frear

Ρομανί τσοριπέ – του Βασίλειου Χριστόπουλου

Ρομανί τσοριπέ – Τσιγγάνικη φτώχεια στις μέρες του κορονοϊού

Το πρωί της 23ης Μάρτη, ημέρα Δευτέρα, η Κυριακή ξύπνησε τα τέσσερα μεγαλύτερα παιδιά της. Παρά τον χειμωνιάτικο καιρό, έπρεπε να βγουν στους δρόμους για δουλειά. Να μαζέψουν λίγα χρήματα να φάνε και να αγοράσουν καινούρια φιάλη που από χτες έχει αδειάσει. Μετά τα παιδιά προσπάθησε να ξυπνήσει το Χρήστο, που διαμαρτυρήθηκε.

-Άσε, μωρή, να κοιμηθώ.

-Ξύπνα τεμπέλη, παλιοκχαντινό. Σήκω μπεκρούλιακα.

Ο Χρήστος δεν ήταν πάντα τεμπέλης. Ούτε έπινε κάθε βράδυ. Παλιότερα είχε ένα μικρό φορτηγάκι datsun και έκανε τον παλιατζή. Μάζευε παλιά σίδερα, χαρτόκουτα, χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές, ό,τι έβρισκε. Τα έδινε για ανακύκλωση και κάτι έβγαζε. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, το φορτηγάκι κατέρρευσε. Δεν κατάφερε να το επισκευάσει και το εγκατέλειψε. Τώρα, καταλαβαίνει πως δεν έχει άλλο δρόμο από τη διακονιά. Ίσως και κάποιες μικροκλοπές. Πίνει, λοιπόν, λίγο παραπάνω.

Η εγκυμονούσα Κυριακή αποτελεί την κεφαλή της οικογένειας. Η οικογένεια αποτελείται από αυτήν, το Χρήστο και 6 μικρά παιδιά: Από ενός έτους μέχρι την Κωνσταντίνα 10 χρονών. Η Κωνσταντίνα, που βρίσκεται στα όρια παιδικής-εφηβικής ηλικίας είναι η πολύτιμη βοηθός της στη φροντίδα των μικρών αλλά και στη ζητιανιά.

Το βράδυ της 22ας του Μάρτη η οικογένεια κοιμήθηκε σε μια αποθήκη στην γειτονιά τους την Αγυιά. Τον τελευταίο μήνα είναι άστεγη και κοιμάται όπου βρει, ακόμη και στο δρόμο. Όταν τα παιδιά σηκώθηκαν η Κυριακή τα ένιψε με λίγο νερό από ένα πλαστικό δοχείο και σήκωσε με τη βία το Χρήστο. Έβαλε τα δυο μικρά, ακόμη κοιμισμένα, στο καροτσάκι και ξεκίνησαν.

Φυσούσε ένας κρύος βοριάς που τους πάγωνε. Η Κυριακή σκέπασε τα μωρά όσο καλύτερα μπορούσε και έδωσε το σύνθημα να ταχύνουν το βήμα να ζεσταθούν. Η Κωνσταντίνα μαζί με τα τρία αδελφάκια της άρχισαν να τρέχουν, παίζοντας κυνηγητό μέσα στο δρόμο. Η Κυριακή ανήσυχη τους έβαλε τις φωνές. Και τότε πρόσεξε πως οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι. Αλλά και η πλατεία όταν έφτασαν, ήταν σχεδόν άδεια.

-Τι τρέχει σήμερα, ρε Χρήστο; Γιατί τόση ερημιά;

-Είναι πρωί. Φαγώθηκες να μας ξυπνήσεις νωρίς, γκρίνιαξε αυτός.

Όπως κάθε μέρα έστειλε τα τρία μεγαλύτερα στις γωνίες της πλατείες και η οικογένεια στήθηκε υπομονετικά. Όταν το μεσημέρι έγινε ταμείο, η Κυριακή ίσα που δεν έκλαψε. Δεν είχαν μαζέψει ούτε δυο ευρώ. Ακόμη και η Κωνσταντίνα, που συνήθως μαζεύει τα περισσότερα, ήρθε με άδεια χέρια.

Ήταν η 23η του Μάρτη 2020. Από τις 6 το πρωί είχαν επιβληθεί περιορισμοί στην κυκλοφορία σε ολόκληρη τη χώρα. Αλλά κανείς δεν είχε ενημερώσει για αυτό την Κυριακή.

Κατά το απόγευμα η Κυριακή κτύπησε το κουδούνι της κ. Ιωάννας και μίλησαν στο θυροτηλέφωνο.
Η κυρία Ιωάννα τα τελευταία χρόνια φροντίζει και συμβουλεύει την οικογένεια.

-Μωρέ, κυρά Ιωάννα, γιατί είναι άδειοι οι δρόμοι; Πού χαθήκαν οι ανθρώποι; Μην είναι φευγάτοι για τίποτα διακοπές;

-Α, δεν το ξέρεις; Είμαστε όλοι κλεισμένοι στα σπίτια μας.

-Γιατί, τι πάθατε;

-Κυκλοφορεί μια αρρώστια, ένας κορονοϊός. Πρέπει να αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον να μην κολλήσουμε.

-Οχού, και μεις πώς θα ζήσουμε; Μωρέ κυρά Ιωάννα, σήμερα διακονιά όλη μέρα… τσοριπέ, τίποτα σου λέω. Πεινάνε τα παιδιά.

-Καλά περίμενε κάτω.

-Νάσαι καλά, ούτε η μάννα μου.

Η κυρία Ιωάννα βγήκε στο μπαλκόνι του 2ου ορόφου με μια πλαστική σακούλα. Την κατέβασε με ένα χοντρό σπάγκο, φωνάζοντας.

-Μέσα έχω πέντε ευρώ και ένα σαπούνι. Να πλένετε τα χέρια σας.

Την Παρασκευή 27 Μάρτη το βράδυ, η Κυριακή στήθηκε από νωρίς έξω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου της Αγυιάς, με το μωρό στην αγκαλιά. Έκανε κρύο και πάγωνε. Περπατούσε από γωνιά σε γωνιά να ζεσταθεί, περιμένοντας να ανοίξει η εκκλησία. Αλλά η εκκλησία δεν άνοιξε.

Απελπισμένη ξανακτύπησε το κουδούνι.

-Μωρέ κυρά Ιωάννα, γιατί η εκκλησία είναι κλειστή;

-Ξέρεις, δεν έχει χαιρετισμούς.

-Την Κυριακή, τη Μεγάλη βδομάδα, θα ανοίξει;

-Ούτε, όλες οι εκκλησίες θα είναι κλειστές.

-Και τι θα κάνω, πώς θα ζήσουμε;

-Κοίτα, Κυριακή, πρέπει να αποφεύγετε τον κόσμο. Όλοι κινδυνεύουμε να κολλήσουμε.

-Γι’ αυτό δεν κατεβαίνεις κάτω να μας μιλήσεις όπως παλιά;

-Γι αυτό. Μην το παίρνετε αψήφιστα. Να φοβάστε τον κορονοϊό.

-Εγώ την πείνα φοβάμαι, κυρά Ιωάννα, όχι τον κορονοϊό.

Πέρασε το Πάσχα και η οικογένεια συνεχίζει να γυρίζει στους δρόμους και να κοιμάται από δω κι από κει. Αυτό δεν την πειράζει τόσο πολύ την Κυριακή. Εκείνο που την στεναχωρεί είναι πως οι ελάχιστοι άνθρωποι που κυκλοφορούν την αποφεύγουν. Άσε που φορούν συνέχεια μάσκες. Με αποτέλεσμα η είσπραξη κάθε μέρας να είναι ένα τίποτα. Δεν φτάνει ούτε για ψωμί. Μέχρι τώρα δεν είχαν ζήσει τόση φτώχεια.

Ξανακτύπησε το κουδούνι.

-Κυρά Ιωάννα, στεκόμουν έξω από το σούπερ μάρκετ και μου ζήτησαν χαρτί. Μας βάλανε πρόστιμο 150 σε μένα και 150 στο Χρήστο. Τι πράματα είναι αυτά; Πρώτη φορά τα βλέπω.

-Μην ανησυχείς, μωρέ Κυριακή, δεν πρόκειται να το πληρώσεις, της είπε να την καθησυχάσει.

-Άκουγα όλα τα χρόνια να λένε φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια. Αλλά εμείς ποτέ δεν την καταλάβαμε.

Τώρα καταλαβαίνω τι θα πει ρομανί τσοριπέ.

-Πώς το είπες;

-Λέω, τι θα πει τσιγγάνικη φτώχεια. Έχεις τίποτα; Έχω τα παιδιά νηστικά.

Τη Τρίτη του Πάσχα, το βράδυ, η μικρή Κωνσταντίνα φρόντισε να βάλει τα αδέρφια της για ύπνο. Η μάννα της από το πρωί βρίσκεται στο νοσοκομείο να γεννήσει. Ευτυχώς είχε φροντίσει και δεν τους άφησε στο δρόμο, τους βρήκε ένα παλιό σπίτι. Είναι χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό, αλλά είναι σπίτι.

Σκέφτεται τη μάννα της που αύριο μεθαύριο θα επιστρέψει με το νέο μωρό. Για την Κωνσταντίνα θα είναι το πασχαλιάτικο δώρο της. Νοιώθει να πλημμυρίζει από χαρά που θα έχουν μαζί τους ένα μικρό, μικρούλικο μωράκι, σαν παιχνίδι. Η μάννα θα το βυζαίνει, και αυτή μετά, χορτάτο, θα το παίρνει στην αγκαλιά να το νανουρίζει. Ανησυχεί, όμως, γιατί άκουσε μερικά πράγματα που δεν της αρέσουν.

Μια μέρα το αυτί της έπιασε τη μάνα της που είπε.

-Το θες, μωρέ κυρά Ιωάννα, να στο χαρίσω; Δεν θα τα καταφέρω.

Δεν κατάλαβε τι απάντησε η κυρά Ιωάννα, αλλά από μέσα της ευχήθηκε να μην το θέλει.

Ούτε ο πατέρας συμφωνεί. Τον άκουσε μια νύχτα να λέει στη μάνα της.

-Μην το δώσεις. Έχω κάτι καλύτερο.

-Τι σκέφτεσαι;

-Μου ζήτησε ένας Αφγανός να το γράψει στο όνομά του, να πάρει χαρτιά. Πληρώνει μέχρι και 500.

Και η μάννα της τού είπε.

-Αυτός θα θέλει να του δώκουμε όνομα αφγανικό: Ιμπραήμ, Αλή, τέτοια. Εγώ θέλω να του δώκουμε χριστιανικό. Αν δέχεται χριστιανικό, να το κουβεντιάσουμε.

Η Κωνσταντίνα καταλαβαίνει τι σημαίνει να το χαρίσει. Αλλά να το γράψει στον Αφγανό δεν το καταλαβαίνει. Και ό,τι δεν καταλαβαίνει τη φοβίζει. Αν το γράψει ο Αφγανός και του δώσει αφγανικό όνομα, το μωρό θα μιλάει αφγανικά. Τότε τι μωρό δικό τους θάναι; Όπως τα σκέφτεται καταλήγει πως είναι καλύτερο να το κρατήσει η κυρία, παρά να το γράψει ο Αφγανός. Αν δεχτεί η κυρία, θα μπορεί κι αυτή να μπαίνει ελεύθερα στο σπίτι της. Τι μεγάλη αδελφή του θα είναι; Όχι σαν τώρα που η κυρία δεν τους αφήνει να περάσουν την πόρτα της.

Ένα ροχαλητό του πατέρα της την επανέφερε στην πραγματικότητα. Τον είδε να κοιμάται βαριά και σκέφτηκε πως πρέπει να είναι μεθυσμένος από το κρασί. Δεν ανησυχεί. Ξέρει πως όταν ξυπνήσει θάναι μια χαρά.

Η Κωνσταντίνα ξέρει πως πρέπει να φροντίσει την οικογένεια. Τα παιδιά πεινάνε. Και η ίδια δεν αισθάνεται καλά, χτες δεν έφαγαν τίποτα. Σκέφτεται να πάρει μαζί της και το καροτσάκι με το μωρό. Με το μωρό θα πάει καλύτερα η δουλειά.

Της αρέσει να γυρίζει μόνη της στους δρόμους. Είναι μια ευκαιρία να μιλάει με ανθρώπους, να τους κάνει σκέρτσα και χορευτικές φιγούρες και να τους καταφέρνει.

Εκείνο που φοβάται η μικρή «Εσμεράλδα της Αγυιάς» είναι κάτι άλλο. Κάποιοι, για να της δώσουν κάτι, την τσιμπάνε στα μικρά της στήθη και την πονάνε. Έτσι έγινε την προηγούμενη φορά. Όταν το είπε στη μάννα της αυτή γέλασε.

-Ε, δεν έγινε και τίποτα. Αύριο θα γίνεις γυναίκα και όλο και κάποιος θα στα πιλατεύει.

-Μα γιατί; απόρησε η Κωνσταντίνα.

-Ο Θεός γιατί μας δίνει βυζιά, νομίζεις; Μόνο για να βυζαίνουμε τα μωρά; Άντε πήγαινε τώρα και μη φοβάσαι.

Προς το μεσημέρι η Κωνσταντίνα σπρώχνοντας το καροτσάκι με το μωρό βγήκε στο δρόμο. Ξέρει ότι θα κυκλοφορούν λίγοι, αλλά είναι αισιόδοξη. Έχει τον τρόπο της και θα τα καταφέρει. Θα μαζέψει σίγουρα μέχρι το μεσημέρι πέντε έξι ευρώ, μπορεί και παραπάνω. Θα ψωνίσει ψωμί, ντομάτες και κάμποσες φέτες τυρί να φάνε. Αν περισσέψουν θα αγοράσει και μια μπουκάλα κρασί. Να την κάνει δώρο στον πατέρα της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly