frear

Για την ποίηση της Άντζελας Γεωργοτά – γράφει η Χλόη Κουτσουμπέλη

012Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη της Άντζελας Γεωργοτά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Στον πατέρα της, έναν πατέρα που έφυγε, αφιερωμένη αυτή η πρώτη συλλογή της Άντζελας Γεωργοτά. Και δύο πρώτοι στίχοι στην αρχή πριν όλα αρχίσουν. «Όλη την νύχτα έστηνα δόκανα/όμως να συγκρατήσω κανένα όνειρο δεν μπόρεσα».

Ευθύς εξαρχής λοιπόν το κουδούνι έξω από την πόρτα της συλλογής γράφει την λέξη απώλεια. Και όλες τις λέξεις από Α: απουσία, αποστασία, ανείπωτο, ανεπιδότο, ασύμπτωτο.

Χωρισμένη σε εποχές η συλλογή:

Εποχή πρώτη μετόπωρον (η εποχή μετά τα φρούτα), η εποχή μετά τον θάνατο του πατέρα. Έξι ποιήματα στον Παρατατικό, σ’ αυτό που υπήρξε και χάθηκε, την αρσενική παρουσία, τον πατέρα ζεστό και ταυτόχρονα πια κρύο. Διαφορά θερμοκρασίας. Ελλειπτικά ανάμεσα στις λέξεις προβάλλει το σχήμα και η μορφή του πατέρα. Οι τίτλοι των ποιημάτων παράλληλα διηγούνται την δική τους κρυφή ιστορία. Γιατί και τα ποιήματα έχουν τους υποτίτλους τους.

Γιατί ποτέ δεν ήμουν αρκετή, υπάρχει το κενό ανάμεσά μας, επίσκεψη νυχτερινή, μου μιλούσαν με τα λευκά τους ρούχα, κάπου έχεις πάει, αυτό που είμαστε.

Στην μυστική γλώσσα των ποιημάτων εγώ ακούω: αυτό που είμαστε είναι ο πατέρας που υπήρξε, που τον ενσωματώνουμε αφού φεύγει, που όπως ο Αινείας τον κουβαλάμε στην πλάτη μας, είναι οι απαιτήσεις, η κριτική του αλλά και η τρυφερότητά του, είναι οι αναμνήσεις του, το πορτοκάλι, ο βασιλικός, οι λευκές ποδιές των γιατρών και νοσοκόμων, η αιθανόλη. Ακόμα και το πηγάδι της αυλής, που το ποιητικό υποκείμενο δροσίζεται πριν γίνει γυναίκα. Είναι ο πατέρας. Αφιερωμένη λοιπόν η εποχή αυτή στον πατέρα.

«Θυμήσου./ Και το πρωί/ θα σε σκεπάσω χώμα». Είναι το χώμα των λέξεων και η ποιήτρια το σκάβει βαθιά και το νοτίζει.

Εποχή δεύτερη, χειμών. Δέκα πέντε ποιήματα.

Το παιδί κόρη γίνεται γυναίκα. Ερωτεύεται. Ας εξετάσουμε πάλι τους τίτλους των ποιημάτων που είναι ένα είδος αρχαίου χορού γιατί κτίζουν την ατμόσφαιρα της ενότητας.

Ο ορισμός της αγάπης. Σε κλίμακα χαμηλή. Ορθολογικός χωρισμός. Αντί. Έξωση. Υπάρχουν αποδείξεις. Περί μιας ανείπωτης υπόσχεσης. Δεν βρεθήκαμε ποτέ. Η τέχνη της παράστασης. Ανεπίδοτη επιστολή. Dead Lines. Φόβος της αριθμητικής. Αιωνιότητα. Μέχρι να έρθεις. Περί προθέσεων και αντοχών.

Όμως γιατί ή πού στην λογοτεχνία ο έρωτας παρομοιάζεται με τον χειμώνα; Εδώ έχουμε έναν έρωτα χώμα. Σε παρατατικό. Κρύο. Ασύμπτωτο. Όπως ο θάνατος του πατέρα στο μετόπωρον. Έρωτας ανάμεσα σε αρχαία ερείπια, αντίδικος και αντίλαλος. (Που φοράει δανεικά ματωμένα ρούχα και σύμφωνα με αρχαία εντολή πρέπει να επιστρέψει ξεπλυμένα). Απατηλός και φανταστικός, αλλά ταυτόχρονα έρωτας που υπήρξε πράξη μέσα από το δέρμα.

Στα ποιήματα της Γεωργοτά υπάρχει η τέχνη του υπαινιγμού. Αυτό που ξεκίνησε αιώνες πριν με την Σαπφώ που έγραφε: είναι μεσάνυχτα κι εγώ κοιμάμαι μόνη, χάραξε μία γαλακτερή γραμμή στο φεγγάρι και όλοι συνεχίζουμε από εκεί. Γιατί υπάρχει συνέχεια στην ποίηση και γιατί όλοι προσθέτουν ένα λιθαράκι στο τεράστιο ψηφιδωτό της.

Υπαινικτικοί στίχοι λοιπόν μέσα σ’ αυτή την ενότητα που περικλείουν και περιλαμβάνουν:
Δεν υπάρχει τίποτε πιο σίγουρο/ από την απάτη πως με άγγιξες.
(Αν ήμουν μόνο σάρκα, τότε θα σε συγχωρούσα)
Δεν έρχομαι, γιατί περίμενα πολύ, ενώ- εσύ- μετρούσες τα βήματά σου
Πήρα μόνο το οικόσημό σου,/στο λαιμό το κρέμασα/και με μια ταινία σφράγισα/το χολ για πάντα.

Και βέβαια ο στίχος που αποτελεί και τον τίτλο της συλλογής και είναι ολόκληρο μυθιστόρημα από μόνος του. Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη.

Εξομολογητική ποίηση σε πρώτο πρόσωπο που αμέσως δημιουργεί την σχέση με τον αναγνώστη. «Υπήρξα χαμηλών τόνων», εμπιστεύεται στον εξομολογητή αναγνώστη το ποιητικό υποκείμενο. «Υπήρξα συμβιβαστική/ να χωρέσω έναν κροκόδειλο μες στην ψυχή». Συγκλονιστική εικόνα που με παραπέμπει στον βόα που καταπίνει έναν ελέφαντα στον Μικρό Πρίγκηπα του Σαιντ Εξυπερύ.

Μία συλλογή σε ενότητες που διαδέχονται η μια την άλλη. Θα μπορούσε μυθιστόρημα. Ελλειπτική, με την ενδιαφέρουσα χρήση παρενθέσεων ιδίως στο τέλος των ποιημάτων. Που συνοψίζουν, τονίζουν, αποκαλύπτουν αυτό που κρύβει το ποίημα, ή κρύβουν αυτό που αποκαλύπτεται. Πολλές φορές η λέξη παρένθεση απαντάται στην συλλογή. (Όλη η ζωή μας μονάχα μία παρένθεση) Και πολλές φορές οι στίχοι της Γεωργοτά βρίσκονται μέσα στην παρένθεση. Μήπως τελικά στην παρένθεση στηρίζεται η αγάπη; Μήπως οι αγκύλες της είναι οι αγκαλιές;

Η ενότητα του χειμώνα, του παγωμένου έρωτα που δεν ανταποκρίθηκε στο εμείς του, τελειώνει με το ποίημα περί προθέσεων και αντοχών που το διαβάζω παρακάτω:

περί προθέσεων και αντοχών

Και αν μου μιλάς με ερμηνείες κι αριθμούς,
χάνω το μέτρημα,
τα όνειρα μπερδεύω με τις ψευδαισθήσεις.

Μίλα μου λοιπόν με τις σιωπές,
με αγγίγματα,
με το παράφορο φιλί σου,
με χάδια ηλεκτρισμένα,
με το κορμί,
τα δάχτυλα,
το βλέμμα .

Μίλα μου
καθώς σκορπάμε στον αέρα,
την ώρα που ξεθηλυκώνονται οι ενοχές,
τότε που χώμα είμαι και συ νερό
και ρίζα δεν υπάρχει.

Τότε ν’ ακούω θέλω,
όχι ποιος είσαι,
όχι τι θέλεις.

Αλλά πόσα μπορείς.

Γιατί στο τέλος τέλος αυτή η γυναίκα μέσα στην συλλογή, αυτό το ποιητικό υποκείμενο μιλάει για την αριθμητική του έρωτα. Για τις συντεταγμένες της ψυχής, για την μυστική εξίσωση. Πόσο τελικά ο εραστής μπορεί να αναμετρηθεί με αυτό το τρομακτικό και γιγάντιο ον, τον έρωτα που μοιάζει με θάνατο και είναι εξίσου απειλητικό για τις ελαφριές καρδιές που δεν μπορούν.
Τρίτη ενότητα, τρίτη εποχή. Έαρ. Εποχή ενηλικίωσης.

Χρόνος και πόνος. Χειρουργείο. Κοριτσάκι διπλωμένο στα δύο. Όστρακα που καταξεσκίζουν τα χέρια και το στήθος. Η μνήμη δεν είναι γυάλα με ψεύτικο χιόνι που αναποδογυρίζεις και χιονίζει.

(Ξηλώστε τον κόσμο. Σπάστε τα βουνά.
Οι μέρες μας και οι νύχτες άλλη δεν αντέχουν μνήμη)

Πάλι εδώ η χρήση της παρένθεσης. Ό,τι περιέχεται ανάμεσα στην παρένθεση, είναι μνήμη κοφτερή. Όμως στην ενότητα αυτή έχουμε πιο έντονη την συνειδητοποίηση της φυλετικής ταυτότητας του ποιητικού υποκειμένου. Το κοριτσάκι που πενθεί και ερωτεύεται μετατρέπεται σε γυναίκα που εξεγείρεται, που σπάει το κουκούλι του στερεότυπου. Μία γυναίκα που έρχεται σε επαφή με τις ρίζες της και την αληθινή της δύναμη και ουσία και αποποιείται τον ρόλο και τις ενοχές με την οποία την έχουν επιφορτίσει μέσα στους αιώνες.

Έτσι λοιπόν έχουμε αναφορά σε γυναικείες μορφές. Υπατία, Πηνελόπη, Μαρία, Μεργέμ, Ρουθ, Εσθήρ, Σάρρα ή Σύλλα, Κλυταιμνήστρα, Λίλιθ. Η ποιήτρια απεκδύεται τις κορδελίτσες και τις χάντρες, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, ξελαφρώνει από τα πασουμάκια, σαμποτάρει τα οικογενειακά γεύματα και κάνει μία δήλωση αντινομιφροσύνης στο ποίημά της Δήλωση νομιμοφροσύνης που τελειώνει έτσι.

Θέλω να βαπτιστώ γυναίκα,
τη μοίρα μου να ασπαστώ
πανάρχαια ,
βγαλμένη από τα έγκατα της γης.

(Μα όταν η ώρα που να υπογράψω έρχεται
αίτηση νομιμοφροσύνης,
θεριεύει μέσα μου το αίμα
και κόκκινο βάφει το χαρτί).

Θυμός λοιπόν και δίκαιη αγανάκτηση, αλλά και μία διείσδυση στα κατάβαθα του εαυτού, μία προσπάθεια να εντοπίσει και να κατανοήσει η ποιήτρια, πώς πλάστηκε το καλούπι του ρόλου ή αλλιώς πού είναι κρυμμένες οι ραφές του δαντελένιου φορέματος που έδωσαν με το ζόρι στο κοριτσάκι να φορέσει.

Γράφει η ποιήτρια:

Δεν έχει αλλάξει τίποτα,
εκείνη η γραμμή
με βασανίζει ακόμα.

( Κανείς δεν κλείνει το λογαριασμό
με τον εαυτό του)

Τέλος περνάμε στην τελευταία εποχή του θέρους.

Εδώ πια η ποιήτρια πατά γερά στα πόδια της. Μέσα από τις τρεις εποχές που έχει διανύσει έχει βρει την φωνή της και με αυτήν συνομιλεί με την Ανδρομάχη στο ποίημα Καθώς ο άντρας μαθαίνει την αγάπη. Οι άντρες βάφουν την σημαία στο δικό τους χρώμα, αυτοί μοιράζουν τα λάφυρα και με το σπαθί τους προξενούν πληγές, ενώ ο θρήνος και το πένθος είναι η μοίρα της γυναίκας. Η Ιοκάστη θηλιά με την θηλιά δένει το πεπρωμένο της από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Συνομιλεί με την Άννα Αχμάτοβα στο ομώνυμο ποίημα για να καταλήξει με τον στίχο ότι ακόμα των αθώων οι ζωές πηγαίνουν στα χαμένα.

Επίσης στην ενότητα αυτή τελεσίδικα πια και ξεκάθαρα τονίζεται το φευγαλέο σχήμα του κορμιού της αγάπης. Σύμφωνα με την ποιήτρια, αυτά τα όνειρα που αποστατούν και διαφεύγουν, θα πάρουν την οριστική τους μορφή και θα μπορέσει να τα αιχμαλωτίσει, όταν ολοκληρωθεί η αυτογνωσία της. Άρα συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία έγκειται στην δική της ολοκλήρωση και όχι στην φασματική μορφή του έρωτα.

Στο ποίημα Δεύτερη Πτώση, πιο δυνατή πια η ποιήτρια, αφού έχει πέσει και σηκωθεί ξανά και ξανά, μπορεί να αντέξει τις επόμενες πτώσεις της, μπορεί να αναγνωρίσει την ομορφιά των τραυμάτων της. Δεν χάνει την πίστη στον έρωτα, απλώς μπορεί να αποστασιοποιηθεί, να αναλύσει τους μυστικούς του νόμους και να τον μετασχηματίσει σε γραφή, χωρίς ωστόσο να χάσει την ελπίδα στην ύπαρξή του στο ποίημα σκέψεις για την διάρκεια του έρωτα.

Η άποψη ότι η καμπύλη είναι πιο όμορφη από τις τετράγωνες γωνίες, η αίσθηση ότι το σύμπαν είναι ολοστρόγγυλο, η ιδέα ότι οι γυναίκες αντέχουν τον φόβο του κενού περισσότερο από τους άντρες όταν ερωτεύονται και πολλές ακόμα λεπτομέρειες δίνουν μία έμφυλη απόχρωση στην ποίηση της Άντζελας Γεωργοτά που ολοκληρώνεται σ’ αυτό το τελευταίο μέρος.

Η συλλογή και η ενότητα τελειώνουν με δύο ποιήματα. Το πρώτο ποίημα με τίτλο άτιτλο θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τον ερωτικό μονόλογο «λαχταρώ» της Σάρα Κέην και το δεύτερο που έχει τίτλο περί τυχαίων συμβάντων με το ποίημα Κεραυνοβόλος Έρωτας της Βισλάβας Σιμπόρσκα. Αυτή η διακειμενικότητα με δύο πολύ αγαπημένες γυναίκες επιβεβαιώνει το ότι η Πηνελόπη τότε παλιά ξεκίνησε ένα υφαντό σε έναν αργαλειό, που ακόμα δεν έχει τελειώσει. Αυτά τα αργυρά νήματα της συνέχειας πάνω σε ένα φεγγάρι που αιώνια αλλάζει, είναι και η δικαίωση και η μαγεία της ποίησης.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr