frear

Μεγάλη Δευτέρα – της Μαρίας Παπαϊωάννου

Τον ξύπνησε το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα και κοίταξε το ρολόι του θυμωμένα για να δει τι ώρα είναι.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, φόρεσε μια λευκή φανέλα που είχε πετάξει αποβραδίς επάνω στην καρέκλα της κρεβατοκάμαρας και σέρνοντας τις λαστιχένιες σαγιονάρες του, κατευθύνθηκε στην κουζίνα από όπου ερχόταν ο ήχος από το ραδιόφωνο που ήταν συντονισμένο στον σταθμό της εκκλησίας της Ελλάδος και εκείνη την στιγμή εξέπεμπε μια βαριά βυζαντινή ψαλμωδία.

Η Σούλα, όρθια μπροστά στο νεροχύτη, καθάριζε πατάτες και κρεμμύδια και τα έριχνε σε μια κατσαρόλα γεμάτη με νερό.

«Καλά, κουφή είσαι; Έλεγα πέθανες τόση ώρα που έκανες να το απαντήσεις το γαμημένο. Με ξύπνησε», της απευθύνθηκε ξύνοντας την πλάτη του και μπήκε στο μπάνιο.

Η Σούλα σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της αμίλητη και έβαλε στο σέικερ δυο γερές κουταλιές στιγμιαίο καφέ και το χτύπησε με μανία για να κάνει καλό αφρό.

Του τον σέρβιρε με δυο παξιμάδια και γύρισε στο νεροχύτη αμίλητη.

Εκείνος κάθισε στο τραπέζι και άναψε ένα τσιγάρο. Έπινε τον καφέ αφηρημένος και κοιτούσε τα καπούλια της Σούλας που σάλευαν στον ρυθμό του μαχαιριού που έγδερνε τα κρεμμύδια και τις σάρκες από τις πατάτες.

«Τί φτιάχνεις κυρά Σούλα; Τίποτα καλό;» την πείραξε

«Πατατόσουπα» απάντησε εκείνη χωρίς να τον κοιτάζει

«Δεν βαριέσαι, θα φάω στο μαγαζί» είπε και σηκώθηκε να φύγει για να ετοιμαστεί.

Η Σούλα, σαν να την χτύπησε ρεύμα με την απάντησή του, πέταξε το μαχαίρι και γύρισε προς το μέρος του σοκαρισμένη.

«Μεγάλη Δευτέρα ρε Γιώτη, ποιό μαγαζί, τί λες; Θα ανοίξεις σήμερα;»

«Τί λες μωρέ; Ποιά Μεγάλη Δευτέρα και μαλακίες; Αυτά είναι για τους παπάδες και για κάτι βολεμένες σαν εσένα που τα έχετε όλα έτοιμα και έχετε φτιάξει κώλους από το καθισιό όσο περιμένετε εμάς, τους είλωτες, να σας ταΐσουμε».

Η Σούλα πέταξε την ποδιά της στον πάγκο της κουζίνας και έτρεξε πίσω του ενώ εκείνος κατευθυνόμενος προς την κρεβατοκάμαρα έβγαζε τα εσώρουχά του και τα σώριαζε στο διάδρομο.

«Ρε Γιώτη, Γιώτη μου, σε παρακαλώ, λογικέψου, μια βδομάδα είναι, δεν θα πέσουμε έξω αν δεν δουλέψει το μαγαζί μια βδομάδα, άλλωστε ποιός θα έρθει τέτοιες μέρες, όλοι νηστεύουν, και άσε που ήδη φεύγουν για τα χωριά τους, δεν είναι κανείς εδώ».

Ο Γιώτης ολόγυμνος πια μπροστά της, προσπαθώντας να βρει καινούρια εσώρουχα και κάλτσες για να φορέσει, με το τσιγάρο στο στόμα, γελούσε ειρωνικά με τα όσα η Σούλα προσπαθούσε να τον πείσει.

«Γιώτη μου, έλα, έλα να σου βάλω να φας λίγο χαλβά που έφτιαξα και να καθίσουμε λίγο παρέα, να δούμε τηλεόραση, να φάμε μια φορά σαν οικογένεια όλοι μαζί, θα έρθει και το παιδί από το πανεπιστήμιο σε λίγο, θα χαρεί να σε δει στο σπίτι, μια βδομάδα είναι Γιώτη μου, θα περάσει και θα ανοίξεις πάλι το μαγαζί».

Ο Γιώτης χάνοντας την υπομονή του πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα και το πάτησε με την λαστιχένια σαγιονάρα γεμίζοντας στάχτες που σκόρπισαν και χάθηκαν μέσα στο μωσαϊκό.

Έπειτα φόρεσε βιαστικά ένα σώβρακο και μια φανέλα και με θυμό που είχε αρχίσει να κοχλάζει έντονα της απάντησε μέσα από τα δόντια του ότι το παιδί τους μάλλον από κάποια καφετέρια ή καμιά γκόμενα θα γυρίσει το μεσημέρι κατάκοπο και όχι από την σχολή του, όπως την παραμύθιασε, γιατί τα πανεπιστήμια έχουν κλείσει για Πάσχα.

Και ολοκλήρωσε τον λόγο του φορώντας ένα τζην και πουκάμισο και φωνάζοντάς της θριαμβευτικά:

«Ηλίθια! Ε, ηλίθια!»

Η Σούλα, παραδόξως για το σκαρί της, δεν έλεγε να το βάλει κάτω μολονότι έβλεπε ότι ο Γιώτης ήταν ανένδοτος.

Έτσι επέμενε να βομβίζει γύρω του σαν μέλισσα ή μάλλον σαν αλογόμυγα του Αυγούστου. Εκείνος χτένισε τα μαλλιά του και τους έβαλε ζελέ, από αυτό το διάφανο στρογγυλό κουτί με το μπλε κολλώδες φτηνό υλικό μέσα, που νόμιζε ότι αν το στοκάριζε στα σωστά σημεία ότι θα έκρυβε την αρχή της φαλάκρας του και έριξε δυο γερές ψεκασιές από το άρωμα του γιου τους που βρήκε στο ντουλαπάκι του μπάνιου.

Κάποια στιγμή και ενώ εκείνη είχε πια ξεσπαθώσει για τα καλά, την άκουσε μέσα στο κεφάλι του να φωνάζει:

«Μεγάλη Δευτέρα, Ο Χριστός με την μαχαίρα, δεν φοβάσαι Θεό εσύ;»

Ήταν η στιγμή που κάτι άστραψε μέσα του οπότε την βούτηξε από το λεπτό σαγόνι της και την έσυρε μέχρι την κουζίνα.

«Ο Χριστός με την μαχαίρα; Ο Χριστός με την μαχαίρα ε; Αν δεν βγάλεις το σκασμό θα σε σκίσω εγώ με αυτή την μαχαίρα, το κατάλαβες μωρή; Με του Γιώτη τη μαχαίρα που την έχει πληρώσει από αυτό το μαγαζί που εσύ σνομπάρεις και βλαστημάς, αχάριστη. Ε, αχάριστη!» και της κόλλησε το μαχαίρι με το οποίο προ ολίγου καθάριζε τις πατάτες και τα κρεμμύδια στο πρόσωπο, γρατζουνίζοντάς την τόσο όσο χρειαζόταν για να την κάνει να σωπάσει για τα καλά. Αλλά δεν χόρτασε με αυτό και συνέχισε στον ίδιο τόνο

«Μου έχεις ζαλίσει τα συκώτια από την ώρα που ξύπνησα με του τράγους και τους δεσποτάδες και τον Χριστό σου και την Παναγία σου και δεν ξέρω εγώ τί άλλο πια εδώ μέσα που μου λαχε να ζω, γαμώ τον αντίθεό μου. Σου είπα ότι το μαγαζί θα ανοίξει και βούλωσέ το. Το σπίτι αυτό που μένεις, αυτό το μαγαζί στο έχει ξεχρεώσει, το αυτοκίνητο του γιου σου αυτό το μαγαζί το έβγαλε, το εξοχικό στην Κάρυστο που πας με την μάνα σου το καλοκαίρι και κάνετε τα μπάνια σας από εκεί έχει χτιστεί και τον αδερφό σου τον σαλταδόρο από την φυλακή αυτό το μαγαζί τον γλίτωσε. Ξέρεις μωρή πόσα Πακιστάνια περιμένουν ουρά για να παραγγείλουν αυτή τη βδομάδα που εσύ ξημεροβραδιάζεσαι κάνοντας το κέφι σου στις εκκλησίες και εγώ δουλεύω σαν τον μαλάκα; Νομίζεις ότι όλοι οι χριστιανοί ορθόδοξοι είναι βαρεμένοι σαν εσένα και την μάνα σου που σπάει τα τηλέφωνα κάθε πρωί η φώκια και δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε; Ξέρεις πόσος κόσμος απολαμβάνει κρεατάκι του γάλακτος τέτοιες μέρες; Μπουκιά και συγχώριο, μούρλια, να γλύφεις μέχρι το μεδούλι, να λιγώνεσαι από την γλύκα και να θέλεις κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Να σοροπιάζεις από την φρεσκάδα και το άρωμα, να μεθάς μόνο που το βλέπεις, να θέλεις να χαθείς μέσα στη βελούδινη σάρκα να κατασπαράξεις κάθε σπιθαμή, κάθε χιλιοστό, να μην αφήσεις τίποτα να πάει χαμένο. Αλλά πού να τα ξέρεις εσύ αυτά, πού να τα βάζει ο νους σου, άρρωστη ήσουνα πάντα. Κρύα και άρρωστη. Έτσι όπως στα είπα να τα πεις στην μάνα σου τώρα που θα σε πάρει πάλι τηλέφωνο. Άκουσες; Να φρίξει, να πλαντάξει, να ησυχάσουμε. Μη σας περάσω σούβλα και τις δύο μεθαύριο το Πάσχα, καριόλες.»

Την άφησε να πέσει καταγής μέσα στη μέση της κουζίνας και να κλαίει σιωπηλά όσο εκείνος φόρεσε τα παπούτσια και τα γυαλιά ηλίου και έφυγε βιαστικά.

Η Σούλα έφαγε μόνη της, έβαλε ένα πλυντήριο με τα άπλυτά του και ξάπλωσε στον καναπέ βλέποντας ταινίες εποχής που έπαιζε πάντα τέτοιες μέρες η τηλεόραση, μέχρις ότου να σήμαινε η καμπάνα για την ακολουθία της Μεγάλης Δευτέρας όπου και θα πήγαινε να την παρακολουθήσει. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά και το σήκωσε βιαστικά από συνήθεια, παρόλο που ήταν μόνη στο σπίτι και δεν κοιμόταν κανείς για να τον ενοχλήσει.

Από την άλλη άκρη του σύρματος η φωνή με τα σπαστά ελληνικά μιλούσε γρήγορα σαν αυτόματο και η Σούλα αφού την άκουσε κουνώντας το κεφάλι της νευρικά, απάντησε με απελπισία που δεν διακρινόταν στον τόνο της, αλλά στα κουρασμένα μάτια της:

«Σιλβάνα, το αφεντικό είναι στο μαγαζί, πάρε εκεί, τα ραντεβού θα γίνουν κανονικά και αυτή την εβδομάδα, ίσως να έχει ξεχάσει το κινητό του στο αυτοκίνητο ή να έχει πετάξει κανά κορίτσι σε πελάτη, ξαναπροσπάθησε».

Το έκλεισε και δυνάμωσε ξανά την τηλεόραση που εκείνη την ώρα έπαιζε τον Χιτώνα, με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly