frear

Το ντιβάνι – του Δημήτρη Αθανασέλου

Δε θυμάμαι να πίστευα στον Θεό μικρός. Πάντως, για κάτι που είμαι απόλυτα βέβαιος, είναι πως πίστευα στη φαντασία. Η ονειροπόληση μου φαινόταν πιότερο αληθινή απ’ ότι η ίδια η ζωή… η μνήμη μου τουλάχιστον με βεβαιώνει γι’ αυτό. Μπορούσα να πλάσω τα γεγονότα όπως ήθελα κι η φαντασία, σαν άλλος Θεός, μου τα πρόσφερε, ή έτσι φαινόταν στο παιδικό μου μυαλό. Δε θυμάμαι να ένιωθα κάτι πιο αληθινό, πιο λυτρωτικό.

Δε θα αργούσα να σηκωθώ από εκείνο το ντιβάνι. Κι όμως έκτοτε θα έμενα σχεδόν για πάντα εκεί. Ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων και από στιγμή σε στιγμή αναχωρούσαμε για το χωριό ν’ ανταμώσουμε τους παππούδες. Ήταν μεσημέρι. Ο ήλιος έμπαινε διστακτικά απ’ το παράθυρο ενώ ξαφνικά τα σύννεφα, σε ρόλο μητέρας, τον δέχονταν και πάλι στην αγκαλιά τους κρύβοντάς τον. Το δωμάτιο τυπικό, αφαιρετικό.

Κάποια βινύλια στα ράφια από την εποχή της μεταπολίτευσης, βιβλία απλά για το ντεκόρ, όπως και στα περισσότερα σπίτια άλλωστε την εποχή εκείνη. Ένα ξύλινο κρεβάτι και μια πολυθρόνα-ντιβάνι όπου ξαπλωμένος ανέμενα την αναχώρηση μας. Εκείνη ήταν και η πρώτη στιγμή που βρέθηκα αντιμέτωπος με το μέλλον μου, κάτι το οποίο συνειδητοποίησα πολύ αργότερα. Έχτιζα εικόνες για τη μετέπειτα ζωή μου, τις γκρέμιζα κατά βούληση ξανά και ξανά αν δε μου φαίνονταν θελκτικές. Έφτιαχνα το μέλλον μιας ζωής –της ζωής μου– ελεύθερα, άναρχα με το μυαλό ενός τετράχρονου. Έσβηνα, προσέθετα μέχρι να τα χτίσω όλα ιδανικά.

Η μητέρα δεν άργησε να με φωνάξει -πάντα με τον τραγουδιστό και απαλό τόνο της. Η σιλουέτα της σχεδόν διάφανη· σιγουρεύτηκα ότι είναι αληθινή όταν τα σύννεφα πήραν και πάλι τον πρωταρχικό ρόλο στον ουρανό. Είχαν ετοιμαστεί ήδη για το ταξίδι ως τις παρυφές του Ολύμπου όπου κατοικούσαν οι γονείς της.

Τον καιρό που ακολούθησε, είχα την πεποίθηση ή μάλλον τη βεβαιότητα για να είμαι ακριβής, ότι η ζωή μου ήταν απλά το αποτέλεσμα της φαντασίας μου· κι εγώ έστεκα ξαπλωμένος, ρεμβάζοντας με μισόκλειστα μάτια, πάντα συνεπαρμένος από τις εικόνες που δημιουργούσα. Θαρρώ πως ήταν η αιτία της ανέμελης προσωπικότητας, της δυναμικής ταυτότητας μου. Ο αυθορμητισμός μου ξεπερνούσε και αψηφούσε κάθε δυσκολία που προέκυπτε. Η σκέψη αυτή που με το πέρασμα των χρόνων, μπορώ να πω, μετατράπηκε σε βίωμα κι αλήθεια, κράτησε έως και τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Τον καιρό της διαμαρτυρία μπήκα στη διαδικασία να αμφισβητήσω τη μεγαλύτερη ως τότε αλήθεια μου. Έπειτα όλο και πιο σπάνια με συντρόφευε η έμμονη ιδέα πως στην ουσία όλη μου η ζωή είναι το αποκύημα φαντασίας του τετράχρονου, αλλοτινού εαυτού μου. Πλέον το ονείρεμα αυτό το έχω μονάχα σα συναντώ αντιξοότητες. Ξεγελώ το νου μου, επιστρατεύω τη δημιουργικότητα, ανακτώ τις δυνάμεις μου και προχωρώ. Ακόμη και τώρα –γέρος πια– έπειτα από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να εγγυηθώ την ανακρίβεια αυτής της σκέψης.

Θυμάμαι συνάντησα τη μητέρα στο νοσοκομείο. Θαμπό το φως της κι αυτή κείτονταν εκεί, κάτισχνη, σαν τον ήλιο εκείνου του καλοκαιρινού μεσημεριού. Δεν ήξερα πώς να τη βοηθήσω, πώς να απαλύνω τα σημάδια του χρόνου και της αρρώστιας.

Τη ρώτησα για εκείνο το ντιβάνι που είχαμε στο παλιό μας σπίτι, πολύ πριν ξεκινήσουμε τις αλλεπάλληλες μετακομίσεις.

«Έσπασε» μου απάντησε κοφτά, με δυσκολία… θαρρείς δίχως ανάσα· κι εγώ, που πάντα έβρισκα το σθένος, ξέσπασα σε αναφιλητά.

Έσπασα σαν το ντιβάνι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: George Hendrik Breitner. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly