frear

«Εξορκισμός στο σπίτι της ζωής μας» ‒ της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου

Για την ποιητική συλλογή Αποκαϊδια ηθικής της Κατερίνας Λιάτζουρα, Βακχικόν, 2017.

«Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία
ή στον εξορκισμό.

Στην απαρχή δεν επιστρέφουν.
Ένας μονόδρομος είναι.»

γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα στο ποίημά της «Εξορκισμός» και στο μυαλό μου έρχεται ο «Μονόδρομος» του νεώτερου Γερμανού φιλόσοφου Βάλτερ Μπένγιαμιν και τι ονειρεύτηκε εκείνος, ένα βράδυ απελπισίας: «Έχουμε λησμονήσει προ πολλού το τελετουργικό με το οποίο ανεγέρθηκε το σπίτι της ζωής μας. Όταν όμως πρόκειται να δεχτεί επίθεση και ήδη το πλήττουν οι βόμβες του εχθρού, τι ρημαγμένες, τι αλλόκοτες αρχαιότητες δεν φανερώνονται μες στα θεμέλια. Και τι δεν έχει καταχωνιαστεί και θυσιαστεί με ξόρκια, τι ανατριχιαστική συλλογή σπάνιων αντικειμένων εκεί κάτω, όπου το πιο καθημερινό φυλάγεται στα πιο βαθιά φρεάτια». (Άγρα, 2004)

Η Κατερίνα Λιάτζουρα στην ποιητική της συλλογή Αποκαϊδια ηθικής (Βακχικόν, 2017), ως μάγισσα-ποιητικό υποκείμενο καταθέτει την ομολογία της μέσα στα ποιήματά της. Ψάχνει στα κρυμμένα και τα φανερά του σπιτιού της ζωής της, της κοινής ζωής μας, της ιστορίας του τόπου μας. Στα ερείπια της μοντέρνας πόλης. Τι έχει χαθεί. Τι έχει ίσως, διασωθεί. Θέλει να ξορκίσει δαίμονες. Να αποκαλύψει προσωπεία-οπλοστάσια. Να ιχνηλατήσει σημάδια ιστορικά. Να καταδείξει παγίδες θανάτου. Να επιστρέψει στην «απαρχή» όπως διατυπώνει. Στην αρχή μιας ηθικής που φαίνεται ότι έχει καεί. Έχει σταυρωθεί σε σταυροδρόμια διαπλοκών και έχει οδηγήσει το παρόν μας σε μονόδρομο. Και το μέλλον μας, σε θάνατο.

«Πόρτες κλειδωμένες.

Πόρτες που δεν ανοίγουν πουθενά.
[…] Από τα γεννοφάσκια μου στροβιλίζομαι στο χωνευτήρι του σήμερα.
Απογυμνώνομαι από κάθε εγχείρημα καλλωπισμού ή κάλυψης.
Από οκνηρία απώλεσα τη μνήμη μου την Ιστορική.
Άδειασα κυνικά τους συντρόφους μου. Ριζοσπαστικά.
Γλαφυρά διαψεύδω την όποια προσδοκία.
Η πατρίδα μου έχει μόνο κατήφορο.» (Κατήφορος)

Η ποιήτρια βιώνει την ποίησή της ως πράξη πολιτική, ως μια πράξη δηλαδή μη υποταγής απέναντι στη ζωή και την Ιστορία. Και όπως κάθε σκλαβωμένος στον ζυγό της χειραγώγησης, επαναστατεί, διαμαρτύρεται, ματώνει, χλευάζει, καυτηριάζει, κραυγάζει, μέσα από πύρινα ποιήματα. Ο λόγος της είναι διάτρητος από το οξύ της πίκρας όλων αυτών που είμαστε χρόνια υποχρεωμένοι να ζούμε. Η γλώσσα σκληρή, επιθετική, θυμωμένη, οργισμένη. Μόνο έτσι, η ποιήτρια μπορεί να διατυπώσει τους ηθικούς προβληματισμούς της για τη διαβρωτική αίσθηση της ήττας, της υποκριτικής συμπεριφοράς, του κλειστού πνευματικού ορίζοντα.

«Ηλιόφωτη πέτρα
απαρνιέται συνηθισμένες ιεραρχίες.
Πύρινο κράσπεδο
αμφισβητεί τους θεσμούς.
Κομμάτι μάρμαρο
τις αυθεντίες και τους κατά κανόνα
ιεροποιημένους κατόχους
της ηθικής. […] Μια ρανίδα αίματος στην άσφαλτο.
Μου άνοιξε το κεφάλι.
Το μυαλό ξεχύθηκε.

