Γνώριζε τόσο καλά αυτή τη διαδρομή. Θα έπαιρνε από την αφετηρία το λεωφορείο της γραμμής γιατί εκεί πάντα βρίσκει κανείς θέση, πίσω από το κάθισμα του οδηγού ήταν η αγαπημένη της, και θα αφηνόταν για μια ολόκληρη ώρα να κοιτάζει μέσα απ’ το θολό τζάμι. Η βροχή, ασυνήθιστη για την εποχή, Μάης μήνας στα μισά του, την είχε ξαφνιάσει και είχε πάρει γι’ αυτό τα μέτρα της: το κίτρινο αδιάβροχο μπουφάν της και μιαν μεγάλη ομπρέλα, ικανή να την κρατήσει στεγνή από την κορφή μέχρι τα νύχια. Είχε ντυθεί κομψά και ζεστά για παν ενδεχόμενο αφού ποτέ κανείς δεν βάζει στοίχημα για τα τερτίπια του καιρού σ’ αυτή την τόσο παράξενη πόλη, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες μπότες της και το καλύτερό της χαμόγελο και κατέβηκε βιαστική τα σκαλιά. Στο άκουσμα ενός «κλακ» αισθάνθηκε πως η ξύλινη εξώθυρα είχε κλείσει απότομα πίσω της σαν η παλιά πολυκατοικία όπου έμενε να την ξέβραζε με ορμή από τα σωθικά της. Δεν γύρισε να σιγουρευτεί αν έκλεισε. Βιαζόταν. Η διαδρομή διαρκούσε μιαν ώρα και έπρεπε να είναι εκεί στις πέντε ακριβώς. Η κυρία τής το είχε πει με ύφος αυστηρό «Να μην αργήσετε σας παρακαλώ. Είμαστε πολύ απαιτητικοί με την τήρηση του ωραρίου».
Έστριψε στη γωνία προς την κεντρική πλατεία. Πέντε χρόνια τώρα η Ευγενία περνούσε καθημερινά από μπροστά της. Μεγάλη και μακρόστενη είχε υποστεί δυο απανωτές αναπλάσεις, χωρίς ομολογουμένως ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα κι είχε γίνει το στέκι της νεολαίας που έβγαζε εκεί για βόλτα την πλήξη της. Καλημέρισε με ένα νεύμα το παιδί που δούλευε στο γνωστό της καφέ κι ανέβηκε στο λεωφορείο της γραμμής. Αυτή θα ’ταν μια μεγάλη μέρα. Η πρώτη της δουλειά μετά από την απόκτηση του πτυχίου της κοινωνικής λειτουργού. Το χαρτί της αγγελίας ήταν τσαλακωμένο στην βρεγμένη της τσέπη. Θυμόταν απ’ απ’ έξω ότι έγραφε. «Σε νεαρή κοινωνικό λειτουργό, προσφέρεται ολιγόωρη απασχόληση από κέντρο ηλικιωμένων». Η διεύθυνση παρέπεμπε στο κτίριο της υπηρεσίας βοήθειας ηλικιωμένων του Δήμου, ένα πρασινωπό σαν σαύρα γυαλιστερό κτίριο, κοντά στο Τεχνικό Λύκειο της γειτονιάς. Το οίκημα ενταγμένο στον κύριο ιστό της πόλης στέγαζε παλιά την ομάδα απεξάρτησης χρηστών ηρωίνης αλλά εδώ και ένα χρόνο στέγαζε τους πάσης φύσεως ηλικιωμένους της περιοχής, παρέχοντας αναψυχή, ιατρική βοήθεια και στέγαση κατά περίπτωση.
Βρισκόταν κοντά στην παλιά της γειτονιά στην Κυψέλη. Θα κατέβαινε στην πλατεία Αμερικής και μετά τα εξασκημένα πόδια της θα τελείωναν τη διαδρομή. Ήθελε να βρεθεί για λίγο εκεί, που έφηβη έπλαθε όνειρα μεγάλα σαν καράβια κι αρμένιζε μαζί τους σε ένα μέλλον ασυννέφιαστο, όλο υποσχέσεις. Πάτησε ανυπόμονα το κουδούνι για τη στάση και περίμενε να αγγίξει με τις βρεγμένες της σόλες τις γκρίζες πλάκες του πεζοδρομίου. Οι στάλες έπεφταν χοντρές, με δύναμη σχηματίζοντας αυλακιές σαν ζάρες, λες κι ήθελαν να ξεπλύνουν με μανία όχι μόνο τη σκόνη από τους τοίχους των κτιρίων αλλά και τα ίχνη των ανθρώπων που τα κατοίκησαν. Τούτη η πόλη, η ανοχύρωτη, από τους ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες της άφηνε να μπουν μέσα οι πάντες. Πλούσιοι, φτωχοί, αστοί και μετανάστες, όλους τους καταχώνιαζε στα σπλάχνα της. Όσους πάλι περίσσευαν, τους έκρυβε σ’ ανήλιαγες στοές και σε εγκαταλελειμμένα σπίτια. Έπειτα σβήνοντας για πάντα τ’ όνομά τους, τους ενέτασσε σε λίστα ξεχωριστή με τη περιεκτική λέξη-καταβόθρα « Άστεγοι».
Κι εκείνη… που ζούσε σ’ αυτή την πόλη κι ανάσαινε ακόμη τη μυρωδιά της; Από γλυσίνες και γιασεμιά την Άνοιξη, από υγρό πηλό και φύλλα το φθινόπωρο. Από ανάσες αλκοόλ και πληρωμένο έρωτα τις νύχτες στην Ομόνοια, από μολότοφ, σπρέι γραφής κι αέρα επανάστασης στα Εξάρχεια. Γέννημα-θρέμμα της την αναγνώριζε με κάθε της μορφή, αγαπούσε κάθε στενό δρομάκι της, τις ανεπούλωτες πληγές της, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων που ζητούσαν λόγω του επαγγέλματός της την βοήθειά της, πασχίζοντας όπως μπορούσαν να επιβιώσουν και να αφήσουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο βιβλίο της ζωής.

Κάποιους τους έβλεπε έξω από το διαμέρισμά της, γνώριζε το όνομά τους αλλά και τις εξομολογήσεις και αναπολήσεις τους. Καθώς άνοιγαν το σεντούκι της ψυχής τους ξεχύνονταν από μέσα ανάκατα τα συμπιεσμένα συναισθήματα κι οι ενοχές τους. Τέτοιες στιγμές ευχόταν να μην έχει ούτε αυτιά ούτε μάτια. Να μην βλέπει την ασχήμια, τη μιζέρια να πάψει να ακούει τις ξένες ιστορίες ίσως ακόμη και να φύγει από αυτή την αλλοπρόσαλλη πόλη με τις τόσες αντιθέσεις. Κάποιες άλλες φορές, ήταν στιγμές που η πόλη με τα μαγικά της φίλτρα και τα φτιασιδώματά της, την μαγνήτιζε σαν παλιά ερωμένη και τότε ανασκεύαζε τις αποφάσεις της, δηλώνοντας τελεσίδικα για πάντα δική της.
Περνώντας λίγη ώρα πριν με το λεωφορείο μπροστά από όμορφα νεοκλασικά κτίρια, το Πανεπιστήμιο την Ακαδημία, τη Βιβλιοθήκη της οδού Πανεπιστημίου –το καμάρι της Αθήνας, είχε ανοίξει διάπλατα το παράθυρο να αναπνεύσει. Ήταν ο αέρας ή μήπως τα κτίσματα έστελναν αρώματα από την εποχή της ακμής τους; Αίγλη γυαλιστερή από παλιά μεγαλεία που όλο και ξεθωριάζουν.
Χτυπημένο αλύπητα από τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης, το κέντρο φαινόταν να αναποδογυρίζει τα σωθικά του αντιπαλεύοντας κάθε ελπίδα για αναβάθμιση και ανθρώπινη πόλη. Μα η Ευγενία αγαπά αυτό το αστικό τοπίο, που χωνεύει και χωρά τα πάντα, πρόσωπα κτίρια, φυτά, πολιτισμούς που ανασαίνουν και γερνούν δίπλα της κι αισθάνεται απρόθυμη να το εγκαταλείψει. Είναι παιδί αυτής της πόλης, εδώ συνθέτει τις αναμνήσεις της. Με τον χρόνο, της παραδίνεται όλο και πιο πολύ, σχεδόν ολοκληρωτικά. Άλλα υπαγορεύει ο νους και η ανάγκη να επιβιώσει κι άλλα η καρδιά της. Η καθαρότητα της διαπίστωσης αυτής ξαφνικά την τρομάζει.
Με τα όπλα της προσωπικότητάς της καλά ακονισμένα και με τις γνώσεις του πτυχίου της φρέσκιες, χτυπά το κουδούνι του ισογείου στην πλατεία της Κυψέλης. Μεγάλα παράθυρα σαν αυτιά και μια πόρτα σαν στόμα, που χάσκει από σαραβαλιασμένα δοκάρια, την υποδέχονται στο εσωτερικό.
