frear

Για το «Όπως Ποτέ» του Μισέλ Φάις – γράφει ο Χρήστος Βασματζίδης

Η σιωπή της γραφής

Μισέλ Φάις, Όπως Ποτέ, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019.

Φαινομενικά έχει τη μορφή ενός ανελέητου διαλόγου. Δύο πρόσωπα, ή ένα πρόσωπο με τον εαυτό του ή ένας άντρας και μία γυναίκα ή ο ίδιος ο συγγραφέας- αφηγητής με κάποιον τρίτο, συνομιλούν σε πέντε κεφάλαια, κάθε ένα από τα οποία (εκτός από το τελευταίο που θεματικά είναι επιλογικό), περιλαμβάνει ένα ακόμη υποκεφάλαιο με τον ίδιο πάντα τίτλο «Η αρρώστια του χρόνου». Το Όπως Ποτέ με τον προβοκατόρικο υπότιτλο «Κωμωδία της κούρασης», είναι το καταληκτικό βιβλίο της τριλογίας του συγγραφέα, μετά το μυθιστόρημα Από το πουθενά και τη νουβέλα Lady Cortisol. Και σ’ αυτό το βιβλίο ο Φάις επιδεικνύει τη δεξιοτεχνία του σε μία γραφή που η κριτική πολλές φορές της έχει αποδώσει τον όρο «θραυσματική», καθώς λείπουν οι όροι μιας κλασικής αφηγηματικής τεχνικής, δηλαδή εκείνης που επιβάλλει να είναι έστω ελάχιστα διακριτό το πλαίσιο στο οποίο κινείται ο αφηγητής από την αφηγούμενη ιστορία.

Ο Φάις αποδίδει έναν κατά τα φαινόμενα διάλογο. Μάλλον όμως πρόκειται για έναν μονόλογο εσωτερικής υφής που κατάφερε να γίνει αφηγημένος. Διαλύοντας χρόνο και τόπο, απεστιάζοντας από συγκεκριμένα γεγονότα, αποδομώντας τις παραδοσιακές μορφές γραφής, κατασκευάζει πολλές ιστορίες ταυτόχρονα, μικρές ποιητικές φόρμες, στοχάζεται φιλοσοφικά στα δύσκολα θέματα της ύπαρξης, δοκιμάζει και δοκιμάζεται, κυριολεκτικά, στα ακραία όρια της γλώσσας και των νοημάτων, ενώ παράλληλα προσπαθεί να διαρρήξει την ταυτοχρονία της σχέσης του αφηγητή με το αφήγημά του.

«Μέσα της πώς είναι;». Είναι η πρώτη φράση που ανοίγει το βιβλίο και που συναντάται στη συνέχεια σε διάφορες παραλλαγές («μέσα σου πώς είναι», «μέσα τους πώς είναι»). Χρησιμοποιείται μάλιστα για ν’ αλλάζει τον ρυθμό του λόγου και την έντασή του. Τόσο απλά δομημένη αυτή η ερώτηση, τόσο εύκολη στ’ αυτιά, τόσο φαινομενικά κοινότοπη, αλλά δύσκολη στην απάντηση. «Σαν να κυκλοφορείς σε χαμαιτυπείο, σε καταγώγιο, σε άτυπο πορνείο. Χαοτικό κτίριο. Ατέλειωτοι, μισοφώτιστοι διάδρομοι, στριφτές σκάλες, που τρίζουν σαν παλιά παπούτσια, και αμέτρητα τυφλά δωμάτια, στενά σαν τάφοι, αν και ζεστά, εξαιρετικά ζεστά. Κυριαρχούν τόνοι του κόκκινου. Της πιπερόριζας, του κερασιού, του κρασιού, του αίματος, της φωτιάς, του κοραλλιού, της κιννάβαρης. (…) Ό, τι συμβαίνει, αν συμβαίνει, όποτε συμβαίνει, όπως συμβαίνει, συμβαίνει με την εκμυστήρευση. Μόνο. Αποκλειστικά. Το ξεδίπλωμα των ιστοριών, τον διπλασιασμό του κόσμου μέσα από τις λέξεις. (…) Οι λέξεις, πάντως, προηγούνται των πραγμάτων. Οι λέξεις απευθύνονται, καλούν κοντά τους τα αγνοούμενα, τα παραγκωνισμένα, τα σκιαγμένα πράγματα για να τα καθησυχάσουν. Να τα παρηγορήσουν, να τα γαληνέψουν. Οι απαρηγόρητες λέξεις παρηγορούν. (…) Αφού μόνο αγγίζοντας κάποιον με τις λέξεις εξημερώνουμε το πιο άγριο, το πιο απροσπέλαστο, το πιο βουβό κομμάτι της σιωπής μας. Της διπλής σιωπής. Κι αυτού που αγγίζει κι αυτού που αγγίζεται.».

Πόσος Χάιντεγκερ βρίσκεται εδώ πέρα. Αντιγράφω· «κατά την ονομασία τα πράγματα που ονομάζονται καλούνται στην πραγματοποίησή τους. Πραγματοποιώντας, ξεδιπλώνουν κόσμο μέσα στον οποίο κατοικούν κι έτσι είναι αυτά που διαρκούν» (Martin Heidegger, Poetry, Language, Thought).

Αυτό το «μέσα σου/του/τους πώς είναι», είναι ένα χωρικό συνεχές. Ο ακατάπαυστος χρόνος, η διάρκεια ενός Λόγου που φαίνεται να αποσπάται από κάθε συνειδητότητα και κάθε βούληση. Άλλοτε σαν ψίθυρος, άλλοτε σαν κραυγή, ο λεκτικός χορός του Μισέλ Φάις, φτιάχνει ένα εγώ/διακείμενο, ένα «εγώ των άλλων». Αφηγητής, ιστορίες, απευθυντέες ερωτήσεις, παραληρηματικές περιγραφές, λεκτικές παραδοξότητες και στο τέλος μία ηχηρή προστακτική «ΣΚΑΣΕ», είναι οι απέλπιδες προσπάθειες να βρει αυτό το Εγώ, τη θέση του μέσα στη ροή του λόγου. Μπορεί να κυριαρχήσει; Μπορεί να σταθεί (να «κατοικήσει» κατά Heidegger) εκτός λόγου, όταν το μόνο όπλο που του έχει δοθεί για να λέγεται Εγώ, είναι ο ίδιος ο λόγος;

Λέει προς το τέλος του βιβλίου, «Το ξέρουμε. Όλες οι ερωτήσεις έχουν τεθεί, όλες οι απαντήσεις έχουν δοθεί. Μεταξύ μας δεν υπάρχει πλέον συνομιλία, διάλογος, στιχομυθία. Μια φωνή με τον αντίλαλό της. Μια ηχώ της ηχούς. Αυτό είμαστε. Γι’ αυτό μίλα όπως θες κι όποτε θες. Ακούω ακόμη και τη σιωπή σου. Και η ανάσα σου έχει βάρος για μένα. Είμαι εθισμένος στη φωνή σου. Με τις ρωγμές της, τις παύσεις της, τα τρέμουλά της, τα ξεκουρδίσματά της, τις περιδινήσεις της, τους λυγμούς της, τους πανικούς της».

Η πτώση του Λόγου. Η ανάδυση της βασιλείας της φωνής και της χροιάς της. «Μίλα όπως θες και όποτε θες», προτρέπει σαν να μην υπάρχει καμία αξία στα λεγόμενα. Άρα σαν να μην υπάρχει καμία διαφορετικότητα για την οποία αξίζει να μιλά κανείς. Αλλά αξίζει ίσως να «ακούει» τη σιωπή, ν’ αρπάζει από την παύση το νόημα, να εγκαθίσταται στο τρέμουλο της ανάσας πριν αυτή «φωνάξει». Εκεί στις παύσεις, τα προσωπεία του Φάις, αλλάζουν σκυτάλες και μιλάνε ακατάπαυστα («μία σκυταλοδρομία εαυτών»). Περιγράφουν, λοιπόν, το «μέσα της/σου/τους», άλλοτε σαν παλιό περιφερόμενο λούνα παρκ, άλλοτε σαν πάρτυ για ομοιώματα διασημοτήτων σε μία παρωδία αιωνιότητας, άλλοτε σαν μία ταραγμένη ιστορία που πασχίζει να κοιμηθεί και άλλοτε σαν να κυκλοφορεί κανείς σε χαμαιτυπείο, σε καταγώγιο, σε άτυπο πορνείο. Σαν μία γκροτέσκο απεικόνιση του εαυτού, που για να την αντιστοιχίσω εικαστικά, θα ανέτρεχα στο Metropolis και τη Νέα Αντικειμενικότητα του George Grosz, αν μπορούσα να αφαιρέσω το κοινωνικό σημαινόμενο του έργου.

Όλο αυτό το συνοθύλευμα εαυτών («σκόρπιος, διάχυτος, θρυμματισμένος», «εαυτότητες χωρίς εαυτό»), καταστάσεων («Κοιμόσαστε»), χρόνων που δεν φτάνουν ποτέ στην πράξη («όπως ο χρόνος που καθαρίζω ένα μήλο, κι όχι ο χρόνος που το τρώω»), λέξεων συνοδευτικών («η παραδοπιστία των λέξεων»), συνθέτουν μία ηχηρή σιωπή, που όπως έλεγε ο Μπλανσό, μαίνεται να γράψει ενάντια στη γραφή, μόνο και μόνο για να ακουστεί αυτό το Εγώ, ο εαυτός με τον δικό του λόγο, τον ιστορικό, τον αξιακό, τον λόγο – πρότυπο, τον λόγο έξω από την οχλοβοή της γλώσσας που φυλακίζει.

Ο Μισέλ Φάις από τον Γ. Ρόρρη.

Γράφει ο Φάις, «Ενδέχεται, όμως, κι όλη αυτή η ιστορία με τα κατώφλια, πατημένα ή απάτητα, απτά ή άυλα, να φέρει κάτι δικό σου. Κάτι μύχιο. (…) Εξού και τρέχεις και δεν σώνεις. Από κατώφλι σε κατώφλι. (…) Στέκεσαι εκεί που στέκεσαι. Και περιμένεις. (…) Στο εκάστοτε κατώφλι. Περιμένεις σαν να περίμενες από πάντα. Κατά βάθος προσδοκάς μία πτώση.». Γράφει και ο Μπέκετ στο Ακατανόμαστο, «πρέπει να συνεχίσεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, πρέπει να συνεχίσεις, θα συνεχίσω, πρέπει να λες λέξεις όσο αυτές υπάρχουν …ίσως με μίλησαν ήδη.. μ’ έφεραν στο κατώφλι της ιστορίας μου, μπρος στην πόρτα που ανοίγεται προς την ιστορία μου.. αν ανοίξει, θα είναι Εγώ, θα είναι η σιωπή».

Αυτή η χαριτωμένη ιστορία κούρασης του Φάις (παραφράζοντας πάλι τον Μπέκετ με τη «χαριτωμένη ιστορία σκόνης»), η περιδιάβαση από κατώφλι σε κατώφλι και τα στάδια της αναμονής, είναι η συνεχής προσπάθεια του ενεργήματος της ομιλίας, της αφήγησης, η αέναη ροή της γλώσσας με τις λέξεις που θέλουν άλλες λέξεις για να σημαίνουν κάτι, η ανάγκη να ειπωθούν ιστορίες, πολλές ιστορίες που έχουν ήδη ειπωθεί και στο τέλος η ανάγκη που εμφατικά αποδίδεται με ένα ηχηρό «ΒΟΥΛΩΣ’ ΤΟ», να δοθεί ένα τέλος στη ροή ενός λόγου που δεν λέει τίποτα πια, δεν σημαίνει τίποτα πια, που είναι κάτι το «ανυπόφορο».

Με το Όπως Ποτέ, ο Φάις αποδίδει τη ρευστή και δυστοπική πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται μία συνείδηση που γνωρίζει την ύπαρξή της μέσα από τον λεκτικό κώδικα που της έχει δοθεί. Χρησιμοποιεί λοιπόν αυτόν τον λεκτικό κώδικα αφενός για να φτιάξει ένα σπουδαίο λογοτεχνικό κείμενο, αφετέρου για να στραφεί ενάντια στους δομικούς κανόνες που τον απαρτίζουν, αναζητώντας (ματαίως ίσως) μία κατάσταση ηρεμίας ή αλλιώς την μπεκετική σιωπή ως μία κατάσταση ελευθερίας και αυτονομίας του Εγώ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία εξωφύλλου: Anthony Suau. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly