Φόρεσε το μπλε κουστούμι του κι άρχισε να τρέχει. Ευτυχώς για αυτόν, δεν είχε καμιά συγγένεια με τον Superman και παρέμεινε προσγειωμένος. Στις πλατείες, την 23η νύχτα του 16ου έτους απ’ την εξαφάνιση του καρκίνου, έσπασαν ανεξήγητα όλα τα λίθινα αγάλματα. Την θέση τους πήραν χάλκινες μορφές ανά ζεύγη. Οι οποίες, μα το Διόνυσο, ξεσκίζονταν σ’ όλες τις πιθανές στάσεις. Αφού πέρασε μία βδομάδα, δικαιώθηκε η στομαχική λειτουργία των αστικών πουλερικών, καθώς πολυάριθμοι τίτλοι ειδήσεων ανέφεραν άτακτα την λέξη σοδομισμός.
Τις Κυριακές κανείς δεν τρέχει. Έτσι του ζητούσαν εισιτήριο. Μάικλ παίξε μου ντο, ρε. Μάικλ παίξε μου μι, φα. Μάικλ παίξε μου. Παίξε μου. Παίξε μου. Παίξε μου. Μέχρι που τα όργανα ξεκουρδίστηκαν κι αυτός τρέχοντας μπήκε στ’ όνειρο. Ευτυχώς διανυκτερεύει. Ο προηγούμενος, αφού πέθανε, ήταν μια πόρτα ανοικτή κι έτσι δε χρειάστηκε να εισέλθει δια μέσου της τζαμαρίας. Άλλωστε, θαύμαζε από μικρός τα ρο. Σαν εντομολόγος που διερευνά τη ροπή του κρανίου σου.
Στο μεταξύ ή στο μετάξι, οι πλατείες γέμιζαν κόσμο. Περισσότερο κόσμο κι απ’ όσο θα ήταν λειτουργικός για τη φαντασία σου. Περισσότερο ακόμα κι απ’ αυτόν της 4ης Ιουλίου του 2004. Αλλά χωρίς σημαίες. Μόνο με αγάλματα. Ποιος να σου το ‘λεγε πως η ιστορία, ή η τέχνη, ή η ιστορία της τέχνης, ή η ιστορική τέχνη, θα γινόταν κάποτε τόσο κατάλληλη για παραδειγματισμό; Το παιδί θηλάζει απ’ το καρότο. Το λευκό της φόρεμα είναι κόκκινο σαν τα σκέλια της. Αυτός ακουμπισμένος στο Ρινόκερο ευλογεί τη σκληρότητα. Ο Ποσειδώνας ανταλλάσσει κεραυνούς με το Δία και την Ήρα. Δία πιάσε μου τον κεραυνό. Δία σε γαμά καλά η Ήρα;
Έπρεπε να κατουρήσει και βγήκε λίγο από τ’ όνειρο. Σκούπισε με το μπλε σακάκι του τα μέλη της Εκάβης που ‘χαν ματώσει εντελώς. Σ’ έχει ξεσκίσει ποτέ χάλκινο πέος; Τη λυπήθηκε. Η αποχέτευση είχε χαλάσει και κατούρησε όρθιος. Άρχισαν να τρέχουν πίσω του γυμνές καραβίδες με ράμφη πουλιών. Εξέδωσε 3 επιταγές αλείφοντας με yogurt το φαλακρό κεφάλι του αρχηγού της αστυνομίας, που ήταν Κυριακή και είχε πάει στην πλατεία με δυο Ρουμάνες. Έβαλε μια καμπαρντίνα που ‘χει ρο, κι έτρεχε κι όλο έτρεχε και του ζητούσαν εισιτήριο. Οι καραβίδες, μισές ράμφη, σταμάτησαν στην εφορία για να βγάλουνε κλειδάριθμο. Αυτός φορώντας το μπλε κουστούμι μπήκε πάλι στη Χαβάη. Που ‘χει α, χ και δε πονάει. Και ‘χει κοκτέιλ με κεράσια από τα σκέλη της.
Από τη συλλογή Δεύτερη Ύλη.