Ο χρόνος σταμάτησε το δάκρυ.» (Ηλιόφωτη πέτρα)
Το ποιητικό πρόσωπο καίγεται από την ανάγκη να εκφορτώσει το τραυματικό του πλεόνασμα. Θέλει να καταδείξει την εκμετάλλευση που έχει εφαρμόσει η κυρίαρχη κοινωνική τάξη στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες. Θέλει να αφυπνίσει την συνείδηση του καθενός από εμάς τους αγαγνώστες και ολόκληρης της κοινωνίας. Τα ποιήματα αυτά είναι γραμμένα, θα έλεγε κανείς, στα χαρακώματα ενός εφιαλτικού ονείρου, μιας νοσηρής πραγματικότητας. Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα βαραίνει την ποιητική συλλογή. Ένα αίσθημα κατάθλιψης και απαισιοδοξίας για τη διάψευση των οραμάτων. Για την απαξίωση όλων των ιδεολογημάτων. Το κλίμα είναι σκοτεινό και συχνά ζοφερό.

«Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι.

Ως νυχτερίδα πλέον
νοσφίζομαι το σύμπαν.» (Ανήλιαγες φανφάρες)

«Καθώς ανακατεύω με πατριδοκάπηλο παλούκι
βυθίζονται και αναδεύονται
κομμάτια απλωμένων χεριών
τουμπανιασμένες κοιλίτσες
σπλήνες και έντερα αλλόθρησκα
μυαλά διαφόρων απόψεων
καρδιές παλλόμενες
γλώσσες που στάζουνε γλύκα και φαρμάκι.
Με χοντρό αλατοπίπερο ανθρωπιάς
πασπαλίζω τη συνταγή της Ιστορίας μου αυτής.» (Συνένοχος)

Ποιήματα καταθέσεις, προσωπικές, δραματικές εξομολογήσεις της διάψευσης μιας συλλογικής γενιάς. Είναι η άμεση κατάθεση ενός ποιητικού προσώπου που δεν μπορεί άλλο να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Αγανακτισμένα ποιήματα, στα οποία καίει το βασανιστικό αίτημα για ηθική. Κοινωνική, πολιτική, ιστορική ηθική. Ποιητική ηθική. Η λογοτεχνία να ελέγχει την Ιστορία. Η ηθική του ανθρώπου – πολίτη απέναντι στην Ιστορία και αντίστροφα, επανέρχεται ξανά και ξανά στην ποιητική συλλογή.

«Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.» (Πουτάνα Αθήνα)

«Επαναλαμβανόμενα ιστορικά λάθη
γίνανε Εκγρεμνοί
για να γκρεμίσουν μυστικά επτασφράγιστα
να γκρεμίσουν τυμβωρύχους μιας κολασμένης πολιτικής ηθικής». (Άγρα ψήφων)

«Η ποιητική ηθική επιβάλλει την πολιτική ηθική και η πολιτική ηθική ελέγχει την ποιητική ηθική εκμαιεύοντας το ποίημα», έγραφε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης στο βιβλίο του «Ποιητική και πολιτική ηθική» (Κέδρος, 1995) αναφορικά με την Πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά: Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκης, Πατρίκιος. Απόηχοι και από την κοινωνική ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη ή και από την οργισμένη ποίηση της Κατερίνας Γώγου ακούγονται στην ποιητική συλλογή «Αποκαϊδια ηθικής» της Κατερίνας Λιάτζουρα. Αποκαϊδια ηθικής, αφού ο άνθρωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας βρίσκεται βυθισμένος στην απόγνωση και τη σύγχυση. Αφού οι ιδεολογίες των επαναστάσεων και των δρόμων της αριστερής λύτρωσης έχουν καταρρεύσει. Αφού οι κοινωνικές σχέσεις είναι υποθηκευμένες στο χρήμα και το συμφέρον. Αφού οι άνθρωποι ναρκώνονται από τον σύγχρονο, καπιταλιστικό πολιτισμό της κατανάλωσης, του θεάματος και της διασκέδασης. Τον πολιτισμό της ελαφρότητας. Η ποιήτρια καταγγέλει. Στηλιτεύει, σαρκάζοντας.

«Νοικοκυραίοι
Παχύσαρκα ερπετά
Κάλπικα προσανατολισμένοι.
Μέσα στα ματωμένα λάφυρα
Αιώνων και αιώνων πουλημένης Ιστορίας
Επιβλέπετε από το μπαλκόνι της αστικής σας κατοικίας
Το γόνο της γενιάς σας
Να μεταφέρει άσκοπα
Την πλαδαρή του κληρονομιά.» (Ερπετά)

Και εδώ επανέρχομαι στον Μπένγιαμιν με τη θεμελιώδη θεωρητική του θέση ότι η ζωή στον καπιταλιστικό κόσμο είναι μονόδρομος. Και η οργισμένη ποιήτρια η Κατερίνα Λιάτζουρα, ατίθαση και αυθάδης, βροντοφωνάζει το άδικο, προκαλεί με τη σκληρή της γλώσσα, απαιτώντας το ξύπνημά μας από τη λήθη και την ηθική ύπνωση. «Τα τσιτάτα στη δουλειά μου, είναι σαν τους ληστές, που ξεπετιούνται οπλισμένοι στο δρόμο κι απαλλάσσουν τον ράθυμο περιπατητή από τις πεποιθήσεις του.», συμπλήρωνε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο «Μονόδρομο» του. Και η Κατερίνα Λιάτζουρα γράφει:

«Καθίκι;
Από καθίκια γύρω μας ένα σωρό.
Πληθώρα.
Μην κάνεις διακρίσεις.
Όλα κάνουν επάξια τη δουλειά τους.

Έι… Εσύ!
Πώς είπαμε ότι σε λένε;» (Καθίκι)

Μέσα στους δρόμους της οργής της ποιητικής συλλογής της Λιάτζουρα περνούν συχνά και οι πρόσφυγες. Πολλά ποιήματα της συλλογής είναι αφιερωμένα στο πρόσφατο προσφυγικό ζήτημα. Πνιγμένη η ποιήτρια από τον παραλογισμό του κοινωνικού, βαθύτατα πολιτικού αυτού ζητήματος, που συγκλόνισε ηθικά, την ίδια αλλά και τόσους άλλους, γράφει ποταμούς ποιήματα.

«Άλογος ο παραλογισμός της προσφυγιάς
ανέπαφα περιστατικά μέσα στον χρόνο.
Οι λεπτομέρειες όμως δεν διαθέτουν λογική
δεν διαθέτουν μνήμη, δεν έχουν Ιστορία.» (Ο παραλογισμός της προσφυγιάς)

Η ποιήτρια φαίνεται να αγωνιά να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη απέναντι στις μετριότητες του κόσμου και της κοινωνίας που ζούμε. Στέκεται απέναντι σε κάθε λογής φανατισμούς και δογματισμούς. Στην προσωπική της αναζήτηση για αξίες , δικαιοσύνη και δημοκρατία δοκίμασε, λέει και η ίδια, το περιθώριο και το εφήμερο. Αλλά και εκεί η ίδια ιστορία. Υποκρισία και ψευτιά. Δήθεν επαναστάσεις και διακηρύξεις περί του αυθεντικού. Ψευδοπροφήτες.

«Βούτηξα ξαφνικά στα ταραγμένα νερά του περιθωρίου και του εφήμερου.
Βρήκα χοντροκοπιά, αν όχι ευτέλεια
στην υπόρρητη επίκληση της υπερβατικότητας.
Υπερβατική είναι μόνο η αυθεντία
που σύρθηκε εδώ
κομίζοντας ρομφαία.
Δαφνοστόλιστη.» (Ρομφαία)

Βαθιά ευαίσθητη και συναισθηματική η ψυχή του ποιητικού υποκειμένου, θλίβεται και ξεχειλίζει με λυρικότητα, – επιτρέπει, θα έλεγε κανείς, να εκφραστεί τρυφερά – μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που σε ποιήματα της συλλογής, απευθύνεται σε παιδιά, αθώα ή αδύναμα άτομα, είτε σε οικεία, αγαπημένα κι εκλεκτά πρόσωπα:

«Πού πήγε η αλήθεια;
[…] Ποιο όνειρο παιδικό φέρνει στο θυμικό της
σαν κρύβεται και παίζει κλέφτες και αστυνόμους;
Ποιον έναστρο ουρανό παρατηρεί σε εφηβικό κρεβάτι
και ποια πεφταστέρια προσμετρά
στην εφήμερή της Ιστορία;» (Η αλήθεια)

Ακόμα και η αθωότητα αναφαίνεται ως αμαρτία:

«Απρόσμενα ανακάλυψα
ότι ήρθα σε ρήξη
με μια ευτυχία που δεν γνώρισα ποτέ.
Αθώα
εν αγνοία της έλλειψης
αντανακλώ ένα ανύπαρκτο επέκεινα». (Αμαρτία)

Ποιός είπε ότι η ποίηση δεν μπορεί να είναι λόγος που καίει σα γροθιά; Πόθος, πάθος, φλόγα, παρανάλωμα, κραυγή, εξορκισμός. Στην ποιητική συλλογή «Αποκαϊδια ηθικής» η ποιήτρια Κατερίνα Λιάτζουρα γίνεται ένα αυθάδες κορίτσι που τριγυρνά και ζητά, διεκδικεί, φωνάζει, βρίζει, σπαράζει. Ως έφηβη ψυχή, αθώα, αρνείται να συμμορφωθεί στο ηθικό βάλτωμα. Μεταμορφώνεται σε αδάμαστο άτι που καλεί για αντίσταση, όπως γράφει στο ποίημα με τίτλο «Αδάμαστο άτι»:

«Κι όμως μυρωδιά μου.
Το δικό μου άτι
ατίθασο γεννήθηκε.
Αδάμαστο θα πορευτεί.
Αντιστέκεται ακόμη.
Όσο μπορεί.»

Γι’ αυτό, αφιερώνει τα ποιήματά της, τις καταθέσεις μιας αγανακτισμένης αλλά όχι ηττημένης ψυχής, όπως λέει στο μόττο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:

«Σε όσους ονειρεύονται ακόμα/ και ελπίζουν/ τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: