frear

Αντίχριστος – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Είδε τις κινήσεις μου, με ξέρει σαν την παλάμη της, ετοιμάζεσαι να βγεις; μου λέει, ναι, της λέω, θα περπατήσω εδώ κοντά μέχρι το Ξύλινο Κάστρο. Περίμενέ με, θα έρθω κι εγώ, μου λέει, δεν μπορώ άλλο μέσα, ετοιμάσου, της λέω, αν κι εμένα μ’ αρέσουν περισσότερο οι μοναχικοί περίπατοι, όμως χάρηκα που θα ερχόταν μαζί μου γιατί μερικές φορές με πιάνει απ’ το χέρι στο δρόμο και μ’ αρέσει. Έτοιμη είμαι, μου λέει σε λίγο, φεύγουμε, της λέω, μια στιγμή μόνο να στείλω και για σένα ένα μήνυμα στον Μεγάλο Αδερφό. Σου είπα, μου λέει, εκείνο το βιβλίο του Όργουελ να μην το διάβαζες, έκανα πως δεν άκουσα.

Καθώς μπήκαμε στον δρόμο δίπλα στο ποτάμι χτύπησε το κινητό στην τσέπη, ο φίλος από τα Λεχαινά, ακόμα Λεχαινά είσαι; του λέω, ναι μου λέει δυστυχώς και δεν είναι καλά τα πράγματα εδώ πέρα, τι συμβαίνει; του λέω, δεν με θέλει κανένας εδώ, μου λέει, φοβούνται μπας κι έφερα τον ιό από την Αθήνα, με είδαν και στις ειδήσεις καθώς περνούσα τα διόδια, ούτε εύκολο είναι να γυρίσω πίσω και κάθομαι όλη μέρα μέσα. Γιατί δε βγαίνεις καμιά βόλτα; του λέω, απαγορεύεται, μου λέει, στείλε μήνυμα, του λέω, μήνυμα; μου λέει, ποτέ, ποτέ των ποτών (sic). Γιατί; του λέω. Άκου, μου λέει, εσύ βγήκες τώρα με τη γυναίκα σου, πόσα μηνύματα έστειλες; δύο, του λέω, ένα για τον καθένα. Αν θυμάμαι καλά ήσουνα καλός στην αριθμητική στο σχολείο, μου λέει, δεν μίλησα γιατί δεν είχα κάτι να πω, έτσι του έδωσα το χρόνο να συνεχίσει. Θυμάμαι στο σχολείο ήσουνα καλός στην αριθμητική, επαναλαμβάνει, πάλι έμεινα σιωπηλός, για πες μου, μου λέει, πόσο κάνει το 13033 δυο φορές; εγώ καμία απόκριση, υποψιάστηκα παγίδα, 26066, μου λέει αυτός με στόμφο. Γέμισε ο τόπος εξάρια, του λέω, ήξερα που το πήγαινε, είχε δώσει και στο παρελθόν αφορμές. Ααα μπράβο, μου λέει, δεν είναι απλώς εξάρια, είναι ο ίδιος ο αντίχριστος, συμπλήρωσε. Κι ύστερα μας λένε ότι δεν κρατούν αρχεία, ρε που μπλέξαμε, μου λέει.

Κατά τ’ άλλα καλά; του λέω, τι καλά; καλάθια, μου λέει, με γκρινιάζει κι η γυναίκα που την έφερα εδώ κάτω, άντε να σε κλείσω τώρα, ζεστάθηκε τ’ αυτί μου, είπαμε γεια δεν είπαμε, δεν θυμάμαι. Είχε δώσει αφορμές και δεν μ’ εξέπληξε με τους λογαριασμούς του, θα έλεγα καλύτερα λογισμούς. Άρχισα όμως να το σκέφτομαι, απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, είπα αμέσως και το ‘βγαλα από το μυαλό μου. Επιστρέφαμε πλέον προς το σπίτι όταν στη γωνία τρακάραμε τον Θοδωρή με τη Βιβή, γειτονάκια μας, αγαπημένο ζευγαράκι, έχουν και δύο παιδάκια χαριτωμένα. Βγήκατε; μας λένε, ναι τους λέω εγώ βγήκαμε, εσείς για πού το βάλατε; να μια βόλτα, μου λένε. Στείλατε μηνύματα; τους λέω, μηνύματα ποτέ, μου λένε κι άρχισαν να γελούν και μόλις απομακρύνθηκαν λιγάκι, μου φωνάζει ο Θοδωρής, μήπως ξέρεις κυρ Γιώργο πόσο κάνει 13033 επί δύο; Ξέρω παιδί μου, του λέω.

Φοβήθηκα λιγάκι, για να λέμε την αλήθεια, γύρισα κι έφτυσα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έκανα κι ένα γρήγορο σταυρό μέσ’ από το σακάκι. Καθώς πλησιάζαμε στο σπίτι: «εκείνο το βιβλίο δεν έπρεπε να το διάβαζες, εγώ σου το είχα πει», μου πετάει η γυναίκα μου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly