«Δεν θα αργήσω!», είπε καθώς φορούσε το παλτό της. «Θα κάνω κάποια τελευταία ψώνια» συνέχισε. «Το τραπέζι είναι σχεδόν έτοιμο». Καμία απάντηση! Ψέλλισε κάτι ακόμη κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν στρωμένο με δύο πορσελάνινα σερβίτσια τοποθετημένα προσεκτικά το ένα απέναντι από το άλλο. Τα μαχαιροπήρουνα γυάλιζαν και τα κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια λες και περίμεναν καμαρωτά να γεμίσουν με κρασί.
Όταν επέστρεψε μπήκε στην κουζίνα κρατώντας μερικές σακούλες. Τακτοποίησε τα ψώνια, άναψε το φούρνο κι έριξε μια τελευταία ματιά να δει μήπως ξέχασε κάτι. Σε λίγο ήταν ντυμένη όμορφα, αν και το περσινό της φουστάνι έδειχνε κάπως φαρδύ επάνω της. Σταύρωσε αμήχανα τα χέρια μπροστά της. Θύμιζε ντροπαλή μαθήτρια λίγο πριν ανέβει στη σχολική σκηνή να πει το χριστουγεννιάτικο ποίημά της.
Έβγαλε το φαγητό από τον φούρνο και το ακούμπησε προσεκτικά στο κέντρο του τραπεζιού. Ο ήχος του κρασιού καθώς έπεφτε στα ποτήρια ακούστηκε ανακουφιστικά μέσα στη βουβή τραπεζαρία.
Κάθισε χωρίς όμως να δοκιμάσει ούτε μπουκιά. Απέφευγε να κοιτάξει προς την άδεια καρέκλα απέναντί της, προς το ανέπαφο πιάτο, προς το γεμάτο κρασί ποτήρι δίχως ίχνος αποτυπώματος πάνω του. Η ματιά της έψαχνε παρηγοριά στο στολισμένο δέντρο.
Κοιτούσε ώρα πολλή το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ώσπου στο κέντρο μιας μεγάλης γυαλιστερής μπάλας, είδε να καθρεφτίζεται το είδωλό της. Αλλιώς φάνταξε η μοναξιά της μέσα στη γιορτινή γυαλάδα της μπάλας… Ήταν πράγματι αξιολύπητη καθισμένη κατάμονη στο γιορτινό τραπέζι! Η εικόνα αυτή την τάραξε τόσο που με τα χέρια της σαν κουπιά που κωπηλατούν πάνω σε άγρια κύματα έσπρωχνε με μανία ό,τι με τόση προσοχή είχε τοποθετήσει νωρίτερα πάνω στο τραπέζι.
Το πάτωμα γέμισε κομμάτια από πορσελάνη και κρύσταλλο και το χαλί λεκέδες που δύσκολα θα έβγαιναν. Ξεστόλισε το δέντρο. Αποφάσισε ετεροχρονισμένα να πενθήσει, να τον «αποχαιρετήσει», έστω κι έναν χρόνο μετά! Είναι κι αυτό μια αρχή!
Ένας κύκλος έκλεισε…