Μια καλοβαλμένη κι απροσδιορίστου ηλικίας γυναίκα με μάτια- αναμμένα κάρβουνα την κοιτάζει περίεργα ανακρίνοντάς την με το βλέμμα της. «Η δεσποινίς Ευγενία για την αγγελία; Καλημέρα σας, εγώ είμαι η κυρία Ιωάννου» Η φωνή της, λεπτή σαν χορδή ξεκουρδισμένου μαντολίνου τής προκαλεί μιαν ανεξήγητη ευθυμία.
Την καθίζει στις ξεθωριασμένες πολυθρόνες της αίθουσας. «Είμαστε λίγο στριμωγμένοι εδώ σ’ αυτόν τον χώρο, όμως έχουμε οργανώσει καλά το κέντρο περίθαλψης κι αναψυχής όπως θα διαπιστώσετε και μόνη σας», της γαργαλούν τ’ αυτί οι νότες της φωνής της. Περιεργάζεται την επίπλωση, λιτή και λίγο παλιομοδίτικη, με εμπριμέ πολυθρόνες και δαντελλένιες κουρτίνες που της θυμίζουν ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και την πιάνει μια απρόσμενη συγκίνηση. Τότε ξαφνικά, η Ευγενία αισθάνεται πίσω της να την πλησιάζει μια φιγούρα και γυρνά απότομα. Δυο μάτια άχρωμα και θολά, σαν στρογγυλά κομμάτια παλιού καθρέφτη την κοιτάζουν βουβά, στέλνοντάς της το μήνυμα…Της τυφλότητας.
«Ασπασία Μακρή», της συστήνεται η νεοφερμένη κι η κυρία Ιωάννου με ύφος σοβαρό διευκρινίζει.«Είναι η κυρία που θα αναλάβετε στο εξής. Ανήκει στις ανίατες περιπτώσεις τυφλότητας και της παρέχουμε την υποστήριξή μας, υλική και ψυχική γιατί δυστυχώς δεν έχει συγγενείς» «Εδώ θα βρείτε τις πληροφορίες που θα χρειαστείτε», της λέει προλαμβάνοντας τυχόν απορία της.
Ένα ντοσιέ που κλείνει μέσα του όχι όλο αλλά ίσως το πιο θλιβερό κομμάτι της ζωής της κυρίας Μακρή, βαραίνει τα δάκτυλα της Ευγενίας. Ποιά να’ ναι άραγε η κυρία αυτή; Η δουλειά της θα είναι να ασχοληθεί με την περίπτωσή της. Να της μιλήσει, να την γνωρίσει, να μετρήσουν μαζί τις πληγές της. Να ψάξει στα βάθη της ψυχής της, και ξύνοντας την πατίνα, αυτό το καλοδουλεμένο εξωτερικό επίχρισμα να φτάσει στο μεδούλι. Και τότε, αν μπορέσει, να κολλήσει μαζί της τα σπασμένα κομμάτια. Σαν την πόλη που βλέπει το φως μετά από μια ξαφνική νεροποντή.
Κοιτάζει την κυρία Ασπασία με συμπάθεια. Τα χείλη της είναι βαμμένα απαλά ροζ, ένδειξη της μοναδικής γυναικείας κοκεταρίας πάνω της. Εκείνη προχωρά στο χώρο αγγίζοντας προσεκτικά τις πολυθρόνες. Αέρινη η κίνησή της σαν σε μυστική συνομιλία με το περιβάλλον κι η φωνή της έτοιμη να θρυμματιστεί όταν ακούγεται ψιθυριστά «Καλώς ήρθατε, σας περίμενα».
Κυλά εκείνη μαλακά έξω από το δωμάτιο σπρώχνοντας την Ευγενία να την ακολουθήσει. Βγαίνουν στη βεράντα. Ο πρωινός αέρας τής κάνει καλό κι η Ευγενία ξυπνά επιτέλους από την πρώτη έκπληξη της συνάντησης.

«Ξέρετε όλα στη ζωή μου γίνονταν πριν ή μετά, ποτέ έγκαιρα», της λέει η Ασπασία με ύφος στενάχωρο. «Πρόσφατα έχασα και το φως μου από ανίατη αρρώστια. Δεν έχω κανέναν άλλον κι έτσι έφθασα εδώ», της εξομολογείται τώρα κι ένα μισό χαμόγελο ευγένειας χαρακώνει το καρέ του προσώπου της. Κάτι επάνω της συγκινεί την Ευγενία που ακουμπά τα χέρια της στην κουπαστή του μπαλκονιού και καρφώνει τα μάτια της στην ηλικιωμένη κυρία που συνεχίζει να της μιλά με ζεστασιά, σαν σε παλιά της γνώριμη. «Δεν ξέρω πόσο μου υπολείπεται ακόμη να ζήσω, κορίτσι μου, αλλά ξέρεις ποιά είναι η μεγάλη μου επιθυμία αυτή τη στιγμή; Να δω και να περπατήσω μαζί σας στα μέρη που μεγάλωσα. Να βρω παλιούς μου φίλους, να μάθω τις αλλαγές που έγιναν και δεν κατόρθωσα να δω τότε που είχα το φως μου αλλά όλο έλεγα πως έχω καιρό. Να φανταστώ πώς μετασχηματίστηκε η πόλη… μαζί σας. Θα είστε το όχημά μου, τα μάτια μου κι η παρέα μου κάθε μέρα πέντε με επτά το απόγευμα. Γι’ αυτό σας προσέλαβαν για να είστε η συντροφιά μου. Δέχεστε;»
Θλιμμένες οι τελευταίες λέξεις της Ασπασίας που η τύχη το έφερε να ψάχνει στο γέρμα της ζωής της μια φιλία, έστω και με αυτό τον τρόπο, συγκίνησαν την Ευγενία. Ν’ αρνηθεί; Αδύνατον. Το είχε κι η ίδια ανάγκη. Άλλωστε ήταν κι η δουλειά της. Έπιασε το χεράκι της γριάς κυρίας, χέρι αδύναμο κι ασθενικό και της το ’σφιξε σε ένδειξη κατανόησης και αποδοχής. Έπειτα έσκυψε και ψιθυρίζοντας στο αυτί της μιαν ανάσα μακριά από τα ασημένια της μαλλιά που μύριζαν βανίλια και πικραμύγδαλο, της είπε γλυκά με συμπάθεια «Φυσικά και δέχομαι κι εσείς θα είστε η πιο καλή μου μαθήτρια».
Από πού να ξεκινήσει; Αναρωτήθηκε. Μα ναι δεν είχε σημασία γιατί όπου και να την πήγαινε θα της τα περιέγραφε όμορφα με τα μάτια της ψυχής της που είχε μπολιαστεί με το σφυγμό και τον παλμό της πόλης τούτης. Το είχε τελικά αποφασίσει..
Όμορφη ή όχι, φτιασιδωμένη ή μη, βρώμικη ή νεόδμητη, τσιμεντένια ή πράσινη, δεν ενδιέφερε τόσο, η πόλη τούς καλούσε κοντά της κι η Ασπασία στο εξής θα την παρατηρούσε δίχως μάτια μόνο με την καρδιά. Οι γειτονιές κι οι συνοικίες της Αθήνας ήταν εκεί για να τις διδάξουν, να τους θυμίσουν τα παλιά, να ονειρευτούν και να σχεδιάσουν το κοντινό αύριο. Μια εμπειρία πρωτόγνωρη ξεκινούσε, μια μεγάλη πρόκληση. Τα τυφλά μάτια της Ασπασίας θα ενώνονταν με τα δικά της σαν ελάφια σε μια δίωρη διαδρομή στο χθες και το σήμερα, στο τόσο γνώριμό της αστικό τοπίο. Έρχεται στο μυαλό της μια φράση που είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο αρχιτεκτονικής: «Τα κτήρια είναι κομμάτια του αστικού πολιτισμού αυτής της πόλης, ενεργοποιούν τις συναισθηματικές οδούς που μας ενώνουν με το παρελθόν. Μας βοηθούν έτσι να γίνουμε ένα μαζί της και να επιτύχουμε την ψυχολογική μας διασύνδεση».
Κάθισαν ώρα αρκετή οι δυο γυναίκες δίπλα-δίπλα συνομιλώντας στη σιωπή τους, παραδομένες στη ζεστασιά της πρόσφατα αποκτημένης συντροφικότητας τους.
Έπειτα, η Ευγενία χαιρέτησε ευγενικά τις δυο κυρίες και στάθηκε στο κατώφλι χαμογελώντας τους για τελευταία φορά, πριν το σκοτάδι του δωματίου τις καταπιεί και τις εξαφανίσει πίσω του.
Έξω άστραφτε ολοκάθαρο το ουράνιο τόξο, με τις πορτοκαλί και μαβιές αποχρώσεις του. Μια νέα ζωή, της έστελνε έτσι το καλωσόρισμά της, χρωματίζοντας με τα πιο ζωντανά χρώματα τις καινούργιες υποσχέσεις της. Η Ευγενία έκλεισε τότε την πόρτα πίσω της, ανάσανε με ευγνωμοσύνη τον υγρό αέρα της πόλης και γλίστρησε στο απογευματινό φως, που εισέβαλε απ’ έξω, σαν σκιά.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: John Bulmer.]
Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.







