Εξεταστική Ιουνίου και το θερμόμετρο πέτρωσε στους 39 βαθμούς. «Υπό το φως του φιλομαθούς λαμπτήρα» απαγγέλλω δακτυλικούς εξάμετρους και ελεγειακά δίστιχα. Από τον Όμηρο στους τραγικούς. Από τον Οράτιο στον Τίβουλλο και τον Προπέρτιο. Μες στο τηγάνι του ήλιου η Θεσσαλονίκη μοιάζει με αβγόφετα που τσιρίζει στο καυτό λάδι. Το δωμάτιό μου σωστό χυτήριο χάλυβα. Η υγρασία εξαχνώνει τις δυνάμεις αργά και μεθοδικά, σαν τον ύπουλο Εφιάλτη που μελετά προχριστιανικές κερκόπορτες. Η κουζίνα βλέπει σε μικρή τετράγωνη αυλή που παραπέμπει με τη γύμνια της σε κινηματογραφικό καρέ ιταλικού νεορεαλισμού. Τενεκέδες από τυρί Ελασσόνας γέμισαν με χώμα και υποδύονται τις γλάστρες για να αμυνθούν στην άχαρη όψη της τσιμεντένιας αχρωμίας. Πρόχειρα καρφιά στους αντικρινούς τοίχους υποβαστάζουν την μπουγάδα της μεσόκοπης νοικοκυράς που σαν την Πηνελόπη περιμένει καρτερικά τον φαντάρο γιο της να έρθει με άδεια. Ο άντρας της μικροπωλητής σε λαϊκές αγορές. Όταν επιστρέφει αργά το μεσημέρι, παραγγέλλει στην κυρά του παγωμένη μπύρα. Ο λάρυγγας σκιρτά στην ψυχρή αψάδα της. Σκουπίζει με το μανίκι τον αφρό. Βάζει και ακούει στο κασετόφωνο Βαμβακάρη. Οι κίτρινοι λεκέδες του ιδρώτα στη φανέλα του μοιάζουν με ξεθωριασμένες μνήμες αίματος. Καπνίζει άφιλτρα Santé. Στη ράχη τους γράφει τον απολογισμό της μέρας. Τον ακούω να αναθεματίζει το σύμπαν. Τσαλακώνει το πακέτο και το πετά στον αγύριστο. Ρεύεται με ήχο κροταλιστό την παγωμένη μπύρα στα μούτρα της δυστυχίας του και τεντώνει το κεφάλι πίσω ζεματισμένος. Με ρωτά: «Τι σπουδάζεις είπαμε;». Του απαντώ για πολλοστή φορά: «Φιλόλογος». Μου αντιγυρίζει για πολλοστή φορά: «Πρόκοψες κι εσύ». Ένας τσιγγάνος διαλαλεί ότι στα δυο καρπούζια δίνει και ένα δώρο. Επιστρέφω στο δωμάτιο. Έχω σταματήσει ακριβώς στη σκηνή που ο Οδυσσέας ανασηκώνεται από το θάμνο και συστήνεται στην ατάραχη Ναυσικά. Η μύτη του μολυβιού ίδρωσε και δεν γράφει από αμηχανία. Άντε να σημειώσεις πενθημιμερείς τομές και ζεύγμα του Hermann. Το ποιητικό ρομάντζο της Κέρκυρας διακόπτεται από το παράφωνο μπουζούκι του διπλανού διαμερίσματος που παίζει τη «Ζιγκουάλα». Η ανυπόφορη ζέστη κρατά τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές έχοντας μετατρέψει τη γειτονιά σε δημόσιο εξομολογητήριο. Ο ένας εξομολογεί τον άλλον. Και μάλιστα δια της σιωπής. Και όλοι μαζί εξομολογούν τη ζωή και τις αβαρίες της. Στο απέναντι μπαλκόνι η γιαγιά έχει κολλήσει το μέτωπό της στην κουπαστή του κάγκελου ανεμίζοντας αδέξια μια σπασμένη βεντάλια στο βασανισμένο της πρόσωπο. Σαν τον Λαέρτη προσμένει να της δώσει ο Θεός τα πρόσωπα που της στέρησε. Οι σκασμένες φτέρνες της μου θυμίζουν τις τεθλασμένες ρωγμές στο χώμα της ερήμου. Χτυπάει το κουδούνι. Είναι η κυρία Πελαγία. Μου έχει φέρει ζελέ πορτοκάλι. Μου πιάνει την κουβέντα. Τη βλέπω αυτήν και το ζελέ σαν Μωυσή που παραμερίζει τις πύρινες γλώσσες του καύσωνα για να ραντίσει τον ουρανίσκο μου με επαγγελίες δροσιάς. Το ραδιόφωνο παίζει ένα βραχνό μπλουζ. Ταξιδεύω πάνω στο κάρο του Φώκνερ διασχίζοντας από τη μια ως την άλλη άκρη την επαρχία Γιοκναπατάουφα του Αμερικανικού Νότου. Βάζω να ακούσω Nina Simone. Ο δίσκος βινυλίου παίζει το Ain’t Got No, I’ve Got Life. Μπορεί να μην έχω χρήματα να πάω μέχρι τη Χαλκιδική. Έχω, όμως, τα πόδια μου, τα χέρια μου, το κεφάλι μου, τα αυτιά μου, τα μάτια μου. Και μένω εδώ, στο δημόσιο εξομολογητήριο, βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τον καύσωνα και τον νικώ. Παρέα με τη ζεματισμένη ανθρωπιά και τα απανθρακωμένα όνειρα των φιλότιμων γειτόνων μου. Παρέα με στίχους ομηρικούς. I’ve got the life. And I’m feeling good.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]
Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.







