frear

Μια πράξη αποκάλυψης, με κατεβασμένο φεγγάρι – η Αθηνά Τερζή για τον Σταύρο Σταυρόπουλο

Σταύρος Σταυρόπουλος, Πράξη εξαφάνισης, Σμίλη, Αθήνα 2016.

Είμαστε ρόλοι. Aφήστε με να με θρέφουν, να με κρατούν ζωντανή, να με ξαγρυπνούν σε κρεβάτια, να με ξεσηκώνουν τα πρωινά. Οι ρόλοι μου, μαζί με εκείνους τους άλλους, της ίδιας συνομοταξίας που δεν του ανήκουν του κόσμου τούτου. Να επιμένουμε εμείς οι παλιοί, οι άμετροι και υπέρμετροι και παράφοροι. Μη μου χαλάτε το όνειρο. Αφήστε με να ξεφυλλίζω σιωπές, να ξύνω λίγο από το περίβλημα των ποιητών. Αχ αυτοί οι ποιητές! Άλλοτε μια πέτρα στο στήθος κι άλλοτε πάλι αποδημητικά πουλιά. Που φεύγουν. Να μην χωρούν σε κλουβί. Άλλοτε ένα χρέος κι άλλοτε μια βρύση με νερό. Να δροσίζουν, να ξεδιψούν, να πονούν. Άλλοτε μια φωλιά κι άλλοτε όλοι της γης οι οδοιπόροι.

Να εξαφανίζομαι, να επαναπροσδιορίζομαι και να εναποθέτω της γης τις πυγολαμπίδες στις χούφτες τους, μαζί με τα κατασκότεινα σκοτάδια μου. Μια Πράξη εξαφάνισης αυτή η τελευταία συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου, που έχει για αρχή έναν επίλογο και για τέλος της έναν πρόλογο. Μια παράφωνη σιωπή, που σαν να αισθάνεται τον κόσμο, όπως ο ίδιος τον ονειρεύεται. Αυτός ο τρυγητής Σεπτέμβρης. Κακός μήνας. «Κρυφός Σεπτέμβρης παντού», γράφει ο ποιητής, με ξύλινα χέρια. Σαν την αυταπάτη στις καθημερινές κουβέντες μας. Κι η γυναίκα στο κέντρο του, στο επίκεντρο, σαν ήλιος μακρινός. Να αγαπιέται, να εγκαταλείπεται από τον χωμάτινο άντρα, που κουβαλάει τη βροχή και την ηχώ μιας ξεπεσμένης αγάπης, κάθε φορά. Να υποκύπτει στην αρχή, να κατατροπώνει, για να καταντά ξεμαλλιασμένη, διαλυμένη η μπακιρένια της ομορφιά.

[…] Ο φριχτός ήχος από τις κινήσεις σας
Έκανε το φθινόπωρο χειρότερο
Ακουγόταν το σύρσιμο στο πάτωμα
Δυο σωμάτων που απείχαν
Οι κουρτίνες ήταν κλειστές

Ήταν τότε που είχες δύο ονόματα
Χωρίς να έχεις κανένα

Εκείνες τις κρυφές ώρες
Που γινόσουν δεκτή
Και άνοιγες
Μέσα στο παράφορο σκάκι
Ενός δωματίου
Με γκρεμισμένες βασίλισσες
Χαμένη σ’ ένα γυμνό μέλλον
Χωρίς εσώρουχα

Και με κατεβασμένο φεγγάρι […]

(«Ένα παραμύθι για την αγάπη χωρίς χαρτί και θάλασσα»)

Ο Σταυρόπουλος εδώ είναι αβάσταχτα ωμός και αβάσταχτα τρυφερός συνάμα. Τόσα τεντώματα ερωτικών χορδών! Τόσα σφιξίματα! Αρκούντως ακόλαστος και άξεστος κι ας μην αντιλαμβάνεσαι κάθε υπαινιγμό του. Παραφράζοντας τον Χουάν Μανουέλ Ντε Πράδα θα έλεγα πως δεν πειράζει, αρκεί η ποίηση να σου χαϊδεύει τα αυτιά, την ψυχή, τα γεννητικά όργανα.

Η εποχή της συνήθειας, της σιωπής, της πέτρας, της βροχής και η άλλη εποχή. Η μέλλουσα. Με αυτή τη σειρά ξετυλίγονται στο βιβλίο και θαρρείς πως πιάνοντας το νήμα από την αρχή θα βγεις τελικά από τον λαβύρινθο που σου στήνει. Δεν βγαίνεις ποτέ. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σε εξουθενώνει για να σε εξαγνίσει τελικά. «Το ποτάμι τρέχει στις τσέπες μου φορεμένο» ή «Το πιο επικίνδυνο ακροβατικό είναι να ονειρεύεσαι», γράφει. Εξαιρετικός μέσα στην ολότητα των νοημάτων του, ουσιαστικός όσο δεν γίνεται, ταρακουνάει τη συνειδησιακή μας βόλεψη και βγάζει προς τα έξω τα πιο καταχωνιασμένα, τα πιο ανομολόγητα συναισθήματα.

Άλλοτε συμπαγής σαν ένα κομμάτι βράχος κι άλλοτε σαν μια γερασμένη βροχή. Μέσα από τις αντιθέσεις του συνθέτει τον κόσμο από την αρχή. Τον έρωτα και την αγάπη. Ο κόσμος είναι γυναίκα. Ω ναι! Ο κόσμος είναι γυναίκα. Εμείς, οι μάνες παραμάνες που πασχίζουμε να τον φέρουμε στα μέτρα μας. Εμείς, οι γυναίκες. Που γεννάμε την επιθυμία, κάθε επιθυμία για ζωή, αλλά και για θάνατο. Ικανές για την αρχή και για το τέλος. Ο ποιητής αρέσκεται να δίνει στη γυναίκα τη χαριστική βολή, να την πονά, να την διαπερνά εγκάρσια. Ή μήπως όχι; Είναι ρέκτης στιγμών κι εικόνων. Τις μεταγγίζει έως τον τελευταίο ερωτικό βρόγχο, αναμοχλεύει επιθυμίες, πονά στους δρόμους. Γιατί πονά και συμπονά κι έτσι του συγχωρείς και την φθαρτή αντρική του φύση. Δεν κρύβεται. Είναι ένας τροβαδούρος βουτηγμένος στην αλληγορία, διαισθητικός μέχρι το κόκαλο. Ο βρεγμένος στη βροχή δεν φοβάται. Απλώνει και μαζεύει δίχτυα, σεντόνια και λόγια αρμυρά. Αυτό κάνει ο Σταυρόπουλος. Δεν γράφει ποιήματα, ζωές γράφει.

[…] Κι αυτά τα ποιήματα
Που τώρα γράφω
Δεν τα έγραψα εγώ
Τα κουπιά τα έγραψαν

Εγώ δεν γράφω ποιήματα

Το μοναδικό μου ποίημα
Ήσουν εσύ

(«I never wrote those songs»)

Εγώ είμαι ρομαντική, τι δουλειά έχω με αυτό το βιβλίο; Εγώ που συνεπαίρνομαι ακόμη κι επιμένω να βγαίνω στα μπαλκόνια του ήλιου, σαν το τραγούδι του παλιού καιρού του Γκάτσου; Έχω, γιατί αυτός ο ποιητής αντέχει ακόμα, γιατί κουβαλά τον κόσμο που δεν βαστά τα φύλλα του, σαν τα φυλλοβόλα δέντρα. Γιατί είναι βαθύς και προσωπικός πολύ, σαν το φιλί. Είναι εκείνο που δεν είμαι εγώ, είμαι εκείνος, όταν εξαφανίζομαι. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος.

Μια Πράξη εξαφάνισης, με σάρκα και κόκκαλα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Quint Buchholz.]

Δείτε την ύλη του έντυπου τεύχους μας εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη