Με ξεχωριστό ενδιαφέρον διάβασα το νέο βιβλίο του Μάριου Μιχαηλίδη, Έρρικα-Δεκαοκτώ αφηγηματικές γραφές (Μomentum 2018). Θα σταθώ στο διήγημα Η συνάντηση με την Έρρικα. Για τα υπόλοιπα διηγήματα θα μιλήσουμε άλλη φορά.
Προέχει η των ονομάτων επίσκεψις: Έρρικα, λοιπόν, από το καθόλου συνηθισμένο όνομα του εκ Κυρηνείας της νήσου Κύπρου πάππου της, Ερρίκου. Μια πρόχειρη αναζήτηση στο Διαδίκτυο πληροφορεί ότι αυτό προέρχεται «προέρχεται από το Νορβηγικό Eirikr και σημαίνει μοναδικός ηγέτης ή παντοδύναμος». Το όνομα, λοιπόν, της κεντρικής ηρωίδας του διηγήματος φωτογραφίζει εξ αρχής (προϊδεασμό το ονομάζουμε οι φιλόλογοι) την προσωπικότητά της. Υπαρκτή η Έρρικα, και όχι πλάσμα της φαντασίας. Και όπως ομολογεί ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Μάρκος -περσόνα του συγγραφέα-, την γνώρισε στην Εύβοια, όταν επισκέφθηκε το εξοχικό της οικογένειας του Έκτορα και της Άννας, με τους οποίους συνδέεται από τα χρόνια της εφηβείας.
Η Έρρικα δεν είναι μια «κανονική κοπέλα» δεν είναι «σαν τους άλλους, είναι από εκείνα τα παιδιά, «που μέσα στο μυαλό τους έχουν ένα σπασμένο πύργο ελέγχου κι ένα ραντάρ μες στην καρδιά» κατά πως λέει η Μαριανίνα Κριεζή στο ποίημά της «Πτήση 201». «Έχει μια μορφή νοητικής υστέρησης» μας πληροφορεί ο συγγραφέας («ντρέπομαι» ομολογεί «που το λέω έτσι απλά με τον κυνικό ιατρικό όρο»). Αμήχανος δηλώνει εξ αρχής, εν όψει της συνάντησης μαζί της, γεγονός που επιτείνεται, καθώς ο πατέρας της «με έμφαση επαινούσε τα ξεχωριστά προσόντα της».
Είναι γεγονός ότι όλοι νιώθουμε αδύναμοι να διαχειριστούμε την επαφή μας με το «διαφορετικό», το άγνωστο για εμάς, που ο ανθρωπισμός, η ευγένεια, η μόρφωση, μάς καθοδηγούν να διαχειριστούμε με διακριτικότητα και σεβασμό, με άνεση και φυσικότητα, αλλά ο φόβος του «αλλιώτικου», του «άγνωστου» μάς φέρνει σε αμηχανία, που τα λεξικά σωστά την αποδίδουν ως απορία, δισταγμό, ως προς την ενδεδειγμένη στάση. Αυτό θα το δηλώσει ο αφηγητής σε δύο ακόμη σημεία αναφέροντας «σαν να ήθελα κάτι να αποφύγω», «Δεν μπορώ να πω πως ένιωθα βολικά» (σελ. 8). Αλλά και ο υπερήφανος για την κόρη του πατέρας εντείνει την ανησυχία, γιατί με σπουδή επαινεί «τα ξεχωριστά της προσόντα», (σελ. 7) «δεν ζει με αυταπάτες», κοιτά τον αφηγητή – επισκέπτη «μετρώντας ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες αντιδράσεις» του, δηλώνει «Είναι και αυτή ένας κανονικός άνθρωπος (…) το μόνο είναι που διαφέρει και δεν…».
Αυτό που, σιγά σιγά, θα διαλύσει την αμηχανία και θα την μετατρέψει σε θαυμασμό για το μη κανονικό πλάσμα είναι η ίδια η ηρωίδα. Αυτή θα τον υποδεχτεί «με κομμένη την ανάσα» με αγκαλιές και φιλιά, ενθουσιασμένη, χωρίς τις τυπικότητες που η κανονικότητα υποδεικνύει. Και αμέσως μετά ο αφηγητής-συγγραφέας θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως «(…) το βλέμμα της και η κάθε της κίνηση είχαν τον παλμό μιας γνήσιας αγάπης. Καμμιά προσποίηση». Και αυτό θα τον κάνει να συλλογιστεί, –«πικραινόμενος εν εαυτώ», όπως σημειώνει–, το θέμα των κοινωνικών συμβάσεων που μας περιορίζουν «σε μιαν εύθραυστη ανεκτικότητα» και μας αναγκάζουν «να μηρυκάζουμε τη χολή μας».
Η Έρρικα, με τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά της, θα συνεχίσει να αφαιρεί τους πλίνθους που αιώνες οικοδομούν τα κοινωνικά περί ΑΜΕΑ στερεότυπα. Κι αυτό κάνει τον συγγραφέα να δηλώσει «Όταν συναντάς στον δρόμο σου μιαν Έρρικα ντρέπεσαι, όπως εγώ που την κοίταγα, πώς άγγιζε τα τριαντάφυλλα και με πόση στοργή ψιθύριζε στο αυτί της γάτας, που την ακολουθούσε παντού, σαν ορφανό παιδί, ζητώντας μιαν αλλιώτικη αγκαλιά».
Όμως σταματώ εδώ, την ιστορία της Έρρικα, για να σας αφήσω να απολαύσετε το διήγημα μόνοι σας, χωρίς να αποκαλύψω τη συνέχεια, (να “σποϊλάρω” θα λέγανε οι μαθητές μου). Δεν θα αναφερθώ στην κορυφαία πράξη (στην κορύφωση του διηγήματος) που την προκαλεί με απόλυτη φυσικότητα η ηρωίδα του Μ.Μ. Πρόκειται για έναν απρόσμενο ηρωισμό, για μια πράξη ανθρωπιάς, καμωμένη στην πραγματικότητα από ένα αγγελικό πλάσμα που δεν ανήκει στην ομάδα των “κανονικών”. Την πράξη αυτή ο συγγραφέας την αποδίδει πολύ εύστοχα, αποφεύγοντας την πλαστότητα του εσκεμμένα “περίτεχνου”. Αντίθετα, με εκφραστική-περιγραφική λιτότητα, με ακρίβεια αργυραμοιβού θα έλεγε κανείς, ο Μ.Μ. τοποθετεί στην μια πλευρά της πλάστιγγας τις ενέργειες (περιεχόμενο), τα συναισθήματα, τις σκέψεις, και από την άλλη τη χρυσόσκονη της γραφής του (εν Φαντασία και Λόγω). Με σωστές αναλογίες, με ακριβείς δόσεις ουσιαστικών, ρημάτων επιθέτων και άλλων προσδιορισμών, επιτυγχάνει μία ισορροπία, που θα ζήλευε ο Φιλίπ Πετί, ο περίφημος Γάλλος ισορροπιστής σχοινοβάτης.
Εν ολίγοις, χωρίς ίχνος διδακτισμού, με απόλυτη φυσικότητα και απλότητα, με διαυγή εντιμότητα, ο Μάριος Μιχαηλίδης, μόλις σε 1.910 λέξεις, μας φέρνει σε επαφή με τα «αλλιώτικα» παιδιά του κόσμου, που συνήθως μένουν έγκλειστα, αόρατα δίπλα μας, θα μας οδηγήσει χωρίς καν να μας τείνει το χέρι, στην ψυχή της «μοναδικής – Έρρικας», με το πλεονέκτημα της αγνότητας, της ανεπιτήδευτης αγάπης και ενός απρόσμενου ανθρωπιστικού ηρωισμού, γνωρίσματα που, όταν το καλεί η ανάγκη, εν ριπή οφθαλμού καλύπτουν τα όποια κενά προκαλεί η «υστέρηση».
[Ο Γιάννης Νταουλτζής είναι κάτοχος των πτυχίων Φιλολογίας και Πολιτικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, και εργάζεται στη Μέση Ιδιωτική Εκπαίδευση. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Jimmy Lawlor. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]







