frear

Ο αμνός του θείου – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Για τον καιρό δεν ενδιαφέρονταν ο θείος ποτέ, όλοι οι καιροί καλοί είναι, έλεγε. Αυτός χειμώνα καλοκαίρι φορούσε το καπέλο του, μια τραγιάσκα με κουμπί ραμμένο στην κορυφή και σούρες γύρω γύρω από το κουμπί, που έμοιαζαν σαν φτερωτή από παιδικό παιχνίδι και πήγαινε για τις δουλειές του. Όλες οι μέρες ήταν ίδιες γι’ αυτόν, είτε είχε λιακάδα, είτε έβρεχε, είτε φύσαγε.

Όσο όμως δεν τον ένοιαζε ο καιρός τον υπόλοιπο χρόνο, όταν κόντευε το Πάσχα τον έπιαναν ανησυχίες. ‒Σαν τι καιρό θα μας κάνει ανήμερα, έλεγε και κοίταζε προς το βουνό, το Ριγάνι, μήπως είχε καμιά μουτζούρα στην κορυφή, προμήνυμα για καμιά δυσάρεστη μεταβολή. Μόνο για μια μέρα το χρόνο ενδιαφέρονταν ο θείος. Ανήμερα το Πάσχα ήθελε να έχει καλό καιρό για να ψήνει το αρνί στην αυλή του, αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιθυμία του θείου. Να περνούν οι φίλοι του, να τους βγάζει μεζέ, να πίνουν το κρασάκι τους και να λένε τις ευχές τους. Ήθελε να ’ναι μέρα ηλιόλουστη και να μη φυσάει να του ανακατεύει τη φωτιά, να γυρίζει το αρνί με την άνεσή του, αρχοντικά, όπως έλεγε, να μην το βιαστεί να το βγάλει και κρατεί το ψητό στα μπούτια και στην πλάτη.

Ο θείος είχε μια προβατίνα αμολυτή στα πρόβατα του ξαδέρφου του, που από υποχρέωση τον άφηνε να τα βοσκάει και στα δικά του τα χωράφια και σαν αντάλλαγμα έπαιρνε το Πάσχα το αρνί, ένα κεφάλι χλωρό τυρί και κάνα δυο μπουκάλια γάλα για να βάζει η θεία στην τυρόπιτα που έφτιαχνε ανήμερα. Αυτά ήταν σιωπηρά συμφωνημένα με τον ξάδερφο, μια κι έξω και είχαν καθιερωθεί με τα χρόνια, χωρίς να γίνονται κουβέντες πρόσθετες.

Το Μεγάλο Σάββατο ο ξάδερφος πήγαινε στο σπίτι του θείου το αρνί ζωντανό με τα πόδια δεμένα με σχοινί για να μη μπορεί να λακίξει. Το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου, με την Πρώτη Ανάσταση του Αμνού του Θεού, ξεκινούσε και η αντίστροφη πορεία του αμνού του θείου προς το θάνατο.

Μετά το μεσημέρι ο θείος ακόνιζε το μαχαίρι του, έπαιρνε το αρνί και το πήγαινε στην πίσω, την από κει άκρη της αυλής, όπου τέλειωναν οι πλάκες κι άρχιζε το χώμα. Άφηνε το αρνί κάτω, τραβούσε δύο τρία πρόσθετα τροχίσματα στο μαχαίρι με τη λίμα που είχε στη ζώνη του και μετά γονάτιζε με το αριστερό κάτω στην πλάκα και με το δεξί στην πλάτη του αρνιού για να το κρατά ακίνητο, έπιανε τη μουσούδα του με το αριστερό χέρι, την τράβαγε προς τα πίσω, έσκυβε για να βλέπει καλά το λαιμό κι έμπηχνε το μαχαίρι στην καρωτίδα, μέχρι να την κόψει καλά και να κάνει το αίμα πίδακα να πέσει πέρα στο χώμα και να μη λερώνονται οι πλάκες. Ο θείος έλεγε ότι το ζωντανό πρέπει να το πετυχαίνεις με την πρώτη, χωρίς να κάνεις μεγάλο άνοιγμα στο λαιμό και συμπλήρωνε, ο θάνατος θα πρέπει να επέρχεται ακαριαίως, τότε το κρέας γίνεται πιο νόστιμο.

Η θεία έφερνε τότε ένα τσίγκινο φαρασάκι με το λιβάνι στα κάρβουνα, το πλησίαζε κοντά να λιβανιστεί ο σφαγμένος λαιμός, έκανε με το φαράσι δυο τρεις φορές το σημείο του σταυρού και το απίθωνε χάμω για να ξορκίσει το αίμα. Ο θείος ανέμιζε με το χέρι του να ’ρθει λίγο λιβάνι και προς αυτόν γιατί το λιβάνισμα πάντα κάνει καλό, έτσι έλεγε. Το αρνάκι κλώτσαγε στον αέρα με τα μπροστά και τα πίσω πόδια, δυνατά αρχικά, αλλά με βραδύνουσα συχνότητα μετά, μέχρι που έπεφταν νεκρωμένα, τετέλεσται.

Όταν στράγγιζε το αίμα καλά, ο θείος ξεμπούκωνε λίγο με το μαχαίρι το δέρμα από το κόκκαλο στο πίσω πόδι κι έσπρωχνε ένα λεπτό ξυλαράκι ανάμεσα από το δέρμα και το κρέας για να μπαίνει ο αέρας. Τότε έσκυβε, προσάρμοζε το στόμα του στο μικρό άνοιγμα και φούσκωνε με δυνατές εκπνοές. Με τον αέρα το δέρμα ξεκολλούσε από το κρέας σιγά σιγά και το σφάγιο φούσκωνε σαν μπαλόνι. Μετά από κάθε φύσημα έπιανε τα πόδια και τα ’σπρωχνε προς την κοιλιά για να πιέζεται ο αέρας και να απλώνεται και στο υπόλοιπο κορμί. Το φούσκωμα έπαιρνε ώρα, έπρεπε να γίνει καλά, ήθελε γερά πνευμόνια, μέχρι ν’ απλωθεί παντού ο αέρας, να φτάσει μέχρι μπροστά στο στήθος και στην πλάτη και ν’ αρχίσει να βγαίνει από τον κομμένο λαιμό. Όταν είχαν περάσει τα χρόνια και ο θείος δεν είχε καλές αναπνοές, έβαζε εμένα και τον ξάδερφό μου να φουσκσώνουμε. Ήταν λίγο σιχαμερό να βάζεις το στόμα σου στο πόδι του σφαγμένου αρνιού, αλλά ανάγκας και οι θεοί πείθονται, να μη σου τύχει.

Μετά κρεμούσε το αρνί στο τσιγκέλι, στη μουριά, το έγδερνε, το ξεκοίλιαζε, έβγαζε άντερα, κοιλιές και εντόσθια και τα έδινε αχνιστά της θείας για να τα πλύνει. Όταν τέλειωνε μ’ αυτά έπαιρνε στον ώμο το σφαχτό και το πήγαινε μέσα στο υπόγειο όπου το κρεμούσε για να στραγγίξει και να παγώσει. Την άλλη μέρα, την άγια, πρωί πρωί, άναβε τη φωτιά στην ψησταριά και μέχρι να πέσει η θράκα, σούβλιζε το σφαχτό, το στέριωνε στέρεα στο σουβλί, το αλάτιζε και το πιπέριαζε καλά και φώναζε τη θεία να πιάσει το σουβλί από μπροστά να το βάλουν για να ψηθεί. Κάθονταν στην καρέκλα του, κοντά στην ψησταριά και δίπλα στο κοντό τραπεζάκι το τσίγκινο και άρχιζε να το γυρίζει. Παράλληλα η θεία έφερνε και τη σούβλα με το πλεγμένο κοκορέτσι, την έβαζε στη φωτιά κι ο θείος τη γύριζε και αυτή με τ’ άλλο χέρι.

Όταν ο ήλιος έφτανε ψηλά άρχιζαν να πηγαίνουν οι επισκέπτες, οι φίλοι του, σχεδόν οι ίδιοι κάθε χρόνο, εκτός και αν συνέβαινε κάτι απρόοπτο σε κάποιον -ολόκληρος χρόνος ήταν αυτός. Έβγαζε ο θείος το ευωδιαστό το κοκορέτσι και η θεία έφερνε την τυρόπιτα και το κρασί. Κερνούσε τους φίλους, έτρωγε, έπινε, αντάλλαζε ευχές, τσούγκριζε μαζί τους και με βαθιά ικανοποίηση άκουγε τα κολακευτικά λόγια των φίλων για τους καλούς μεζέδες, το κρασί και το αρχοντιλίκι του.

Ο θείος ξεπροβόδιζε τους επισκέπτες μέχρι την κάτω μεριά της αυλής, στο δρόμο. Οι ευχές πολλές, Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά και του χρόνου. Στην πίσω, την από ’κει μεριά της αυλής, το λιγοστό αίμα, που έβαψε τις άσπρες πλάκες την προηγούμενη, είχε ξεραθεί, το πολύ αίμα που έπεσε στη γη είχε εξαφανισθεί, το είχε ρουφήξει το χώμα, γιατί ήταν ζεστό όταν βγήκε και δεν πρόλαβε να πήξει.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα τώρα πρόσφατα που πήγα επίσκεψη στο σπίτι του ξαδέρφου μου και κοίταζα την κορνίζα με τη φωτογραφία του θείου, δίπλα ένα ραφάκι με την καπνοσακούλα του, το τσακμάκι του και το μαχαίρι μέσα στο ξύλινο θηκάρι του. Ο θείος φορούσε το κασκέτο με τη φτερωτή και χαμογελούσε, όπως τότε ανήμερα της Λαμπρής.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly