της και μετά θα ρωτούσε για το δικό του. Μετά μπορεί αυτός να τη ρωτούσε από ποια χώρα ήταν και πώς βρέθηκε στην Ελλάδα. Αυτή θα απαντούσε περήφανα, ότι μόνη της ήρθε για ένα καλύτερο μέλλον. Άλλαζε γνώμη αμέσως. Ποιο καλύτερο μέλλον; Κάτι άλλο έπρεπε να του έλεγε. Ίσως μια δακρύβρεχτη ιστορία, όπως τη συμβούλεψε να κάνει πριν χρόνια μια φίλη της για να πετύχει έναν καλό γάμο με έναν ντόπιο.

Στο ρεπό της πήγε για ψώνια. Αγόρασε καινούριο σαπούνι και ξοδεύτηκε λίγο παραπάνω για ένα ζευγάρι μοντέρνα ανατομικά παπούτσια για τη δουλειά. Αγόρασε και μια κρέμα χεριών, να τα συνεφέρει λίγο από το πολύ πλύσιμο και τα χημικά καθαριστικά.

Στον άντρα όμως δε βρήκε το θάρρος να μιλήσει ποτέ.

Ένα απόγευμα δύο νεαρά αγόρια, όμορφα σαν τον πατέρα τους, ήρθαν μαζί με τον άντρα στο κέντρο και κάθισαν και αυτά δίπλα από την γυναίκα που πέθαινε. Έμειναν εκεί για ώρες. Ο ένας έκλαιγε, ο άλλος ήταν πιο ψύχραιμος. Ο γιατρός τους είπε ότι δεν υπήρχε άλλο περιθώριο. Έτσι κι αλλιώς μύριζε πια πεθαμένο στο δωμάτιο, σκέφτηκε η Μαρία.

Εκείνο το βράδυ η Μαρία έμεινε με ανοικτά τα μάτια και μια ανεπαίσθητη ταχυπαλμία σαν λαγωνικό, να περιμένει την ειδοποίηση του θανάτου. Κατά τις τέσσερις το πρωί τη φώναξαν. Όταν έφτασε τα αγόρια ήταν έξω. Με μια κίνηση του κεφαλιού τους συλλυπήθηκε και μπήκε στο δωμάτιο. Ο άντρας κρατούσε το παγωμένο χέρι της γυναίκας και έκλαιγε. Ο νοσοκόμος τον παρακάλεσε να βγει έξω για να τον ενημερώσει για τα γραφεία κηδειών. Τον καθησύχασε ότι η Μαρία θα έκανε το καλύτερο για το νεκρό σώμα. Ο άντρας σήκωσε το κεφάλι του χαμένος και ρώτησε ποια είναι η Μαρία. Η Μαρία εκνευρίστηκε. Μα τι νόμιζε πια αυτός ο άνθρωπος, δεν την έβλεπε την κατάσταση; Τα αγόρια μπήκαν μέσα για να τραβήξουν τον άντρα από το νεκρό σώμα της μάνας τους.

Η Μαρία τότε, για πρώτη φορά στη ζωή της, χωρίς να το σκεφτεί μίλησε.

«Όποιος κι αν βρεθεί σ’ αυτό το κρεβάτι θα πεθάνει…».

Την επόμενη μέρα ετοίμασε τη βαλίτσα με τα λιγοστά της πράγματα. Πάνω στο στενό κρεβάτι άφησε τη γαλάζια ρόμπα που φορούσε στη δουλειά και τα καινούρια ανατομικά παπούτσια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly