frear

Η διαθήκη – του Χοσέ Λουίς Λόπεθ Ρέθιο

Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής

Όλοι καθισμένοι, παρατηρώντας και μελετώντας τις εκφράσεις των άλλων, ανυπόμονοι πριν απ’ τα λόγια που θα τους διαβάσει ο συμβολαιογράφος. Χρόνια συγκρούσεων, ψεμάτων, σκληρής και υπέρμετρης εξαπάτησης φαίνεται πως θα τελειώσουν με την πράξη ανάγνωσης της διαθήκης του παππού.

Όλοι έχουν έρθει ντυμένοι με τα καλά τους. Μπορείς να διαβάσεις στα πρόσωπα την επιφυλακτικότητα απέναντι στη διαθήκη, απέναντι στον συμβολαιογράφο, τον εκτελεστή της, τον κόσμο ολόκληρο. Η Καρολίνα φοράει ένα πουκάμισο από μαύρο μετάξι, με τα πάνω κουμπιά στρατηγικά ξεκούμπωτα, όπως έκανε και όταν ζούσε ο παππούς. Υπήρξε πάντοτε ένας αφοσιωμένος στ’ αγιωτικά γεροσυνεσταλμένος, αντίκρυ στην Καρολίνα στεκόταν αντιμέτωπος με το αβυσσαλέο ντεκολτέ της όπως οι τουρίστες μπροστά στον γκρεμό της Ρόντα, με τη διαφορά ότι εκείνος σίγουρα θα επιθυμούσε μια βουτιά στο κενό. Η ίδια το γνώριζε βέβαια καλά, αλλά πάντοτε υπάρχουν πράγματα για τα οποία είναι καλύτερα να μη μιλάς, τουλάχιστον αυτό σκεφτόταν τότε. Τώρα, η Καρολίνα γέρνει προκλητικά το κορμί της μελετώντας την αντίδραση που προξενεί το άλλοτε ηδυπαθές και στητό στήθος της, τώρα πια πεσμένο και πλαδαρό, στα μάτια του εκτελεστή της διαθήκης. Δίπλα της ο άντρας της, ο Σαντιάγο, ο πρωτότοκος της οικογένειας, το ίδιο ξεδιάντροπος όσο δειλός και ηλίθιος. Πάνω από μία φορά απείλησε τον πατέρα του ότι δεν θα ξαναπάει να τον δει, ότι θα πάψει να είναι γιος του. Λόγια σκληρά απέναντι σ’ έναν ανθρωπάκο που βρισκόταν στη δύση της ζωής του. Ήταν ένας από τους τελευταίους που τον είχαν συνοδεύσει στο συμβολαιογραφείο, σίγουρα γνώριζε καλύτερα απ’ τον καθένα τις λέξεις που επρόκειτο να αναγνώσει ο συμβολαιογράφος, τις είχε υπαγορεύσει ο ίδιος παρέα με τον Αλεχάντρο, τον βενιαμίν της οικογένειας. Τώρα τα μάτια του είναι μονίμως γουρλωμένα, σα να θέλουν να βγουν έξω απ’ τις κόγχες τους. Ίσως είναι η ενοχή που δεν τον αφήνει να κοιμηθεί, σε λίγα λεπτά πάντως θα έχει νόμιμα αυτό που τόσα χρόνια ποθούσε με όλη του την ψυχή, αλλά ακόμα κι εκείνος δεν θα ήθελε ένα τέλος σαν κι αυτό. Τίποτα δεν ήταν αρκετό για τον Σαντιάγο, τον μεγάλο μου γιο. Τι μπερδεμένη που ήμουν εγώ τότε, προσπαθώντας πάντοτε να κάνω καλή εντύπωση στους συμπεθέρους μου την ώρα που πρόσφερα δώρα στα εγγόνια, χωρίς να δίνω σημασία στο ότι καθένα έχει τον δικό του χαρακτήρα, είναι ένα πρόσωπο ξεχωριστό είτε έχει ένα είτε πέντε αδέλφια. Στην κηδεία μπόρεσα να δω πώς απέφυγε να χαιρετήσει τα παιδιά του Λέο, όταν τον πλησίασαν με ευγένεια και συγκίνηση για να τον συλλυπηθούν. Έπρεπε να του ‘χα δώσει ένα γερό χέρι ξύλο.

Πίσω απ’ αυτούς, κάπως αριστερά, κάθονται οι μπολσεβίκοι, ο Ακιλίνο κι η γυναίκα του. Ένα μουστάκι της δεκαετίας του ’70 προαναγγέλλει την άφιξη αυτού του μικρόσωμου ανθρώπου με την αντίστοιχα μικροσκοπική συνείδηση. Καπνιστής φτηνού ταμπάκου, πέρασε ολόκληρη τη ζωή του προσποιούμενος τον εργάτη, απομακρυσμένος απ’ τις ρίζες του, στις οποίες τον έκαναν να επιστρέψει –αυτό κι αν είναι ειρωνία– η μυρωδιά και το χρώμα του χρήματος και τα κτήματα. Όχι για να δουλέψει βέβαια τη γη και να λερώσει τα χέρια του με το κεφάλαιο, αλλά για να χτίσει κατοικίες και μετά να κερδοσκοπήσει. Τώρα έχει πάρει έναν μορφασμό σοβαρότητας, μοιάζει ανασφαλής μέσα στο κοστούμι για τους γάμους και τις πρώτες μεταλήψεις που τον υποχρέωσε η γυναίκα του να φορέσει. Ο κόκκινος γιος, ο επαναστάτης, αποδείχτηκε ο πιο ανελεύθερος απ’ όλους: «Αυτό θα το κάνεις έτσι! Επειδή έτσι είναι! Επειδή το λέω εγώ!», ήταν τα τελευταία λόγια που απηύθυνε δημοσίως στον παππού. Η γυναίκα του… –όχι γι’ αυτήν δεν θα πω τίποτα, είναι ένα πρόσωπο αρκετά άχρωμο για να ξοδέψω λέξεις που θα σας κάνουν να βαρεθείτε.

Ο καημένος ο Χόρχε κλαίει χωρίς να τον ενδιαφέρει τίποτα. Η καρδιά του είναι σφιγμένη, πάντοτε ήταν όλος συναίσθημα. Ίδιος χαρακτήρας με τον παππού, κληρονόμησε τη δειλία του, η οποία τελικά τον βοήθησε στην τραγική κατάληξη. Πάντα έλεγε ότι δεν συζητούσε καθόλου περί χρημάτων, ποτέ δεν παρενέβη, συμπεριφερόταν πολύ χαλαρά. Μετά τον θάνατο του παππού συνέχισε να μην εναντιώνεται στις αδικίες. Ασφαλώς, η Μητέρα μας η Αγία Εκκλησία μας λέει ότι η ειρήνη είναι η οδός. Αλλά η ειρήνη απαιτεί δικαιοσύνη και σεβασμό, και για να υπάρχουν η μία και η άλλη είναι απαραίτητο οι δίκαιοι να ορθώνουν το ανάστημά τους και να σταματάνε τους άδικους. Παρ’ όλα αυτά μου προξενεί μεγάλο πόνο ν’ ακούω τον θρήνο του, ίδιον όπως τότε που ήταν παιδί κι έφευγε ο παππούς, κι εκείνος έμενε απαρηγόρητος, με κλαψουρίσματα που τράνταζαν το, από τότε μικρό κι ανυπεράσπιστο, στήθος του, καθώς με άδραχνε σε μιαν ατέλειωτη αγκαλιά αποζητώντας μια τρυφερότητα, την οποία εγώ αδυνατούσα να του προσφέρω. Εκείνη, η γυναίκα του, είναι κρύα σαν παγοκολώνα. Ποτέ δεν μου άρεσε, δεν έχει γούστο ούτε κομψότητα στο ντύσιμο, δεν έρχεται τις Κυριακές στη λειτουργία. Θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα, τόσο λιπόσαρκη, με τα μαλλιά της να φτάνουν χαμηλά μέχρι εκεί που η πλάτη χάνει το αξιοπρεπές της όνομα, κάθισε πάνω στον Χόρχε και χωρίς να χάσει λεπτό, άρχισε να του δίνει φιλιά στο στόμα μπροστά στον παππού. Είχε την τύχη να πέσει πάνω σε κάποιον που δεν τιμούσε τα πανταλόνια του.

Πιο πέρα κάθεται το κουταβάκι μου, ο Φελίπε. Ακόμα κι αυτός αφέθηκε στις ραδιουργίες του Αλεχάντρο και του Σαντιάγο, ο καημένος. Πάντοτε ήταν ο πιο προστατευμένος, αυτός που ήθελε, περισσότερο απ’ τον καθένα, βοήθεια. Τι κρίμα που η επιθυμία του ν’ αποκτήσει μεγαλύτερο σπίτι σκοτείνιασε ακόμα κι αυτούς τους δύο μοναδικούς νευρώνες με τους οποίους γεννήθηκε. Η γυναίκα του, η Λάουρα, αυτή που γελάει σαν ύαινα κι έχει δόντια αλόγου, στέκεται εκεί, ήσυχη, μασουλώντας τσίχλα χωρίς κανέναν σεβασμό. Πάντοτε λέγαμε ότι ο Φελίπε έγινε έτσι από ένα πέσιμο όταν ήταν μικρός, αλλά εγώ ήξερα ότι ήταν από γεννησιμιού του. Αρκεί να δεις τους υπόλοιπους για να καταλάβεις. Στο τέλος, όμως, ήξερε να κυνηγήσει το συμφέρον του, πουλώντας και καταφρονώντας εκείνον που ήταν ό μόνιμος υπερασπιστής του, τον αδελφό του τον Λέο. Έχει τόσο λίγη αξιοπρέπεια που δεν θα δίσταζε να του ξαναζητήσει βοήθεια, κι ο Λέο θα του την πρόσφερε ανεπιφύλακτα.

Αυτός που στέκεται όρθιος, επιβλέποντας τη συνάντηση, είναι ο Αλεχάντρο, υπερασπιστής των αντρών μάς έλεγαν ότι σημαίνει το όνομα, αλλά καμία σχέση δεν έχει μ’ αυτήν την τόσο εγωιστική ύπαρξη. Είναι μικροκαμωμένος, όπως όλα τα παιδιά μου, με αραβικά χαρακτηριστικά και συμπεριφορά μαφιόζου, έφτασε να γίνει ο «νονός» της οικογένειας αγνοώντας και περιφρονώντας τον παππού, αφού πρώτα τον κατάφερε να του υπογράψει ένα γενικό πληρεξούσιο για όλη του την περιουσία. Μαζί με τη γυναίκα του αποτελούν μια τρομακτική συμμορία, καταλαβαίνονται τέλεια, επιθυμούν τα ίδια πράγματα, κάτι το οποίο θα ήταν αξιοθαύμαστο αν ό,τι επιθυμούσαν δεν ανήκε σε άλλους, κι αν δεν ήταν διατεθειμένοι για όλα προκειμένου να τα αποκτήσουν. Από αυτούς προήλθαν οι χειρότερες δυσαρέσκειες, συνέχεια μας εξαπατούσαν. Μας προσκαλούσαν για φαγητό σε καλά εστιατόρια για να κρατάνε τον παππού ικανοποιημένο κι ο δύστυχος εκείνος δεν καταλάβαινε ότι πλήρωναν τους λογαριασμούς με τα δικά του λεφτά, σε βάρος πάντοτε των υπόλοιπων παιδιών του. Εκείνη, η Μόνικα, ποτέ δεν υπήρξε όμορφη ή καλλιεργημένη. Με τα χρόνια έμαθε να φτιάχνεται κάπως, παρ’ όλο που τώρα τα μαλλιά της μοιάζουν σαν της τρελής. Στην κηδεία αρκετοί ήταν εκείνοι που τρόμαξαν όταν την συναπάντησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας να περιπλανιέται σαν ψυχή που την έχουν κυριέψει τα πνεύματα. Προληπτική, φοβάται πως κάποιος μας θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά της ζητώντας εξηγήσεις, τι αμόρφωτη που είναι η καημένη, λες και δεν έχουμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε απ’ το να εξαρτιόμαστε από τους παραλογισμούς της. Δεν σταματάει να καταπίνει χάπια. Φαντάζομαι ότι αυτό είναι φυσιολογικό, δεν μπορεί να είναι τόσο μοχθηρή, ψεύτρα κι ανακατώστρα χωρίς να υποφέρει από κάποιου είδους τύψεις.

Τελευταίος στέκεται ο Λέο, εκεί χωριστά, αυτός νοιάζεται λιγότερο απ’ όλους για τον εαυτό του, υποφέροντας από μέσα κι απ’ έξω, αφού μόλις λίγο πριν υπέστη την καταιγίδα του αδελφού του, του Ακιλίνο, που τον έβρισε πατόκορφα μπροστά στην πόρτα του συμβολαιογραφείου. Έχει περισσότερα παιδιά απ’ όλους και μια γυναίκα άρρωστη, οι υπόλοιποι διαδίδουν ότι ίσως ο Λέο ήταν ο φταίχτης, όμως λένε ψέματα και το ξέρουν πως δεν είναι έτσι. Ο Λέο περιορίστηκε στο να υπερασπιστεί τα συμφέροντα τα δικά του και των παιδιών του. Είναι κοντούλης, έχει τη μύτη του παππού, αυτός κι ο Χόρχε έμοιαζαν πάντοτε, αν και στο τέλος ο Λέο αποδείχτηκε ότι είχε περισσότερα κότσια. Δεν άφησε να τον ποδοπατήσουν, ούτε να πατήσουν τους άλλους. Ο Αλεχάντρο, που το ήξερε, του πρότεινε συνεργασία –«οι δυό μας θα πείσουμε τον παππού και θα κοροϊδέψουμε τους άλλους που είναι αδαείς σ’ αυτά τα θέματα»– αυτές ήταν οι κουβέντες του, αλλά ο Λέο δεν το δέχτηκε. Αργότερα θα ήταν ο Σαντιάγο, πολύ λιγότερο αξιοπρεπής, ο οποίος θ’ αποδεχόταν την πρόταση του Αλεχάντρο. Η απόρριψη του Λέο τους άφησε εκτεθειμένους γιατί είχαν φανερώσει πολύ νωρίς τα χαρτιά τους κι έτσι έπρεπε να τον δυσφημήσουν –αυτό κι αν το έκαναν– του όρμησαν, τον έκαναν σε κάθε ευκαιρία που συναντιόντουσαν να μαρτυρήσει, του φώναζαν, διέσπειραν φήμες δεξιά κι αριστερά, ακόμα και μπροστά σε πρόσωπα ξένα προς την οικογένεια, αλλά εκείνος αποδείχτηκε σταθερός. Έφτασαν να διαδώσουν στη γειτονιά φήμες για την τιμή της γυναίκας του, η οποία παρέμενε πάντοτε στο περιθώριο και συμπεριφερόταν σαν κυρία. Με τον Ακιλίνο τα βρήκαν εύκολα, έφτασε να του δώσουν ένα χρηματικό ποσό, σαφώς μικρότερο από εκείνο που θα αντιστοιχούσε σε μια δίκαιη μοιρασιά της κληρονομιάς, αλλά η απληστία του και η έχθρα που έτρεφε απέναντι στα παιδιά του Λέο, τον έκαναν να δεχτεί.

Τώρα τα βλέπω όλα καθαρά, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Κι ο παππούς είναι παρών στην ανάγνωση της διαθήκης, στέκεται στο πλάι μου, όπως ήταν πάντοτε και πάντα θα είναι. Δεν υπάρχει κάτι για να του συγχωρήσω, γιατί οι πράξεις που τις γεννά η αγάπη και η τρέλα δεν μπορούν να καταλογιστούν σε κανέναν. Ήταν υπερβολική η πίεση στην οποία τον είχαμε υποβάλει: από τη μια μεριά, εκείνη η κακιά αρρώστια με το γερμανικό όνομα, που έκανε να μην τον αναγνωρίζω στις περισσότερες περιπτώσεις, να του συμπεριφέρομαι σα να ‘ναι ξένος, κάποιες φορές να τον μπερδεύω με μια γυναίκα. Ανέκαθεν υπήρξε αδύναμος, πάντοτε χρειαζόταν να είμαι εγώ η οδηγός και βοηθός του, κι όταν απόμεινε χωρίς αυτό, ακριβώς στη στιγμή της ζωής που όλοι αναζητούμε καταφύγιο ανάμεσα στις πιο αγαπημένες μας υπάρξεις, κατέληξε να εκτροχιαστεί. Από την άλλη μεριά, ήταν το θέμα των παιδιών, ο Αλεχάντρο κι ο Σαντιάγο τον τρομοκρατούσαν με το να μην τον αγαπάνε, με το να μην έρχονται να τον δουν και να μην του φέρνουν τα εγγόνια του. Οι γυναίκες τους λεηλατούσαν την προίκα μου, ακόμα κι όταν τις συνέλαβα επ’ αυτοφώρω θέλησαν να με βγάλουν τρελή, «η γιαγιά τρελάθηκε!», έλεγαν. Ο Λέο ήταν ο μόνος που με άκουσε και προσπάθησε να με υπερασπιστεί. Δεν θα ξεχάσω την έκφραση της Μόνικα όταν ξυπνώντας μια φορά την είδα που γέμιζε μια κουβέρτα με τα πράγματά μου. Γέλασε μπροστά στα μούτρα μου, «είναι τρελή, παππού», δικαιολογήθηκε• ο παππούς, ακολουθώντας τον τόνο της ζωής του, προτίμησε να σκύψει το κεφάλι και ν’ αφήσει να μ’ αποκαλούν τρελή, και να περιφρονούν και να προσβάλλουν τον Λέο που με υπερασπιζόταν.
Βέβαια, δεν είμαι άμοιρη ευθυνών, εγώ τους μεγάλωσα και βλέπω τ’ αποτελέσματα• έκανα λάθος. Επιπλέον παραδέχομαι ότι ήταν ακριβώς οι χαϊδεμένοι μου εκείνοι που τελικά μας έδωσαν τη μαχαιριά. Τώρα, με την απόσταση που μας παραχωρεί ο χρόνος και ο θάνατος, βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά.

Είχε ξημερώσει μια μέρα πολύ κρύα. Πάντα μου άρεσε να έχω ένα απ’ τα παντζούρια μισάνοιχτο για να ξέρω πότε βγήκε ο ήλιος και να είναι λιγότερο κουραστικό το βάρος του ύπνου. Ξύπνησα απ’ το λήθαργο με το κλείσιμο της εξώπορτας. «Βγήκε ο Ακιλίνο», σκέφτηκα. Ξανάπεσα σ’ έναν ελαφρύ ύπνο, όταν άκουσα το τρίξιμο που κάνει πάντοτε το ντουλάπι κάτω απ’ τη σκάλα. Σε άκουσα να ψαχουλεύεις μέσα, κλαίγοντας με λυγμούς. Ήξερα τι έκανες, δεν ήταν η πρώτη φορά που το προσπαθούσες. Μερικά φυσίγγια έπεσαν στο πάτωμα, σημάδι της νευρικότητας και της κακής σου κατάστασης. Ανέκαθεν ήσουν δεινός σκοπευτής, αλλά το κλάμα και τα νεύρα σε πρόδιδαν. Εγώ δεν ήμουν σίγουρη αν αυτό που άκουγα συνέβαινε αληθινά ή αν απλώς διαδραματιζόταν μέσα στο άρρωστο μυαλό μου. Ο επόμενος ήχος ήταν από το όπλο όταν το κλείνεις αφού το έχεις γεμίσει, εκείνος ο μεταλλικός, ξερός ήχος. Αντίθετα μ’ ό,τι είχε συμβεί σε άλλες περιπτώσεις, τα βήματά σου δεν άργησαν ν’ ακουστούν, έρχονταν κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο. Ήσουν περισσότερο αποφασισμένος από ποτέ, οι ικεσίες μου σε κάποια στιγμή διαύγειας είχαν εισακουστεί. Ερχόσουν για να με σώσεις. Ένας μεγάλος πόνος με κυρίευσε, το έκανες μόνο για μένα. Δεν ήθελες να συνεχίσεις να με βλέπεις να υποφέρω. Δεν μπορούσες να επιτρέψεις να με φωνάζουν «τρελή», τη γυναίκα που είχες αγαπήσει, με την οποία είχες μοιραστεί τη ζωή σου, που είχε προσπαθήσει να σου δώσει μια οικογένεια… Αυτή τη λέξη, τον πόνο σου, δεν μπόρεσα να την αποφύγω, κατάλαβα, καθώς άρχισε ένα χοντρό δάκρυ να κυλά απ’ το αριστερό μου μάτι. Δεν έπρεπε να το δεις, γι’ αυτό κράτησα κλειστά τα μάτια μου για να πιστέψεις ότι κοιμόμουν. Έφτασες στο πλευρό μου, με φίλησες τρυφερά στο μέτωπο, κλαψουρίζοντας όπως κάνει τώρα ο δικός μας Χόρχε. Έκλαιγες μέχρι τα σωθικά σου, ήξερα πολύ καλά αυτό το κλάμα. Ήταν το ίδιο όπως τότε που πέθανε ο πατέρας σου. Είπες ένα Πάτερ ημών κι ένα Άβε Μαρία. Γύρισες να με φιλήσεις, αυτή τη φορά στα χείλη, δεν ξέρω πώς κατάφερα να συγκρατήσω την επιθυμία μου να σου ανταποδώσω εκείνο το τελευταίο φιλί. Σηκώθηκες, σημάδεψες…, το επόμενο που θυμάμαι ήταν που προσπαθούσα να σε πιάσω, να κρατηθώ επάνω σου, αλλά δεν είχα χέρια για να το κάνω. Είδα το σώμα μου στο κρεββάτι, σε μια στάση μακάρια. Εσύ δεν σταματούσες το κλάμα, ήσουν μόνος. Πήγες στο διάδρομο, στάθηκες μπροστά στον καθρέφτη, έτσι έκανες συντροφιά στον εαυτό σου. Νευρικά πάτησες τη σκανδάλη για να μπει η σφαίρα στο στόμα σου. Δεν σ’ έβλεπα πια, αν και ήσουν ζωντανός. Η πόρτα άνοιξε, ήταν ο Φελίπε κι ο γιος του. Καημένο παιδί, έπρεπε να το δεις όλο αυτό! Σε πήραν απ’ το πλάι μου. Είδα τον εαυτό μου να τον σέρνουν από τράπεζα σε τράπεζα. Για κάποιο λόγο έπρεπε να παρακολουθήσω πώς ο Σαντιάγο, την ώρα που εσύ ψυχομαχούσες στο νοσοκομείο, αφοσιώθηκε στο άδειασμα των τραπεζικών μας λογαριασμών. Αμέσως μετά βρέθηκα στο νοσοκομείο για να δω πώς η σύζυγος του Χόρχε έψαχνε για πράγματα αξίας μέσα σε μια μαύρη σακούλα που της είχαν δώσει με τα ρούχα σου, τα λεκιασμένα μ’ αίμα• τι ψυχρή που υπήρξε πάντοτε αυτή η μικρούλα! Στο ίδιο αυτό νοσοκομείο είδα πώς ο Λέο και ο Χόρχε δεν έφυγαν από κοντά σου. Είδα επίσης που το σπίτι μας βγήκε στην τηλεόραση. Συζυγική βία, έλεγαν. Αν αναφέρονταν στο «συζυγική» γι’ αυτό που γίνεται από αγάπη, είχαν δίκιο, αλλά έβγαιναν και μιλούσαν άνθρωποι που δεν μας γνώριζαν, λέγοντας ανοησίες, λέγοντας ότι με κακομεταχειριζόσουν κι ότι με είχες έγκλειστη. Όλο ασυναρτησίες. Τελικά έφτασα ώς εδώ, επιτέλους με τη συντροφιά σου. Υποθέτω ότι έπρεπε να δούμε σε τι έχουν μεταμορφωθεί τα παιδιά μας.

Τώρα είμαστε έτοιμοι, ας συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Αυτό είναι το τέλος, ό,τι λέει ο συμβολαιογράφος είναι χωρίς σημασία. Πιάσου απ’ το χέρι μου, δεν θα σ’ αφήσω, τίποτα πια δεν θα μας χωρίσει.

[Το έργα είναι του Σαλβατόρ Νταλί.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly