frear

Περίπατος – του Γιώργου Μητά

στην Λ.Ψ.

Η Μυρτώ δεν είχε ξαναδεί τον πατέρα της να κλαίει. Κι όμως, καθώς το καραβάκι άφηνε πίσω του τη Σουβάλα και μπροστά τους πρόβαλε ο όρμος της Αγίας Μαρίνας, αυτό που έλαμψε στα μάτια του κάτω από τον μεσημεριάτικο ήλιο ήταν δυο ασημένια δάκρυα. Βιάστηκε να τα σκουπίσει με την ανάστροφη του χεριού του καθώς κύλησαν στα μάγουλά του, έστρεψε το πρόσωπό του από την άλλη. H Μυρτώ όμως τον πρόλαβε. Πρόσεξε επίσης τη σφιγμένη γραμμή των χειλιών, την ολωσδιόλου ασυνήθιστη σιωπή του την ώρα της αποβίβασης. Η μαμά θα ερχόταν να τους βρει την επομένη, την πιο ζεστή Κυριακή αυτού του Ιουλίου και πιθανότατα της χρονιάς. Μπορεί να ήταν λοιπόν τούτο το αόρατο καυτό σύννεφο που τύλιγε την πολίχνη κι έκανε τα περιγράμματα να τρεμουλιάζουν, ή το εκκωφαντικό τερέτισμα των τζιτζικιών –πρέπει να υπήρχαν δισεκατομμύρια τραγουδιστές στο πευκοδάσος που έζωνε το ξενοδοχείο–, ή ακόμη και η διαπεραστική, ηδεία μυρωδιά του ρετσινιού που κυλούσε στους ζεστούς κορμούς και γέμιζε τον πηχτό αέρα, που κράτησαν ανοιχτή την πόρτα του παράξενου κόσμου που είχε αναδυθεί νωρίτερα από τα μάτια του. Στο μυαλό της ζωντάνεψε η κουβέντα της προηγούμενης νύχτας, όταν ο πατέρας της, σίγουρος ότι η ίδια βρισκόταν από ώρα στο κρεβάτι, αφηγήθηκε στη γυναίκα του τον έρωτα που ρήμαξε την δεκατριάχρονη καρδιά του το καλοκαίρι εκείνης της τρομερής χρονιάς –το φθινόπωρο που ακολούθησε είχε πάρει μαζί του φεύγοντας τη μητέρα του, τη γιαγιά που η Μυρτώ δεν γνώρισε ποτέ.

Επιστροφή στην Αγία Μαρίνα, λοιπόν –όλο το απόγευμα η Μυρτώ δεν έχασε ούτε μια κίνηση του πατέρα της, ούτε ένα κρυφό του βλέμμα, ούτε μια άγνωστη έκφραση στο πρόσωπό του, όταν νόμιζε ότι η προσοχή της ήταν στραμμένη αλλού. Τα θαύματα πολλαπλασιάζονταν, μαζί λες με τη θερμοκρασία που είχε πάρει για τα καλά την ανιούσα: ένα μυστήριο σε κάθε πλάτωμα του παραθαλάσσιου μονοπατιού, μια αποκάλυψη σε κάθε στάση, μια παραίσθηση σε κάθε καμπή του δρόμου. Την ώρα του δειλινού, καθώς βάδιζαν χέρι-χέρι στη δημοσιά με προορισμό την ταβέρνα του Τάκη, εκεί όπου, τριάντα χρόνια πριν, το ερωτοχτυπημένο αγόρι έτρωγε σχεδόν κάθε βράδυ με τη μητέρα του, τυλιγμένοι, μπαμπάς και κόρη, στα μεταξένια χρώματα της δύσης και στο φως του γεμάτου φεγγαριού, με τη μυρωδιά του καμένου χόρτου και της αχνιστής καβαλίνας στα ρουθούνια τους, το χέρι του ενήλικα άρχισε ξαφνικά να μικραίνει μέσα στο χέρι του κοριτσιού, ο ίδιος να κονταίνει, να μαζεύει –το ίδιο και τα παντελόνια του. Η δεκάχρονη Μυρτώ έκοψε το βήμα για να συγχρονίσει τον ρυθμό του με το βήμα του δεκατριάχρονου που περπατούσε τώρα πλάι της, καθώς η ίδια ψήλωνε απότομα κι άνθιζε, κι ύστερα έσφιξε απαλά στη χούφτα της το χέρι του γιου της, σαν για να του δώσει κουράγιο γι’ αυτόν τον πόνο, τον πιο βαθύ της ζωής, ενώ έκανε ανυποψίαστη, τριανταπεντάχρονη γυναίκα στο μεσουράνημά της, έναν από τους τελευταίους περιπάτους της στη μυρωδάτη γη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: