Μαρία Δελήτσικου – Παπαχρίστου
Σκοπέλου Λάλον Ύδωρ
Απόπειρα προσέγγισης του γλωσσικού ιδιώματος της Σκοπέλου
Εκδ. Επικαιρότητα, 2017
Η Μαρία Δελήτσικου – Παπαχρίστου έκανε το αυτονόητο. Το αυτονόητο για κάποιον που ό,τι σπούδασε το σπούδασε από αγάπη, το καλλιέργησε και το προώθησε από αγάπη και, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, του έδωσε μορφή και το διέσωσε στον αιώνα, από αγάπη. Όσο και αν φαίνεται βαρύγδουπο εκείνο το «στον αιώνα» έτσι είναι. Το συγκεκριμένο βιβλίο Σκοπέλου Λάλον Ύδωρ, δηλώνει πολλά και υπαινίσσεται περισσότερα μέσα και κάτω από τον σημαίνοντα ποιητικό τίτλο, ο οποίος παραπέμπει αυτομάτως στο Μαντείο των Δελφών και στον έσχατο χρησμό του: «ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην ου παγάν λαλέουσαν απέσβετο και λάλον ύδωρ». Αυτά βεβαίως για την παγά/πηγή της Κασταλίας. Εκείνη εσίγησε, πράγματι. Αν στέρεψε, επιπλέον, δεν ξέρω· η άλλη όμως, η υπονοούμενη της Σκοπέλου, ούτε εσίγησε ούτε εστέρεψε. Το μουρμουρητό της αρχαίας πηγής δεν έχασε ποτέ τον ήχο του και τον προσανατολισμό τoυ και διατήρησε τη δροσιά του, υπερπηδώντας κάθε σκόπελο (με «σ» πεζό/ μικρό), κάτω από τον θόρυβο της τρέχουσας γλώσσας. Ο λόγος για το σκοπελίτικο Λάλον Ύδωρ, παρακλάδι της μεγάλης μάνας – νερομάνας, της Ελληνικής που εξακολουθητικά κυλάει, σε μεγάλη ποικιλία, τα μουρμουρητά της, χιλιάδες χρόνια. Το βιβλίο της Δελήτσικου αυτό το μουσικό μουρμουρητό μαρτυρεί. Πρόκειται για μια πλατιά χαρτογράφηση της κάθε φλέβας-λέξης του.
Η ώρα της ευθύνης για κάθε λαό έρχεται όταν αρχίζει να γράφει, δογμάτιζε ο Γιάννης Ψυχάρης και χρειάζεται το γλωσσικό όργανο με το οποίο θα καταγράψει τις λέξεις και θα διασώσει τους ήχους. Και εδώ πρέπει με προσοχή να δούμε τις λέξεις του λαλούντος σκοπελίτικου ύδατος, που φέρουν κορωνίδα τους τα φωνητικά καθοδηγητικά για τον αναγνώστη σημαδάκια, για να ακούσουμε σωστά τη λέξη και να προσλάβουμε σωστά τον μουσικό ήχο.
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας, είπε ο Σεφέρης. Ναι, αλλά ο καθένας, από τόπο σε τόπο, τα ίδια λόγια, αλλιώς τα λέει, αλλιώς τα λαλεί.
Στο πρώτο -«Αντί Προλόγου»- κείμενο με υπότιτλο «Εν αρχή ην ο λόγος», η συγγραφέας μας στέλνει στον Θεό Λόγο δημιουργό, εφόσον Εκείνος είπε και εγένετο, και αμέσως μετά μας δίνει σε τριπλή παραλλαγή τον ίδιο στίχο του Οδυσσέα Ελύτη από το Άξιον Εστί:
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!
Σ’ αυτούς τους τρεις στίχους ο ποιητής μας δίνει την ηλικία –αμμουδιές του Ομήρου, τη θρησκεία – Δόξα Σοι, την Ελευθερία -τα πρώτα λόγια του Ύμνου. Ας προσθέσουμε εδώ και την αντίστοιχη ρήση του Διονυσίου Σολωμού: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία γλώσσα», που είναι το πρώτο ζητούμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Να μορφωθούμε πρώτα, έλεγε ο Αδαμάντιος Κοραής. Και ο Ρήγας Φεραίος, εμφορούμενος από τις ιδέες του Διαφωτισμού, στο 22ο άρθρο του μανιφέστου του, διατυπώνει με έμφαση ότι «εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη». Για την πατρίδα, τη θρησκεία, την ελευθερία, τα ιερά και τα όσια προτρέπει στον αγώνα ο Αισχύλος τους συμπολίτες του, Ίτε παίδες Ελλήνων, για όλα αυτά που ανέκαθεν αγωνίστηκε ο Έλληνας, για να φτάσουμε σήμερα να τα βλέπουμε να ξεφτίζουν και να τα απεμπολούμε, στο όνομα μιας ευκολίας ή μιας κακώς εννοούμενης εξέλιξης. Κι όμως, εκεί που απελπίζεται κανείς, εκεί και η ελπίδα πάλι ανατέλλει.
Η Δελήτσικου είχε επιμονή, πείσμα, δύναμη, συστηματική, επιστημονική και οργανωτική ικανότητα και κυρίως, θερμή καρδιά, για ένα έργο που χρειάστηκε είκοσι χρόνια κυοφορίας. Είκοσι χρόνια ελπίδας για το αίσιο τέλος. Και διάλεξε δύο ωραίες ποιητικές εικόνες για να μας εξηγήσει πώς ένιωθε τις δύο γλώσσες που είχε να χειριστεί· τη γλώσσα των σπουδών της αισθανόταν σαν κυριακάτικο φόρεμα και τη γλώσσα του νησιού της σαν καθημερινό. Με σεβασμό και αγάπη και για το ένα και για το άλλο. Και μια τρίτη εικόνα, μια ζωγραφιά· η ίδια η συγγραφέας μικρό κορίτσι που μαζεύει βότσαλα και κοχύλια στην παραλία. Μεγάλη πια και σπουδασμένη, αποθησαυρίζει «τα τιμαλφή της λαλιάς μας», πλέον, μαζεύει λέξεις και διασώζει ήχους που είχαν κατακαθίσει κάτω από το γλωσσικό στρώμα των γραμματιζούμενων, αφού στα χρόνια των σπουδών της έπρεπε να μάθει να πιέζει στο βάθος της γλωσσικής συνείδησης την καθημερινή της γλώσσα για να χειρίζεται την άλλη, την κυριακάτικη. Έτσι, σαν για να κλείσει ο κύκλος – σχολείο, μόρφωση, οικογένεια, αφυπηρέτηση, αποχώρηση- έρχεται η επιστροφή με άλλους όρους στην καθημερινή γλώσσα, τη γλώσσα της γιαγιάς και του παππού, της μητρικής και πατρικής γης.
Ο Βιντγκενστάιν έχει πει «Τα όρια της γλώσσας μου, τα όρια του κόσμου μου», που η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μότο της Εισαγωγής της. Αλλάζοντας τα λόγια του Βιντγκεστάιν στα παραδοσιακά Ελληνικά, έχουμε την πολύ απλή φράση του λαού μας «τόσα ξέρεις τόσα λες» ή «κουκιά τρως, κουκιά μολογάς». Σαφές, σαφέστατο ότι το νόημα είναι ίδιο. Ανάλογα με το τι ξέρεις και πόσα, εκφράζεσαι, επικοινωνείς, κατανοείς, δείχνεις τι αισθάνεσαι και τι νοιώθεις. Και οι γλωσσολόγοι που εκφράστηκαν και τοποθετήθηκαν είναι άπειροι· η ιστορία της γλώσσας είναι μακρά, η ηλικία της πάει παράλληλα με την ηλικία του πολιτισμού, το ταξίδι της, εκτός Ελλάδος, σαν του Μέγα Αλέξανδρου, οι ιδιόλεκτοι πολλές, οι διάλεκτοι που απέμειναν τρεις και από τις τρεις κυριάρχησε η Αττική.
Η συγγραφέας στην «Εισαγωγή» της μας δίνει όλη την περιπέτεια της ελληνικής γλώσσας με παραπομπές σε γνώμες επιφανών και με την επιστημονική τεκμηρίωση της κάθε κατατεθειμένης άποψης. Ποιες είναι οι αιτίες που δημιουργήθηκαν τόσες διάλεκτοι; Ποια η αρχή της Κοινής Νεοελληνικής και η ιστορία της; Ποια είναι η ιστορία της Σκοπέλου; Δεκαέξι αιώνες π. Χ. και τα χωριά έχουν τα ίδια ονόματα. «Χιλιάδες χρόνους περπατάμε λέμε τον ουρανό ουρανό και τη θάλασσα θάλασσα», λέει ο Ελύτης και οι Σκοπελίτες, επιπλέον, λένε τον Στάφυλο Στάφυλο, τον Αγνώντα Αγνώντα, το Βελιανό Βελιανό. Γιατί ο Στάφυλος, γιος του Διόνυσου, είναι ο πρώτος οικιστής του νησιού, ο οικιστής του μύθου. Μετά ακολούθησαν οι Χαλκιδείς και στη συνέχεια όλοι οι άλλοι· Ρωμαίοι, Χριστιανοί, Σταυροφόροι, Ενετοί, Τούρκοι, πρόσφυγες που κατέφυγαν στο νησί, ξένοι και δικοί. Και μαζί με αυτούς, περιπέτειες και βάσανα που επέδρασαν στον χαρακτήρα και διαμόρφωσαν ήθη, έθιμα, προκαταλήψεις, συμπεριφορές, κι ακόμα ανάπτυξη του εμπορίου που επέβαλε την επικοινωνία. Όλοι και όλα έχουν μερίδιο στη δημιουργία και εξέλιξη του γλωσσικού οργάνου, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις. Άλλωστε, η Σκόπελος γεωγραφικά ανήκει στον Νομό Μαγνησίας, διοικητικά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Χαλκίδας. Αυτό το τρισυπόστατο της τοποθέτησής της στον γεωφυσικό, πολιτικό και θρησκευτικό χάρτη, μας παρέχει ένα λιτό δείγμα των επίσημων τουλάχιστον επιμιξιών της. Έτσι, ο σκοπελίτικος «ουρνός», ουρανός, απλώνει τα άστρα του πάνω από τη Σκόπελο, όπως η «πίτυς», το πεύκο, σκορπάει το ρετσίνι της στον αέρα, από τον καιρό του Ομήρου, όπως και τα λόγια του σημαντικότατου λόγιου Σκοπελίτη του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε κυκλοφορούν στα ανηφορικά δρομάκια της. Η Χώρα, η Γλώσσα, το Κλήμα είναι τα τρία «χωριά» (να ’το πάλι το ιερό τρία) που μας έδωσαν το γλωσσικό δείγμα.
Και ακολουθεί το ψαχνό του βιβλίου. Η Γραμματική, τα πάθη των φθόγγων, η μορφολογία. Τα ουσιαστικά, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι κλίσεις τους, τα ρήματα και η κλίση τους, και ο μακρύς κατάλογος -το λεξικό- με τις 5.160 λέξεις. Καταγραφή, ετυμολογική έρευνα, φθογγολογικές αλλοιώσεις, μορφολογία, ερμηνεία, πάθη και προφορά. Ακολουθούν οι παροιμίες και τέλος, η Βιβλιογραφία. Σχεδόν εξακόσιες σελίδες, γεμάτες λέξεις, εκφάνσεις δυναμικές του σκοπελίτικου λόγου, λέξεις που διεκδικούν το δικαίωμα της αντίστασης σ’ ένα κόσμο που ισοπεδώνει την ειδοποιό διαφορά. Η Μαρία Δελήτσικου – Παπαχρίστου, με αυτό το μνημειώδες έργο, εθνικό στα μέτρα του, περιφρουρεί τα εγχώρια τιμαλφή της από την αλλοίωση, από την αφάνεια, από τη λήθη και ορθώνει υπερήφανο λόγο στην αλαζονική προβολή της τρεχάμενης γλώσσας, της μιξοαστικής, της μιξοβάρβαρης, της γλώσσας των εφημερίδων, της τηλεόρασης, της διαφήμισης, της μόδας, εκείνης που οι ομιλούντες μοιάζουν στερημένοι ακουστικής και οσφρητικής αίσθησης που, μέσα στους ταχείς ρυθμούς της εποχής, δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν τον ευέλικτο ήχο, τη λυγερή κίνηση, το άρωμα του πικρού χόρτου της ελληνικής γης, τις γνήσιες ελληνικές λέξεις, που είναι «οἱ φάροι οἱ στημένοι μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς» που «μποροῦν νὰ σὲ ὁδηγησουν σὲ λιμάνια σωτήρια, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι κι ἡ γλώσσα μας. Ὁ ἀθάνατος Ἕλλην Λόγος», όπως έγραψε ο π. Κωνσταντίνος Καλλιανός, (ηλ. περ. Παραθέματα Λόγου, 4-2-2017) για το βιβλίο.
Η εικόνα του εξωφύλλου «Περιστέρια γύρω από ένα κύπελλο» υποδηλώνουν ποιο είναι το «κύπελλο» και ποια η περιστερά αυτού του βιβλίου. Και «Το πρώτον βιβλίον εκάστου έθνους είναι της γλώσσης του το Λεξικόν, ήγουν η συνάθροισις και έρευνα των συμβόλων με τα οποία εκφράζει τας ιδέας του», έλεγε ο Κοραής. Αυτό είχε κατά νου η Δελήτσικου, είτε είχε είτε δεν είχε διαβάσει τον Αδαμάντιο Κοραή. Κι ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως αν δεν είχε προτιμήσει να γίνει «διάσημος» θα είχε γίνει φιλόλογος, γιατί φιλόλογος γίνεται κανείς από αγάπη για την επιστήμη της φιλολογίας, από αγάπη για τη γλώσσα και για τα κείμενα, και τότε είναι σοφός, στα μέτρα του κοινού ανθρώπου, βέβαια, εκείνος ο επιστήμονας που αναλαμβάνει χωρίς κανένα κέρδος να αναδείξει τη γλώσσα που του έδωσαν την Ελληνική, όπως έκανε με το Σκοπέλου Λάλον ύδωρ της η Μαρία Δελήτσικου- Παπαχρίστου, που σπούδασε φιλολογία και μουσική κι έτσι απέκτησε το χάρισμα να ακούει, να επιλέγει και να καταγράφει σωστά εκείνα τα λιγνά κορμάκια, εκείνα τα «μαύρα ρίγη», τα βότσαλα, τα κοχύλια, τις λέξεις στις αμμουδιές του Ομήρου ή της Σκοπέλου. Θησαυρός το Λάλον Ύδωρ, μέγα έργο και μέγα ηθικό κέρδος και για τη συγγραφέα και για την Σκόπελο.







