frear

Καινόν Πάσχα – της Κυριακής Κυριακουλέα

Έφτιαξε τη φούστα της με μια περιστροφική κίνηση 180ο γύρω απ’ τη μέση. Το πουκάμισο άστραφτε πάνω της κολλαριστό. Ίσιωσε καλά καλά τον γιακά μέσα απ’ το μπλε σακάκι. Έριξε μια ματιά στον ολόσωμο καθρέφτη και μονολόγησε: «Μαρία, σάμπως να ’βαλες κιλά τελευταία». Έπειτα άφησε το καπέλο απαλά στο κεφάλι. Ξανακοιτάχτηκε σαν κάτι να μην της άρεσε, βύθισε λαίμαργα τα δάχτυλα στα μαλλιά και στρίβοντάς τα με θράσος, σχημάτισε έναν μικρό κότσο ψηλά στον αυχένα. Ήξερε πως την έσωζε στις δύσκολες στιγμές, μια δόση αρχοντιάς στο αναγεννησιακό της κορμί.

«Μαμά, θα κρατήσω εγώ τη λαμπάδα σου, όπως κάναμε πέρσι με το κερί του Επιταφίου», φώναξε δυνατά η Χριστίνα από μέσα και το μωρό στην κούνια έβαλε τα κλάματα. Ευτυχώς είχε προλάβει να το θηλάσει. Οχτώ χρονών η Χριστίνα, οχτώ μηνών αυτό, και το γάλα της έτρεχε ακόμα ποτάμι. Σαν να το ‘ξερε το μπαγάσικο, είχε γλυκαθεί και δεν την άφηνε ν’ ανασάνει. « Χριστινάκι μου, δες λίγο το μωρό κι έρχομαι», της είπε. Ωσότου να ετοιμαστεί, τα κανακέματα της μικρής το γλύκαναν. Εκείνη πατώντας ελαφρά στις μύτες μπήκε στο δωμάτιο για να επιβεβαιώσει τη μόλις ολίγων λεπτών κατακτημένη σιωπή. «Όλα καλά», σκέφτηκε. Τα χέρια του κλειστά, μικρές ανάποδες γροθιές πάνω στο μαξιλάρι, υπόσχονταν ύπνο βαθύ.

Άφησε ήσυχη το μωρό και σχεδόν αστραπιαία μπήκε στην κουζίνα. Το αυγολέμονο τής άναψε τα ρουθούνια. Ο Ανέστης καταβρόχθιζε με τα μάτια τη μαγειρίτσα στην ξεσκέπαστη κατσαρόλα. Πήγε ύπουλα πίσω απ΄ την πλάτη του και σαν υπνωτισμένη τύλιξε τα χέρια στη μέση του. Το κεφάλι του έγειρε νωχελικά μπροστά, μια ηθελημένη παράδοση που πάντα την τρέλαινε.

«Φεύγεις;», τη ρώτησε κοιτώντας τους μικρούς ρόμβους στα πλακάκια της κουζίνας. «Ναι, έχω ήδη αργήσει. Στις έντεκα, είπαν να είμαστε όλοι στις θέσεις μας. Βλέπεις, είναι κι εκείνος ο γρουσούζης ο αστυνόμος που μ’ έχει βάλει στο μάτι καιρό τώρα. Ο Νικήτας μου είπε πως λέει τις γυναίκες άχρηστα βαρίδια και πως κάνουν μόνο για τα γραφεία».

Μια ματιά στο ρολόι του τοίχου έκοψε τον θυμό της στη μέση. Του άφησε ένα πεταχτό φιλί χαμηλά στον λαιμό, άρπαξε στα χέρια την τσάντα κι όρμησε έξω. Στο λεπτό κατηφόριζε τη μικρή λεωφόρο. Τα χέρια τής έδιναν ώθηση και τα τακούνια ρυθμό. Δέκα λεπτά δρόμος το σπίτι της απ’ την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Φέτος ήταν τυχερή, εδώ κι έναν χρόνο, είχε πάρει απόσπαση στο Τμήμα της περιοχής της.

Ο Ανέστης κι η Χριστίνα θα ‘βλεπαν την Ανάσταση στην κρατική τηλεόραση με τις αναμμένες λαμπάδες στα χέρια. Ούτε λόγος να ξεσηκωθούν νυχτιάτικα με το μωρό. Άσε που ‘κείνος φοβόταν και τις κροτίδες. Πριν καλά καλά ο παπα-Λάμπρος ξεστομίσει το «Χριστός Ανέστη», έσκαγαν θριαμβευτικά πλάι του. Το Χριστινάκι, όμως, σωστή Μουμπουλίνα! Στο πρώτο μπαμ έσκαγε στα γέλια μαζί με τις χειροβομβίδες, όπως τις έλεγε.

Λίγο περπάτημα της έμενε και θα πέρναγε το κατώφλι του Αϊ Δημήτρη με το ψιλόλιγνο καμπαναριό. Στο προαύλιο θα συναντούσε τον Νικήτα και τον Αργύρη, νέοι αστυφύλακες όπως αυτή αλλά πολλά υποσχόμενοι. Τούτες τις Άγιες Μέρες φρόντιζαν για την τάξη. «Τα μάτια σας δεκατέσσερα», τους είχε πει ο Αστυνόμος, «τέτοιες ώρες γίνονται όλα!» Κοίταξε το ρολόι στο χέρι της και τάχυνε το βήμα.

Πέρασε τη μικρή πλατεία στ’ αριστερά της λεωφόρου με τις ολάνθιστες νερατζιές. Η μυρωδιά τους φώναζε καινόν Πάσχα, θανάτου νέκρωσιν, τήν τοῦ Ἄδου καθαίρεσιν καί ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν. Εισέπνευσε βαθιά. Τα πνευμόνια της γέμισαν ανθούς, όταν ένα υπόκωφο κλάμα ήρθε ξαφνικά στ’ αυτιά της. Έστρεψε απότομα το κεφάλι προς τον σιδερένιο κάδο απ’ όπου έβγαινε η φωνή. Το κλάμα, όσο περνούσε η ώρα, δυνάμωνε. Κάποια στιγμή απόκτησε διθυραμβικό τόνο μες το άδειο μεταλλικό αντηχείο. Περπάτησε γρήγορα προς τα ‘κει κι έσκυψε πάνω απ’ το βρώμικο στόμα της σιδερένιας χοάνης που έχασκε ανοιχτό. Στον πάτο είδε ξαπλωμένο ένα βρέφος, θα ‘ταν δε θα ‘ταν δυο μηνών, σαβανωμένο, με μάτια σφιγμένες γραμμές και πρόσωπο κατακόκκινο αίμα.

Δίχως δεύτερη σκέψη πέταξε απ’ τα πόδια τις μαύρες γόβες και σκαρφάλωσε στον κάδο. Μ’ έναν γρήγορο ελιγμό βούτηξε μέσα. Οι μύτες των ποδιών της βρέθηκαν χιλιοστά δίπλα στο βρεφικό κεφάλι. Στην ξαφνική εισβολή το μωρό τρόμαξε. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια, την κοίταξε ολόισια και βουβάθηκε. Τότε εκείνη άπλωσε τα χέρια, το ‘φερε αθόρυβα κοντά της και λυγίζοντας τα γόνατα έκατσε στον σιδερένιο κουβά. Έπειτα ξεκούμπωσε τελετουργικά το λευκό της πουκάμισο κι έλυσε το βαμβακερό σουτιέν. Αμέσως το στήθος της ξεχύθηκε λεύτερο κι οι ρώγες, σαν να δέχθηκαν εντολή, μπήκαν σε λειτουργία. Το μωρό άμα το ‘δε, τ’ άρπαξε με τα μικροσκοπικά του δάχτυλα κι άρχισε να ρουφά αχόρταγα. Όσο εκείνο χόρταινε ζωή, η Μαρία είχε αφήσει πίσω της όλη τη Χριστιανοσύνη να προσδοκά την Ανάσταση του Θεανθρώπου.

Όταν στο μεγάφωνο ακούστηκε η στεντόρεια φωνή του παπα- Λάμπρου, δεῦτε λάβετε φῶς, ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός…, σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό. Ένα μαύρο σεντόνι, ξάστερο τούτη τη νύχτα. Ύστερα κοίταξε πάλι το μωρό κι απ’ τα δικά της χείλη βγήκε… ἡ Παρθένος σήμερον, τόν Προαιώνιον Λόγον ἐν σπηλαίῳ ἔρχεται ἀποτεκεῖν ἀπορρήτως.

Οι καμπάνες τ’ Απρίλη σείστηκαν δυνατά.

« Α ρε, αστυνόμε», ψέλλισε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly