frear

Για τα «Αγγελόπτερα» της Έλσας Κορνέτη – γράφει η Σωτηρία Καλασαρίδου

Έλσα Κορνέτη, Αγγελόπτερα, Μελάνι 2016.

Σαράντα δύο ποιήματα συνθέτουν την καινούρια ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη που φέρει τον τίτλο Αγγελόπτερα, τίτλος ο οποίος από την αρχή ακόμη μας δημιουργεί αναγνωστικές προσδοκίες για μια ενδεχόμενη ερμηνευτική αμφισημία της ονομασίας του βιβλίου: πρόκειται πράγματι για έναν κόσμο ονειρικό, «αγγελικά πλασμένο», για το αντίστροφό του ή μήπως για τις δύο όψεις του Ιανού; Ας ακολουθήσουμε το κόκκινο νήμα που υφαίνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της συλλογής. Στο εισαγωγικό ποίημα, που λειτουργεί ως προμετωπίδα του βιβλίου, το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στον αναγνώστη: «Αγαπητέ αναγνώστη/ Αυτό το βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο / παρά ένας αγνός ενθουσιασμός για τα πουλιά…/», ενώ στο ίδιο κομμάτι ολόκληρο το βιβλίο και η ποίηση παίρνουν τη μορφή του απαγορευμένου καρπού. Επομένως, από το πρώτο, το εισαγωγικό κιόλας ποίημα αντιλαμβανόμαστε ότι εάν ο εκάστοτε αναγνώστης σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης του ορίζοντα των προσδοκιών του σκόπευε να ερμηνεύσει τον τίτλο κυριολεκτικά, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να πραγματοποιήσει μια ανθιστάμενη ανάγνωση, καθώς ο συμβολισμός των Αγγελόπτερων λειτουργεί αντιστικτικά με τον συμβολισμό του απαγορευμένου καρπού.

Η ξυλωσιά της συλλογής θα έλεγε κανείς από μια πρώτη προσέγγιση πως έχει για μονάδα δόμησής της το poèm en prose, στον βαθμό που η πλειοψηφία του βιβλίου αποτελείται από πεζοποιήματα, ή όπως είναι περισσότερο γνωστά, από πεζοτράγουδα, τα οποία ωστόσο παρουσιάζουν αρκετές διαφοροποιήσεις από το poèm en prose ως οριοθετημένο και προσδιορισμένο λογοτεχνικό είδος σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά του. Έτσι, μολονότι τα πεζοποιήματα στην πλειοψηφία τους διακρίνονται για τη συντομία τους, η οποία λειτουργεί εις όφελος της νοηματικής ενότητας, τη συμπύκνωση των εκφραστικών τρόπων της παραδοσιακής ποιητικής και την απουσία αναφορικότητας, στα πεζοποιήματα της Κορνέτη, κατά πρώτον, η νοηματική συνοχή δεν εξασφαλίζεται από τη συντομία, καθώς τα περισσότερα κομμάτια είναι αρκετά εκτεταμένα. Το στοιχείο που εν προκειμένω λειτουργεί συνεκτικά είναι οι ποιητικές εικόνες, ενώ δευτερευόντως οι εκφραστικοί τρόποι της παραδοσιακής ποιητικής είναι μπολιασμένοι με το υπερρεαλιστικό στοιχείο. Διαπιστώνουμε επομένως πως στο επίπεδο της μορφής η Κορνέτη αναδιαμορφώνει τα κριτήρια του λογοτεχνικού είδους του πεζοποιήματος και μας παραδίδει μια ανανεωμένη, υβριδική εκδοχή του poèm en prose, που ενοφθαλμίζει γόνιμα στα βασικά χαρακτηριστικά του είδους τον υπερρεαλισμό.

Ο υπερρεαλισμός αποτελεί την κεντρομόλο δύναμη γύρω από την οποία μπαίνουν σε τροχιά πολλά από τα ποιητικά υλικά, όπως οι ποιητικές εικόνες και το συνταίριασμα των πιο αταίριαστων γλωσσικών επιλογών. Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του που συναντούμε και στην παρούσα ποιητική συλλογή είναι οι υπερρεαλιστικές εικόνες, οι εικόνες δηλαδή που γεννιούνται από την ένωση αταίριαστων υλικών, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα που στοχεύει στη νοητική διέγερση και στη συνειδησιακή εγρήγορση του αναγνώστη. Κάποιες από τις εν λόγω εικόνες είναι ανοδικές, συνεχίζοντας την παράδοση των ποιητικών εικόνων της ανοδικής μεταφοράς του Νίκου Εγγονόπουλου ή της ανοδικής κίνησης του Ανδρέα Εμπειρίκου, στον βαθμό που είναι συνυφασμένες με την πλεοναστική συσσώρευση των κινήσεων ― πολύ συχνά στο παρόν έργο με τις κινήσεις της πτήσης ή και της ροής. Το σύμβολο του αγγέλου και οι συμβολισμοί του κάθε λογής φτερωτού είδους αποτελούν σε ένα πλήθος περιπτώσεων τα κεντρικά μοτίβα γύρω από τα οποία εξυφαίνεται η ποιητική αφήγηση. Δεν είναι μάλιστα λίγες οι στιγμές που οι ποιητικές εικόνες ενέχουν την ιδιότητα του απεικάσματος, είναι εικόνες δηλαδή που σου αφήνουν την ψευδαίσθηση ότι κάτι συνεχίζει και κινείται παρά τη διαπιστωμένη ακινησία του. Διαβάζουμε: «Το μεταφορικό μέσο τρέχει./ Το τοπίο τρέχει γρηγορότερα./ Το τοπίο της ψυχής τα προσπερνά./», ή αλλού: «(…) Ιπτάμενη δραπέτισσα Ιώ/ θρηνείς έναν έρωτα φωτιά/υφαίνοντας με τα καμένα σου φτερά/ ήχους κλωστής στον αργαλειό του πόθου/ (…) Έλα λοιπόν/ κάνε τους να ζηλέψουν/ Απόψε σε ποθώ/ άσε το μαγικό φίλτρο/ να σου καίει τα σωθικά/ άσε τον θεό Πάνα / κάτω απ’ το δέρμα σου/μέσα στο αίμα σου/ παράφορα/ να ρέει/». Δεν είναι βέβαια και λίγες οι περιπτώσεις στο έργο της Κορνέτη που αυτή η αίσθηση του διαρκούς γίγνεσθαι δεν εκπορεύεται πάντοτε από την ψυχική ευφορία του ποιητικού υποκειμένου ούτε και υποθάλπει την κίβδηλη ευδαιμονία. Οι υπερρεαλιστικές εικόνες της κίνησης στα ποιήματα της Κορνέτη χωρίς να θρέφουν τη χαρά, υπηρετούν την ψυχική μας ανάταση μέσα από το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα.

Με δεδομένο ότι η λογική ως έννοια είναι πλήρως εξαρθρωμένη από το παρόν ποιητικό έργο μπορούμε τέλεια να αιτιολογήσουμε και τη δραστική παρουσία του παραμυθικού στοιχείου στα Αγγελόπτερα. Γνωστοί πρωταγωνιστές του παραμυθιού και μυθολογικοί ήρωες συνδέονται ή καλύτερα αποδίδουν τον κόσμου του ονείρου. Ωστόσο, η προηγηθείσα διατύπωση μπορεί να ειπωθεί και αντίστροφα: οι απροσδόκητες διασυνδέσεις ονειρικού τύπου ξαναγράφουν τα παραμύθια από την αρχή, δίνοντάς τους μια διάσταση επικαιροποίησης και επαναπροσδιορισμού εντέλει της πραγματικότητας. Διαβάζουμε μια παραλλαγή του παραμυθιού της Χιονάτης: «(…) Αλήθεια, τι θυμάσαι από δαύτη; / Είχε χροιά λευκή/ Έσκιζε τον αέρα με μαύρη θυσανωτή ουρά/ Την έλεγαν Χιονάτη/ Η Χιονάτη η ωραία φιμωμένη/ Η Χιονάτη η αθώα γλωσσοτομημένη/ (…) Τώρα το ξέρεις πια/ Οι άγγελοι δεν είναι κοινωνικοί/ Ούτε πετούν σε σμήνη/ Όταν πεινούν/ Τρώνε την αύρα τους/ Όταν διψούν / Πίνουν τη φωνή τους/Κι εσύ/ Ξεσφήνωσες μόνη/ Το φαρμακωμένο μήλο/ απ’ τον λαιμό σου/ Τώρα επιτέλους/ Μπορείς να κελαηδήσεις/ Ξανά/». Άμεσα συνυφασμένη με το παραμύθι βρίσκεται να είναι πολλές φορές και η έννοια της φρίκης, η οποία με τη σειρά της βάζει στην ποιητική εξίσωση τον παράγοντα της μεταμόρφωσης, θυμίζοντας σε κάποια σημεία τις παράξενες ιστορίες του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, όπως στο ποίημα «Homo Legens, στον αναγιγνώσκοντα άνθρωπο, ο οποίος μεταμορφώνεται σε δημιουργό, για να ξαναμεταμορφωθεί σε βρικόλακα: «Ο πύργος των θαυμάτων γί-/νεται ο πύργος των θυμάτων κι Εσύ είσαι ένας βρικόλακας που/χώνει το σουβλερό του δόντι βαθιά στο κρέας των λέξεων για/ να πιει λίγη από την έμπνευση των άλλων. Είσαι ένας βρικόλα-/ κας που λατρεύει το συναίσθημα όταν το κάνει να αυτοκτονεί/.»

