frear

Μοντέρνοι καιροί, Η οδοιπορία -του Γιάννη Πάσχου

Η οδοιπορία στα κατώτερα στρώματα του όζοντος, αν και πολύ κουραστική, δεν έχανε το ενδιαφέρον της.
Από τα λουλούδια (που από παλιά είχαν ανθήσει από μόνα τους) κρέμονταν τρακαρισμένα αυτοκίνητα που με το πέρασμα του χρόνου είχαν αντικαταστήσει τα φύλλα ενώ οι εξατμίσεις τους είχαν ενωθεί κατά περίεργο τρόπο στη θέση που σύμφωνα με την λογική κατείχε ο ύπερος. Περιέργως το άρωμα παρέμενε. Αν έκλεινες τα μάτια με ευκολία θα μπορούσες να φανταστείς ένα ανθισμένο λιβάδι, κυρίως, νυχτολούλουδα και αγιοκλήματα. Μόλις όμως, άνοιγες τα μάτια διαπίστωνες τον ορυμαγδό των σκουριασμένων σιδερικών και τον αποχρωματισμό των επιφανειών.

Μπροστά στην εικόνα αυτή η μικρή κυρία που ήταν μαζί μας άρχισε να δακρύζει. Στην αρχή πίστεψα ότι η εικόνα την συγκίνησε ή ίσως οι αλλαγές που δεν πρόλαβε να αντιληφθεί αλλά στη συνέχεια διαπίστωσα, ότι αυτή καμία σημασία δεν είχε δώσει σε όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας και θα μπορούσαν να προκαλέσουν συγκίνηση αλλά ασφυκτιούσε από την παρουσία του άνδρα που τη συνόδευε, αν και παρέμενε αρκετά μέτρα μακριά της.

Η αλήθεια είναι ότι δεν το διαπίστωσα αλλά μου το είπε η ίδια με σαφήνεια: «Εδώ, στα κατώτερα στρώματα του όζοντος, η παρουσία του και μόνο με κάνει να ασφυκτιώ».

Κι όμως, μου φαινόταν παντελώς άδικη γιατί ο κύριος τράβηξε μια από τις εξατμίσεις που βρισκόταν στην θέση του ύπερου του λουλουδιού και της την πρόσφερε με ευγένεια, κάνοντας και μικρή υπόκλιση.
«Μύρισε» της είπε. Πλησίασε την εξάτμιση στη μύτη της και αυτός στήθηκε στην άλλη άκρη κι έκανε όπως κάνουν τα παιδιά όταν οδηγούν τα μικρά, πλαστικά αυτοκινητάκια τους τα απογεύματα του καλοκαιριού.
«Υπέροχο» είπε εκείνη και χαμογέλασε, εγκαταλείποντας στο παρελθόν τα δάκρυα και την άσχημη αίσθηση ασφυξίας που της προκαλούσε η παρουσία του.

Αντίθετα από αυτούς, εγώ λυπήθηκα πολύ που με τη γελοία ομολογουμένως στάση του άνδρα να κάνει σαν μικρό παιδί βουου και βουου αλλά και με την τόσο ξαφνική αλλαγή της γυναίκας, που χαιρόταν πράγματι από την εξάτμιση που ήταν κολλημένη στη μύτη της. Η πρωτότυπη όσο και γελοία αυτή εικόνα, ο άνδρας να συνεχίζει να κάνει σαν αυτοκινητάκι και η γυναίκα να έχει κολλημένη την εξάτμιση στη μύτη της, αποδείχτηκε απόλυτα ικανοποιητική και ομολογουμένως συμφέρουσα.

Οι δυο τους, με τον τρόπο αυτόν κατόρθωναν να οδοιπορούν, να μετακινούνται καλύτερα στις ανηφόρες και στα δύσκολα σημεία των κατώτερων στρωμάτων του όζοντος, αντίθετα με μένα, που ίδρωνα και ξεΐδρωνα και όλο και σταματούσα να πάρω μια ανάσα για να μπορώ με σχετική ευχέρεια να συνεχίσω.

Αυτοί είχαν πιά πλησιάσει στο πάλαι ποτέ δειλινό, που τώρα ως φάρος αναβόσβηνε και ως μνημείο το απολάμβαναν οι άνθρωποι ενώ εγώ, βρισκόμουν ακόμη μέσα σε ένα καταμεσήμερο που κουβαλούσε μια πελώρια θαλάσσια χελώνα, που αν και πήγαινε τόσο αργά και πάλι δεν την προλάβαινα…

Αποκαμωμένος εγκατέλειψα την προσπάθεια οδοιπορίας στα κατώτερα σημεία του όζοντος και κάθισα πάνω σε ένα κουκούτσι ελιάς, που μάταια προσπαθούσε να σπείρει ρίζες στο αφιλόξενο περιβάλλον που βρέθηκε.
Από την κορυφή του δειλινού όπου βρίσκονταν άκουγα τα χαχανητά της γυναίκας και τα αστεία του άνδρα και ζήλευα που είχαν τον τρόπο να χαίρονται και να απολαμβάνουν την έρημη πεδιάδα. Άκουγα τα λόγια τους και τις υποσχέσεις μιας ιδιότυπης συναίνεσης για την οργάνωση της ζωής και της μετουσίωσης των αλλαγών.
«Θα σου αγοράσω» της είπε «ένα κομμάτι ερήμου». Εκείνη έδειξε να χάρηκε. Ίσως σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να φτιάξει ότι επιθυμούσε σε ένα τόσο λείο, χωρίς εμπόδια μέρος.

«Προσφέρεται» του είπε «να απλώσω τα απέραντα στρώματα της μοναξιάς μου. Το ένα πάνω στο άλλο. Εκτεθειμένα θα είναι προσβάσιμα για ανταλλαγή αλλά και για πώληση». Έβγαλε την εξάτμιση από τη μύτη της, άπλωσε το χέρι της, έκοψε από ένα ξερό δένδρο ένα ώριμο βαταραχοπέδιλο και άρχισε να κάνει αέρα.
«Θα κρυώσεις» της είπε εκείνος και της έχωσε ξανά, σχεδόν βίαια, την εξάτμιση στη μύτη και με το χέρι του απομάκρυνε το βατραχοπέδιλο.

Η μικρή κυρία έβαλε τα δάκρυα και ζητούσε επίμονα να επιστρέψει πίσω. Προς στιγμή τη λυπήθηκα κι έπιασα μια από τις σκιές που έτυχε να βρω μπροστά μου, για να την πετάξω επάνω στον κύριο. Δεν πρόλαβα και η μικρή κυρία είχε αλλάξει πάλι διάθεση και γελούσε με ένα πουλί χωρίς ράμφος, που προσπαθούσε να δαγκώσει το μικρό δάχτυλο του ποδιού του συνοδού της. Ξεκαρδιζόταν στα γέλια ενώ αυτός προσπαθούσε εναγωνίως να χώσει τα πέλματα μέσα στην άμμο, όσο πιο βαθιά μπορούσε, για να αποφύγει την ενοχλητική επίθεση του πουλιού. Είχε χωθεί στην άμμο σχεδόν μέχρι τη μέση. Σαν βίδα βιδωνόταν στην έρημο.
Όταν το πουλί έφυγε (με την βοήθεια της κυρίας) βγήκε από την τρύπα, παρασύροντας μαζί του ένα κομμάτι άμμου, που σαν περιτύλιγμα είχε κολλήσει στο μισό περίπου σώμα του, από τη μέση και κάτω.
«Είσαι σαν αμμόλοφος» του είπε εκείνη και άρχισε να τον φυσά σα να ήθελε να τον διαλύσει.

Ο μισός πράγματι διαλύθηκε, ο άλλος μισός έπεσε πάνω της και απεγνωσμένα αποζητούσε το κορμί της για να σωθεί. Εκείνη στην αρχή αντιστεκόταν αλλά στη συνέχεια, παρασυρμένη από τα παρακάλια αλλά και από τον φόβο πως θα γυρίσει μόνη πίσω, δέχθηκε.

Ο κύριος την ευχαρίστησε, της έδεσε τα χέρια γύρω από τα μάτια, κόλλησε πάνω της, διόρθωσε στη μύτη της την εξάτμιση και άρχισε να την οδηγεί με τέχνη στον δρόμο της επιστροφής μέσα από τις ζητωκραυγές των σκιών του δειλινού. Πέρασαν από μπροστά μου. Έκανα πως δεν τους είδα. Η παράξενη μορφή τους με φόβιζε. Τέρατα, σκέφτηκα, φοβερά τέρατα.

Τους συνάντησα μετά από δυο μέρες σε γιορτή ενός κοινού μας φίλου. Ήταν πολύ όμορφα ντυμένοι και οι δυο. Φαίνονταν αγαπημένοι, κοινωνικοί και ανεξάρτητοι. Μιλούσαν για το κάθε τι με γνώση και σιγουριά.
«Δεν μας ακολουθήσατε μέχρι την κορυφή» μου είπε σε μια στιγμή η μικρή κυρία.
«Πολύ θα ήθελα, απάντησα, αλλά δεν βρήκα τον κατάλληλο τρόπο, δεν άντεξα την δύσκολη διαδρομή».
«Είναι θέμα προσαρμογής στα κατώτερα στρώματα του όζοντος» είπε η κυρία και άρχισε να σκύβει επικίνδυνα σα να επιθυμούσε να ξεράσει ότι είχε και δεν είχε μέσα της.

«Σας συμβαίνει κάτι;» ρώτησα και προσπάθησα να τη σηκώσω.

«Δεν είναι τίποτα» είπε και με τράβηξε σε μια σκοτεινή γωνιά του κήπου ενώ ο κύριος ήταν απορροφημένος σε μια παρτίδα σκάκι.

Γονάτισε μπροστά μου, άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού μου κι έχωσε το πρόσωπό της μέσα στα πόδια μου. Οικογενειακή θαλπωρή, σκέφτηκα. Όταν τελείωσε, τράβηξα το σχοινί από ένα καζανάκι τουαλέτας που αιωρείτο ως χριστουγεννιάτικο στολίδι ενώ ο κύριος, που εν τω μεταξύ είχε κερδίσει την παρτίδα, ζητωκραύγαζε και την αναζητούσε για να μοιραστεί μαζί της τη χαρά της νίκης.


[Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Μη φεύγεις, Ίνδικτος, 2013.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη