Ήταν αρχές Δεκέμβρη κι όλοι, μικροί μεγάλοι, περίμεναν με ανυπομονησία τις γιορτινές μέρες. Το σχολείο ήταν ανάστατο. Οι τοίχοι του στολισμένοι ήδη με γιρλάντες, μπάλες χρωματιστές και μικροσκοπικά αγγελάκια –κάθε φορά που αντανακλούσε ο ήλιος πάνω τους, νόμιζες πως έριχναν ολόγυρα τους χρυσόσκονη. Από τη μια η διακόσμηση και από την άλλη οι μαθητές και οι δάσκαλοι –που στα διαλείμματα χαμογελούσαν, σιγοτραγουδούσαν ή ακόμα και μες στην ώρα του μαθήματος, φλυαρούσαν ασταμάτητα για τις μέρες που έρχονταν, έδιναν στην ατμόσφαιρα έναν τόνο ξεσηκωμού και ξεχωριστής μαγείας.
Σε όλους γεννιέται η ελπίδα ότι ο νέος χρόνος θα φέρει κάτι καλύτερο, σκέφτηκε και μισογέλασε, κι όπως συμβαίνει συνήθως, η ελπίδα είναι πιο δυνατή από την πραγματικότητα, σε κάνει να νιώθεις πιο γεμάτος, σε γεμίζει χαρά και αισιοδοξία, σου ξυπνάει τα αθώα συναισθήματα και τις μνήμες των παιδικών σου χρόνων.
Όταν ήταν μικρή, τις παραμονές των χριστουγεννιάτικων γιορτών ένιωθε πάντα ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό, είχε την αίσθηση (ή την ψευδαίσθηση) πως έβλεπε μικρές διάφανες φουσκίτσες που έσκαγαν παιχνιδιάρικα κάθε φορά που ακουγόταν στο δρόμο μια φωνή πιο δυνατή από τις άλλες. Ήταν πεπεισμένη ότι αυτές οι παρόμοιες με σαπουνόφουσκες μπαλίτσες δημιουργούνταν από τα χαμόγελα των ανθρώπων εκείνες τις μέρες. Τότε, νόμιζε ότι όλοι ένιωθαν την ίδια χαρά και για τα ίδια πράγματα.
Μεγαλώνοντας και πάντα νοσταλγώντας τα παιδικά της χρόνια, ανακαλώντας τα κάθε φορά που αισθανόταν ότι έπρεπε να πάρει δύναμη, αποφάσισε να γίνει δασκάλα. Ήθελε να βρίσκεται συνεχώς με παιδιά για να ζει την αθωότητα –ίσως γιατί φοβόταν μήπως μεγαλώνοντας έχανε τη δική της– να νιώθει την εμπιστοσύνη, να λύνει τις απορίες και τις ανησυχίες των μικρών της φίλων και κυρίως να βοηθάει όσο μπορούσε στη διατήρηση της μαγείας που όλα τα παιδιά –άλλα λιγότερο κι άλλα περισσότερο– κρύβουν μέσα τους.
Ήταν η δεύτερη χρονιά της ως ενεργή δασκάλα και είχε πλέον εντελώς πειστεί ότι δεν θα μπορούσε να κάνει ένα διαφορετικό επάγγελμα. Η επικοινωνία με τα παιδιά ήταν μια καθημερινή πρόκληση και όταν κατάφερνε να τα κερδίσει κι έβλεπε την αγάπη στα μάτια τους, η καλύτερη ανταμοιβή.
Αρχές Δεκέμβρη εμφανίστηκαν στο σχολείο και τα δίδυμα. Ο διευθυντής ενημέρωσε τις δασκάλες της τετάρτης πως αποφάσισε να παρακολουθήσουν και τα δυο παιδιά μαζί –την πρώτη μέρα–, τις μισές ώρες στο ένα τμήμα και τις μισές στο άλλο, για να διαλέξει το καθένα σε ποιο από τα δύο θα επιλέξει να πάει. Η μητέρα τους αποφάσισε να τα αλλάξει σχολείο πριν τις γιορτές, μια δύσκολη οπωσδήποτε χρονική στιγμή για δυο δεκάχρονα παιδιά. Εκτός από τους συμμαθητές τους που έπρεπε να αποχωριστούν, έπρεπε για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια να βρεθούν και σε διαφορετικά τμήματα. Αυτή τη γραμμή ακολουθούσε το ιδιωτικό σχολείο, για λόγους παιδαγωγικούς.
Παρατηρούσε τα δίδυμα. Ήταν πιο κοντά στο μπόι από ό,τι θα περίμενε και πολύ αδύνατα. Το αγοράκι ήταν κολλημένο πάνω στη μητέρα του, ενώ η μικρή είχε αρχίσει να κάνει κάποια βήματα παραπέρα, ερευνώντας το χώρο του σχολείου. Στο βλέμμα της έβλεπες την ανυπομονησία, ενώ στου μικρού τον τρόμο. Πλησίασε αργά, συστήθηκε στη μητέρα τους, τους χαμογέλασε και τα πήρε από το χέρι για να πάνε στην τάξη. Το χεράκι της Άννας ήταν ζεστό και απαλό, ενώ του Νικολάκη ιδρωμένο.
Μπαίνοντας τα σύστησε στα υπόλοιπα παιδιά και τα έβαλε να κάτσουν στο πρώτο θρανίο μπροστά της. Την κοιτούσαν μέσα στα μάτια και της προκαλούσαν αμηχανία. Η υπόλοιπη τάξη περιεργαζόταν επίσης με περιέργεια τους καινούριους, σα να έβλεπε ξωτικά. Εκμεταλλεύτηκε το καλό κλίμα που δημιουργήθηκε σιγά σιγά- πειράζοντας μερικά παιδιά, αστειεύτηκε μαζί τους, έκανε ερωτήσεις που ήξερε ότι οι καινούριοι γνώριζαν για να της δοθεί η ευκαιρία να τους επαινέσει κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τους κάνει να νιώσουν άνετα. Ήταν το πιο δύσκολα δίωρο που είχε περάσει μέχρι τότε σε τάξη. Ο μικρός ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα και συνεχώς ρουφούσε τη μύτη του. Όταν το κουδούνι χτύπησε, κατέβηκε στο γραφείο κρατώντας πάλι τα δίδυμα από το χέρι. Όσο κι αν προσπάθησε, ο μικρός σε αντίθεση με την αδελφούλα του δεν έβγαζε άχνα. Το χεράκι του ήταν ακόμα κρύο και ιδρωμένο.
Στο τέλος της ημέρας ο διευθυντής κάλεσε τις δασκάλες της τετάρτης και τους ανακοίνωσε πως από αύριο θα έχουν από ένα καινούριο μαθητή.
–Κάτια, θα έχεις το Νίκο, της είπε μ’ ένα χαμόγελο.
Την επομένη θέλησε να ενημερώσει το Νίκο για τους κανονισμούς της τάξης. Είδε πως μεγάλη εντύπωση του έκαναν τα όσα άκουσε για τους επιμελητές. Δεν του άρεσε, φαίνεται, η ιδέα να χάνει μια φορά το μήνα τα διαλείμματά του για μια ολόκληρη μέρα, οπότε αναγκάστηκε να του εξηγήσει τους λόγους γιατί γινόταν αυτό.
«Πρέπει κάποιος να προσέχει τα πράγματα σου όταν θα είσαι έξω και θα παίζεις, να ισιώνει το θρανίο σου, να καθαρίζει τον πίνακα και να είναι υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει στη διάρκεια του διαλείμματος. Δεν μπορεί όμως να είναι πάντα ο ίδιος, γι’ αυτό αλλάζουμε κάθε μέρα.» Κούνησε το κεφάλι του, απογοητευμένος –όχι μόνο από αυτό αλλά από όλα όσα έπρεπε να δεχτεί, όλες τις συνήθειες που έπρεπε να αλλάξει και τα καινούρια πράγματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει.
Αν και περνούσαν οι μέρες, η κατάσταση δεν άλλαζε. Ο Νίκος κάθε πρωί ερχόταν με πρησμένα τα μάτια και θλιμμένο μουτράκι. Ήταν καλός μαθητής, αλλά ντρεπόταν κι ένιωθε τόσο άβολα που δεν σήκωνε ποτέ το χέρι του μέσα στην τάξη. Δεν μιλούσε σε κανένα συμμαθητή του και πλέον κι αυτοί που είχαν όλη την καλή διάθεση να τον πλησιάσουν, είχαν απομακρυνθεί. Στα διαλείμματα έψαχνε την αδερφή του –που είχε αρχίσει να κάνει παρέα με τα παιδιά του τμήματός της– και καθόταν δίπλα της χωρίς καμιά φορά να μιλάει. Την παρακολουθούσε να παίζει, αγέλαστος.
Μια μέρα ξέσπασε. Στη διάρκεια μιας δύσκολης άσκησης μαθηματικών άρχισε να κλαίει. Ζήτησε από τη δασκάλα του την άδεια να βγει για λίγο έξω. Του το επέτρεψε και, κάνοντας νεύμα στους υπόλοιπους να συνεχίσουν να γράφουν την άσκηση, τον ακολούθησε. Προσπάθησε να τον ηρεμήσει, αλλά μάταια. Μετά από πολλές ερωτήσεις της εκμυστηρεύτηκε ότι νιώθει πολύ μόνος κι ότι θέλει να γυρίσει στο παλιό του σχολείο, στους συμμαθητές του. Στη συνέχεια την παρακάλεσε να τον αφήσει για λίγο μόνο του. Η Κάτια γύρισε στην τάξη αναστατωμένη.
Για δυο τρεις μέρες, σε κάθε ευκαιρία, μιλούσε στα παιδιά για την ενότητα, την αγάπη και το πώς πρέπει να στηρίζουμε τους συνανθρώπους μας. Πάντα τα λόγια των παιδιών πάνω σε τέτοια θέματα της προκαλούσαν έκπληξη. Έβλεπαν τα πράγματα τόσο απλά, σύμφωνα με την κοινή λογική, όπως θα έπρεπε να είναι, χωρίς να σκέφτονται με συμφέρον όπως οι μεγάλοι.
Ήταν είκοσι μία Δεκεμβρίου, λίγες μέρες πριν κλείσουν τα σχολεία κι όλοι βρίσκονταν σε ένα κλίμα ευφορίας. Τα παιδιά ανυπομονούσαν να αρχίσουν οι χριστουγεννιάτικες διακοπές. Ο Νίκος είχε σταματήσει να κλαίει, αλλά ακόμα δεν χαμογελούσε κι ούτε πλησίαζε τους συμμαθητές του.
Στο μάθημα της γλώσσας το θέμα τους ήταν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα. Ήταν σπάνιο να συζητάνε με τα παιδιά σε αυτό το μάθημα χωρίς να τους πιέζει ο χρόνος και χωρίς να μαθαίνουν γραμματικά ή συντακτικά φαινόμενα. Όλα ήθελαν να πάρουν το λόγο, να πουν τι κάνουν στο σπίτι τους κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, τι θα ήθελαν να κάνουν φέτος. Πόσο εύκολα ξεφεύγει μια συζήτηση με τα παιδια. Κάποιες φορές νόμιζε ότι απομόνωναν μόνο μία από τις λέξεις που έλεγε και με αφορμή αυτή τη λέξη που ολοφάνερα κέντριζε τη μνήμη τους αναφέρονταν σ’ ένα δικό τους περιστατικό. Συνήθως άσχετο με το θέμα. Πόσο το διασκέδαζε…
Ξεκίνησε να τους διηγείται το έθιμο των καλικαντζάρων. «Όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι πριονίζουν το τεράστιο δέντρο της γης. Στόχο έχουν να το κόψουν και να γκρεμίσουν στο κενό τους ανθρώπους κι ό,τι βρίσκεται πάνω στη γη. Κάθε χρόνο όμως, τέτοιες μέρες, επειδή είναι λιχούδηδες έρχονται από τα βάθη της γης και λεηλατούν τα φαγητά που ετοιμάζουν οι άνθρωποι στα σπίτια τους. Πειράζουν τα πράγματα τους και κάνουν ζημιές και ζαβολιές. Την παραμονή της γιορτής του Άγιου Ιωάννη ξανακατεβαίνουν κάτω, αλλά βρίσκονται μπροστά σε μια έκπληξη. Το δέντρο που το είχαν αφήσει από μια κλωστή να κρέμεται έχει τραφεί κι έχει γίνει τεράστιο όπως πριν. Κι έτσι ξεκινάν τα καλικαντζαράκια από την αρχή, αλλά μόλις φτάσει το δέντρο να κρέμεται από μια κλωστή έρχονται τα Χριστούγεννα και ξανανεβαίνουν στη γη. Το δέντρο τρέφεται και πάλι και γι’ αυτό ποτέ δεν πέφτει η γη στο κενό.»
–Και γιατί δε βάζουν επιμελητές, κυρία, όπως εμείς; ακούστηκε μια δειλή φωνή.
Όλη η τάξη ξέσπασε σε γέλια. Άρχισαν να φωνάζουν και να επιβραβεύουν το συμμαθητή τους που το είχε σκεφτεί. Έστρεψε κι αυτή το βλέμμα της προς τον Νίκο. Τους κοιτούσε αμήχανα και για πρώτη φορά χαμογελούσε…
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Για να δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης, πατήστε εδώ.]







