frear

Για τον «Παράκτιο οικισμό» της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου – γράφει η Κούλα Αδαλόγλου

Μακριά, στη γραμμή του ορίζοντα

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Παράκτιος οικισμός, εκδ. Μελάνι, 2017.

Ο Παράκτιος οικισμός, όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση, μου άφησε στον νου αυτή την εικόνα:

Ένα πορτοκαλί φως, όπως όταν βραδιάζει κι ανάβουν τα πρώτα φώτα. Θάλασσα σκούρη γκρίζα που συναντά έναν βαρύ ουρανό. Σπίτια άσπρα, κάπως σκυφτά, κολλημένα μεταξύ τους, και σαν σκεφτικά. Λεπτομέρεια: το φως να διαχέεται μέσα από τα στενά παράθυρα αλλά και στην ατμόσφαιρα.

O Παράκτιος οικισμός της Δήμητρας Χριστοδούλου δεν έχει τουριστικό χαρακτήρα ούτε χαρούμενα χρώματα και life style ατμόσφαιρα. Θα αναλύσουμε τα στοιχεία του στη συνέχεια.

Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής ανοίγει με μια εικόνα: τη θάλασσα με την «αστρική της νύστα», τη δόνηση από την άπαυτη πνοή της, τα «ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια». Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στην πόλη της καταγωγής που θέλει να ξεχάσει, αλλά η μνήμη επιμένει.

Θα πρότεινα το ποίημα αυτό να διαβαστεί παράλληλα με το ποίημα «Ανεπιστρεπτί». Το ποιητικό υποκείμενο μεταφέρεται βίαια στον γενέθλιο τόπο από έναν άγριο άνεμο που χαστουκίζει. Εικόνες γεμάτες αλάτι και αλμύρα και στα δυο ποιήματα. Εικόνες- μεταφορές που έχουν κέντρο κάτι οικείο και αποκτούν στη συνέχεια εξωπραγματικές διαστάσεις, κρατώντας κάτι από την αρχική οικειότητα. Όπως το ελεεινό τηγάνι στο οποίο ρίχνουμε την καρδιά ενός τεράστιου κήτους, και μπαίνουμε ύστερα στη σειρά με καραβάνα («Παράκτιος οικισμός», σ. 27) Ή η αίσθηση πως παστώνει μια κομπρέσα αρμύρα τον τρόμο σου, / Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων/ Όπου μουσκεύεις φουρνιστό ψωμί («Ανεπιστρεπτί», σ. 19).

Ας είναι οι παραπάνω αναφορές παραδείγματα για τον τρόπο που δουλεύονται οι εικόνες-μεταφορές από την ποιήτρια –θα επανέλθω ωστόσο.

Από εκεί και πέρα μια βροχή θαμπώνει τα τζάμια, μουσκεύει μνήμες και παλιές φωτογραφίες, γίνεται γλιστερό το βάδισμα κατά μήκος του χρόνου και πώς να κρατηθεί το ποιητικό υποκείμενο. Όμως, ευτυχώς, μικρή η ζημιά, μόνο το λούκι κάπου θα μάτωσε, / Ακούω που κλαψουρίζει απ’ έξω/ Κατεβάζοντας νερά απ’ την ταράτσα. («Η καλή παρέα», σ. 35)

Να ορίσουμε, λοιπόν, κεντρικό άξονα της συλλογής τον χρόνο. Η παράμετρος «χρόνος» σπάει σε τρεις διακλαδώσεις: «μοναξιά», «συνομιλία με τους απόντες», «κοινωνική έγνοια», που φυσικά τέμνονται και μπλέκονται μεταξύ τους. Προϋπόθεση πάντα η μνήμη.

Φυσάει ένας αέρας μυστήριος, φέρνει το ποιητικό υποκείμενο στην άκρη της μοναξιάς. Τη μοναξιά που είτε τη διαπιστώνει σε άλλους και την περιγράφει ως ευαίσθητος παρατηρητής είτε τη βιώνει το ίδιο. Παραδείγματα:

Και οι μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο στον λόφο/ Που έτσι καταντάει κανείς μες στο κρύο/ Περιμένοντας ένα τηλεφώνημα. («Το Πάσχα των άλλων», σ. 32)

Ή Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε/ Που ενθουσίαζαν οικογενειακά στιγμιότυπα/ Και παρατάσσονταν οι συγγενείς σε δείπνο […] Είμαι τόσο υπέροχα μόνη! («Συναπτά έτη», σ. 36)

Έτσι φθάνει εκεί που συνομιλεί με απόντες αγαπημένους.

[…] Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια./ Τα πλουμιστά πράγματα δεν τ’ αγαπάω./ Αλλά δεν κάνει να ’ναι χωρίς ανταπόδοση/ Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης. («Το κατάλληλο δώρο», σ. 21)

Ταυτόχρονα, η αίσθηση ενός τέλους αρχίζει να φαίνεται απέναντι. Απειλή; Στοχασμός, ψύχραιμη αντιμετώπιση και σαρκασμός, μαύρο χιούμορ. «Μετά το σινεμά μια μπύρα» λέγεται το ποίημα, και το ποιητικό υποκείμενο συμπληρώνει Ίσως και δεύτερη. Μα ως εκεί/ Επιστροφή στο σπίτι. Ένα βιβλίο,/ Η τηλεόραση χωρίς τον ήχο, ανοιχτή. […]

Στο δωμάτιο όμως υπάρχει ένας περίεργος επισκέπτης, «Αυτός», με «τα μαλαματένια ρούχα». Ένας καπνός, άφαντος, από σιγοκαμμένα γράμματα Τον κάνει πράο. Σχεδόν βρέχει/ Το κρύο σακάκι του με κάποιο δάκρυ,/ Ο Υποκριτής! Όσο να γελαστείς/ Πως σκύβει πάνω σου απλώς/ Για να του διηγηθείς την ταινία (σ.17)

Σε έναν περίγυρο λαϊκού πανηγυριού, των παλαιότερων χρόνων, το ποιητικό υποκείμενο βλέπει, σαν σε ονειροφαντασιά, την πάνδημη κηδεία του. Ανάμεσα σε μικροπωλητές, ζαχαρωτά, πλαστικά παιχνίδια, μικροτάματα, παιδάκια και τον απαραίτητο άγγελο, εμφανίζεται με ένα φόρεμα αστρικό, ιδιαίτερα χλωμή ωστόσο. Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές/ Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας/ Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο/ Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται/ Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα./ Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου, Να γράψω στίχους σαν και τούτους. Μάταιους. («Το πανηγύρι», σ. 18)

Ο τελευταίος στίχος να διαβαστεί μέσα στο πλαίσιο του σαρκασμού, για το αναπόφευκτο της ζωής τέλος. Ταυτόχρονα, να προσεχθεί ο ρυθμός και η επιλογή των λέξεων, ως εξαιρετικό δείγμα για το πώς η ποίηση αντιμάχεται αυτή τη ματαιότητα.

Στα σημεία που ο χρόνος συναντά τους απόντες και η μνήμη ορίζει τη δική της οπτική, αναδύονται οι τρυφερές λεπτομέρειες.

«Κοτσιδάκια με φιόγκο» επιγράφεται το ποίημα που αναφέρεται στον πατέρα, σαφέστατος υπαινιγμός στην τρυφερή σχέση, μόλο που τώρα οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους βαδίζουν πάνω στ’ αποκαΐδια της φλόγας του ουρανού, συντελεσμένος ο θάνατος του πατέρα. Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν/ Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες/ Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους./Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε/ Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι. (σ.37)

Η κοινωνική έγνοια της ποιήτριας εκφράζεται παραστατικά με μια ματιά στην πόλη που ξεπέφτει, σαν υπέργηρη με άνοια, την Αθήνα («Καρτ ποστάλ, σ.16). Υπερήλικας και ίσως με αρχόμενη άνοια, πραγματικά και όχι μεταφορικά, και η γυναίκα που τσαλακώνει το ένταλμα πληρωμής. Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι/ Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο («Κοσμογονία», σ.40)

Κι αφού το ταπεινό ανάγεται στο σύμπαν –προσέχουμε και τον τίτλο «Κοσμογονία», φοβερός σαρκασμός για έναν θεό που νίπτει τας χείρας του στις συμφορές των υπηκόων του στο ποίημα «Μοιρασμένα καθήκοντα»:

Μα αφού ευθύνονται για τη δεινή παιδεία τους,/ Για τους θανάτους των κοπαδιών και των παιδιών τους,/ Αντιπαρέρχεται την οχληρή μουρμούρα τους/ Το έργο του είναι ν’ απλωθεί σοφά η νύχτα,/ Ας κάνει κι η αστυνομία τη δουλειά της. (σ. 41)

Μια εικόνα από την καθημερινότητα έρχεται να συμπληρώσει τον προβληματισμό: Μπρος από το μηχάνημα της τράπεζας/ Κυλάει ένας ασώματος ιδρώτας («Δώδεκα», σ. 45)

Οπότε το σύντομο εξαιρετικό ποίημα-εικόνα που εστιάζει σε έναν άνδρα που καπνίζει, μαζί με τους σαρκαστικούς στοχασμούς του ποιητικού υποκειμένου για τη σύγχρονη θλίψη, δίνουν μια φέτα ζοφερότητας ενός κόσμου σε κρίση, της δυστυχίας που αυξάνεται, της ανήμπορης αντίδρασης.

Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία. […] Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά/ Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα./ Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του/ Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά… («Καλή εβδομάδα», σ.47)

Χαμηλόφωνα και διακριτικά, χωρίς ηχηρές φωνές και διατυπώσεις, η Χριστοδούλου μπλέκει τον ατομικό με τον συλλογικό πόνο, καθώς το άτομο και τα πάθη του είναι το παράδειγμα που λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στη σκέψη.

Ωστόσο, θεματικοί άξονες, υπερώνυμα και υπώνυμα δεν θα είχαν τη σημασία που παίρνουν στα ποιήματα της συλλογής, αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη γλώσσα που τα εκφράζει. Ποιητική γλώσσα δυνατή, που τα εκφραστικά μέσα την υπηρετούν και την αναδεικνύουν, χωρίς να την οδηγούν στην εκζήτηση. Λέξεις από διαφορετικά επίπεδα λόγου: καθημερινές ή πιο σπάνιες, τρυφερές, μεταξένιες ή σκληρές, πάντα διαλεγμένες προσεχτικά, τοποθετημένες στον στίχο με τρόπο που τίποτα να μην περισσεύει. Έτσι, το ατομικό ενώνεται με το σύμπαν. Το μικρό και καθημερινό ντύνεται με την αστρική σκόνη. Ο εσωτερικός ρυθμός πάντοτε παρών. Θέλω να δώσω ένα δώσω ακόμη ένα παράδειγμα, δυο στίχους που δείχνουν τη δύναμη των εικόνων, των εκφραστικών μέσων, των λέξεων: Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι/ Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου («Περί το τέλος της ημέρας», σ. 9)

Συγκεφαλαιώνοντας: Όλα μοιάζουν να κινούνται στο μεταίχμιο: η αθωότητα και η ενοχή, το φως και το σκοτάδι, η κοινωνική έγνοια και η υπαρξιακή αναζήτηση – πασπαλισμένες με ειρωνεία, για να φύγει το μεγάλο βάρος. Μικρές τρυφερές λεπτομέρειες και μνήμες γίνονται εικόνες και κρατούν από το χέρι την οδύνη της πραγματικότητας.

Ποίηση σμιλεμένη στο έπακρο

Ο Παράκτιος οικισμός, χτισμένος σε ένα όριο με το άγνωστο απέναντι, είναι ο στοχασμός του ποιητικού υποκειμένου για το όριο αυτό, με το βλέμμα στο παρελθόν, στο παρόν αλλά και στο μέλλον, στοχασμός καθόλου πεισιθάνατος, μελαγχολικός ωστόσο, με επίγνωση, σαρκασμό του χρόνου και των συνεπειών του αλλά και με φως γι’ αυτό που ακόμα υπάρχει. Το ποιητικό υποκείμενο, μολονότι αντιλαμβάνεται το απέναντι, εντούτοις εμμένει στο εδώ, με όλες του τις αντιξοότητες.

Την ίδια στιγμή, η συγγραφέας αγγίζει ένα συγγραφικό όριο. Ο παράκτιος οικισμός της γραφής της είναι ένας σταθμός στην, επώδυνη πάντα, πορεία των κειμένων, αποτελεί όμως και το πέρασμα σε μια γραφή ωριμότητας, είναι ένα γύρισμα σελίδας με ποίηση που περιμένουμε.

Χαμηλώνουν τα φώτα. Το πορτοκαλί του δειλινού χάνεται, γίνεται σκούρο γκρίζο. Ο αέρας εξακολουθεί να φυσάει, δυνατά. Αγριεύει η θάλασσα. Ένας δρόμος φιδοσέρνεται ως τη μεγάλη πόλη. Ένα ταμιακό μηχάνημα λήψεως χρημάτων αγρυπνά μόνο. Η σκόνη αιωρείται τριγύρω. Στο δωμάτιο, ένα κοριτσάκι ντυμένο αστρική σκόνη, έχει ανοιχτό μπροστά του ένα τετράδιο, και γράφει, στίχους, ποιήματα. Ένα κόκκινο καραμελωμένο μήλο στερεωμένο στο ποτήρι, δίπλα της.

[Το κείμενο παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή στην εκδήλωση για το βιβλίο που έγινε στη Θεσσαλονίκη, στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, στις 10 Νοεμβρίου 2017. Ο στίχος του τίτλου προέρχεται από το ποίημα της συλλογής «Το τσίμπημα», σ. 16. Πρωτοδημοσιεύεται εδώ. Φωτογραφία: Paolo Pellegrin.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly