Η χειρότερη ώρα που μπορείς να επιλέξεις, για να πας σε μια βραχώδη παραλία άνευ σκιάς, είναι το μεσημέρι· αυτή είναι η ώρα μου. Θα μπορούσα να θεωρηθώ αυτοκαταστροφική, ότι δεν προσέχω το γεμάτο κηλίδες δέρμα μου, δίνοντας ένα χεράκι σε όποια αυτοάνοση κληρονομική προδιάθεση. Τότε, όμως, η παραλία είναι μόνο δική μου. Μια προσωπική πισίνα με όριο τον ορίζοντα.
Αυτή την ώρα ήρθαν. Μεσημέρι. Έξι άτομα —γονείς, η θεία και τρία παιδιά γύρω στα επτά, δώδεκα και δεκαπέντε.
«Έχει αχινούς εδώ ε;», έσκασε σαν κοτρόνα στη θάλασσα η ερώτηση, για να αποτελειώσει την απομόνωσή μου.
Η εσωτερική ανάγκη του «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου…» με έκανε να μην επιβεβαιώσω κάποια ανησυχία, δίνοντας τις απαραίτητες συμβουλές για ασφαλή και ανώδυνη είσοδο από τα ολισθηρά βράχια.
Για αρκετή ώρα, οι φωνές και οι φοβίες των ανθρώπων, που τυχαία βρέθηκαν να δροσίζονται στα μέρη μας, ορμώμενοι από τα βορειοδυτικά της Αθήνας, με ώθησαν στην απόφαση οριστικής διαφυγής. Λίγο πριν μαζέψω το βιός μου, είχε απομείνει στο νερό ο λιγότερο τρομοκρατημένος απέναντι στους αχινούς πατέρας. Με κοίταξε με συνωμοτική οικειότητα, σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη μου και είπε:
«Τους έφερα εδώ, γιατί είχα δουλειά σε μια βάφτιση στην Ανάβυσσο. Χθες βράδυ καθαρίζαμε 200 καθρέφτες, για να μπουν στα τραπέζια, κάτω απ’ τα λουλούδια. Δεν μπορείς να καταλάβεις τη ζέστη που βγάζει ο καθρέφτης. Είναι χειρότερη κι από τον σημερινό καύσωνα».
Σαν να είχε δίκιο. Αν τρίψουμε καλά τους καθρέφτες μας να καθαρίσουν για να δούμε λίγο πιο βαθιά, μπορεί η πραγματική εικόνα του εαυτού να μας πυρακτώσει το βλέμμα. Τόσο πολύ με έβαλε σε σκέψεις αυτό το καθρέφτισμα, που στον επόμενο καύσωνα σκέφτομαι πολύ σοβαρά να υπερασπιστώ τους αχινούς και να καώ αμέριμνη στα βράχια.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]
Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.