Η παρουσία μιας πληθώρας συγγραφέων, καλλιτεχνών και λογοτεχνικών ηρώων και ηρωίδων δημιουργεί ένα σύμπαν καλλιτεχνικής ευφορίας, προικοδοτεί το βιβλίο με διαστάσεις που αποδίδουν την τέχνη ως λειτουργία, ως τελετουργία, ως έκφανση της ζωής και του θανάτου: ζωγράφοι όπως ο υπερρεαλιστής Ρενέ Μαγκρίτ, αλλά και ο ιμπρεσιονιστής Ωγκύστ Ροντέν, ο ποιητής John Keats, η Έμμα Μποβαρύ, ο Δον Κιχώτης, ο Αντρέ Μπρετόν, είναι ορισμένες από τις κεντρικές φιγούρες που πρωταγωνιστούν στις ποιητικές ιστορίες αποδράσεων από όρια, σύνορα, αλυσίδες περιορισμούς κάθε είδους. Την ίδια στιγμή τα ποιήματα μετατρέπονται σε στιγμιότυπα αφήγησης για την τέχνη, είναι πυκνές αναπαραστάσεις ψυχικών καταστάσεων, είναι συνειρμικές μονάδες που κατατείνουν στη χαρτογράφηση του ασυνειδήτου. Πολλά από αυτά μάλιστα καταλήγουν να έχουν χαρακτήρα αυτό-αναφορικό και προσπαθούν να αποδώσουν την πολυμορφία της τέχνης: η τέχνη ως απαγορευμένος καρπός, η τέχνη ως αιμοδιψία, η τέχνη που φεύγει πια από τα χέρια του δημιουργού της και μοιάζει να αντικειμενοποιείται. Παράλληλα, το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί ποιητικές περσόνες προκειμένου να επικοινωνήσει με τους αναγνώστες του. Η συνέντευξη από την Έμμα Μποβαρύ, επί παραδείγματι, δεν είναι παρά μια συνέντευξη από τον «ποιητικό εαυτό», ο οποίος καταλήγει να μας παρουσιάζεται δαιμονικά δισυπόστατος.

Η ρυθμικότητα στα ποιήματα της συλλογής εδράζεται σε δύο επίπεδα, είναι θα έλεγα διφυής: πρόκειται αφενός για ρυθμικότητα εξωτερική που αποδίδεται μέσα από τις γλωσσικές επιλογές, τις συνηχήσεις ή και κάποιες φορές μέσα από τις σποραδικές και ανεπιτήδευτες ομοιοκαταληξίες αλλά αφετέρου και ρυθμικότητα εσωτερική, που εκπορεύεται από την ποιητική ενέργεια των εικόνων και την αέναη κίνηση των πρωταγωνιστικών φιγούρων. Θα κλείσω, έτσι όπως άρχισα. Πώς μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε την παρουσία των αγγελικών πλασμάτων στο έργο της Κορνέτη; Η παρουσία τους λειτουργεί ως κυριολεκτική μετωνυμία του καλού ή αντίστροφα ως ειρωνική συμβολοποίηση του κακού; Έχω τη βεβαιότητα πως η παρουσία τους διαδραματίζει και τους δύο ρόλους, εκπληρώνει και τους δύο όρους του αντιθετικού ζεύγματος καλό vs κακού, αντιστοιχεί και στις δύο όψεις του Ιανού, βεβαιώνοντάς μας με όχημα την ποιητική αμφισημία πως το όνειρο ιδωμένο αλλιώς μας οδηγεί με ακρίβεια στην πραγματικότητα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η Σωτηρία Καλασαρίδου είναι δρ. Διδακτικής της Λογοτεχνίας Α.Π.Θ. και κριτικός Λογοτεχνίας.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: