frear

«Να ζεις σε καράβι» του Ευγένιου ντε Ζιλά*. Μια προσέγγιση – γράφει η Ελένη Κοφτερού

Διαβάζοντας την καλαίσθητη αναθεωρημένη έκδοση του Να ζεις σε καράβι του Ευγένιου ντε Ζιλά με την προσεγμένη μετάφραση της Μάνθας Χρήστου, από τις Εκδόσεις Θίνες, ήρθε στο νου μου το εξαιρετικό αφήγημα του Αντόνιο Ταμπούκι Η γυναίκα του Πόρτο Πριμ και άλλες ιστορίες σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη (εκδ. Άγρα, 1997), όπου ο συγγραφέας θησαυρίζει εντυπώσεις και διηγήσεις, σκέψεις και συναισθήματα από ένα ταξίδι του στις Αζόρες. Εκεί, ο θεός της αγάπης παρομοιάζεται με τον παφλασμό της θάλασσας. Η ηχώ του θεωρείται ο «μαγεμένος ήχος του θεού». Ο ναός του θεού αυτού βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο για να μπορεί κανείς να βυθίζει το βλέμμα του στη θάλασσα απ’ όλες τις μεριές. Οι άνθρωποι σκέφτονται, δρουν και κινούνται κάτω από την απόλυτη υπεροχή της θάλασσας. Κι έτσι η ζωή γίνεται πιο απλή, ο κόσμος ξαναφτιάχνεται από την αρχή, οι δρόμοι είναι προορισμοί προς τη θάλασσα και τα σπίτια καράβια που έχουν αράξει στην κορυφή ενός βουνού. Όπως και στο αφήγημα του Αντόνιο Ταμπούκι έτσι και στο Να ζεις σε καράβι επισημαίνεται ότι ο πολιτισμένος κόσμος ναυαγεί μα φαίνεται να μην το συνειδητοποιούμε.

sam_0087Ο Ευγένιος ντε Ζιλά ωστόσο, ο εσπεραντιστής καθηγητής φιλοσοφίας στο Παρίσι το έχει συνειδητοποιήσει και αντιστέκεται στα δεσμά της κοινωνικής ζωής με την απόφασή του να ζήσει σε καράβι. Η έντονη ανάγκη για ελευθερία, που χαρακτηρίζει τον βαθιά καλλιεργημένο, με αναζητήσεις σε διάφορα επίπεδα της τέχνης και της γραφής καθηγητή, δεν αναδύθηκε ξαφνικά στα πενήντα του χρόνια. Υπήρχε από νωρίς και θεωρώ πως κύρια έκφρασή της ήταν η διάσωση της γλώσσας εσπεράντο, καθώς και η έκδοση του περιοδικού La Gazeto. Η ψυχική διεργασία και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις προς την υλοποίηση της απόφασής του να εγκαταλείψει τη στείρα, μονότονη και κάποτε ανιαρή ζωή τού ενσωματωμένου στο αστικό κοινωνικό σύστημα καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, περιγράφεται με αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου με τον αμφίσημο τίτλο “Γιατί;”

Μαζί με τον εαυτό του απελευθερώνει και τη γραφή του που δεν ακολουθεί καμιά πεπατημένη. Δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί τα υλικά της έμπνευσής του καθώς αυτή καθοδηγείται απ’ όλες τις παραμέτρους του ταξιδιού. Η ροή της αφήγησης πηγαία, αυθόρμητη και ειλικρινής. Όλα τα προσχήματα αυτού που ονομάζουμε ύφος της γραφής, ηθελημένα καταρρέουν για να βρει τόπο ν’ ανθίσει η διήγηση που εναρμονίζεται πλήρως με τις διαθέσεις της θάλασσας. Το ταξίδι στη θάλασσα αποκτά την αίγλη της απεραντοσύνης, την τόλμη της φυγής, τη λαχτάρα της ανακάλυψης. Η θάλασσα ασκεί τη δυνατότερη επιρροή στο ένστικτο της περιέργειας και της ανάγκης για περιπέτεια, ενώ ταυτόχρονα εμπεριέχει την (ψευδ)αίσθηση της επιστροφής στην υγρή μήτρα της γης, στην σιγαλιά της ανυπαρξίας. Από τη θάλασσα λοιπόν έλκεται το ανήσυχο πνεύμα του συγγραφέα που αναζητά τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Η προοπτική της ζωής σε καράβι του δίνει το κουράγιο να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα, με τον εαυτό του, με τις ιδέες του και με τη θλίψη του. Προετοιμάζεται να εγκαταλείψει την οργανωμένη κοινωνία με την ελπίδα να ερμηνεύσει τους αναρίθμητους συμβολισμούς του υγρού στοιχείου, να καταγράψει την αρμονική ταλάντωση των κυμάτων, ν’ αφουγκραστεί την σιωπή των ασάλευτων βράχων που συχνά κυοφορούν τον θάνατο.

Η γραφή του άλλοτε χαμηλόφωνη κι άλλοτε ορμητική γεμάτη ενάργεια, μεταφέρει στον αναγνώστη το ευαίσθητο, τρυφερό, γεμάτο αγάπη βλέμμα του συγγραφέα για τη φύση και τους ανθρώπους. Η προσήλωση στην ομορφιά και την ελευθερία διαποτίζουν το βιβλίο δίνοντας την αίσθηση ότι ο συγγραφέας συνεχώς αγωνίζεται να διασώσει μια εκδοχή της αθωότητας ό, τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα. Κι αν η διάσωση της αθωότητας δεν είναι επαναστατική πράξη, τότε αναρωτιέμαι ποια είναι. Με γρήγορη, ασθμαίνουσα έως και σπασμωδική γλώσσα που οδηγεί ενίοτε και σε τεμαχισμό των λέξεων, ο συγγραφέας δεν διστάζει να μιλήσει για τον φόβο, την αγωνία, ακόμη και την ανεπάρκειά του στα πρακτικά ζητήματα, την απίστευτη κούραση για την επιβίωση του ίδιου και της Λένας ως φυσικά πρόσωπα, μα και για την επιβίωση του ονείρου του . Μα όταν γαληνεύει ο καιρός ημερεύει και η γλώσσα, για να ξεπροβάλλει μέσα απ’ την αφήγηση η ποίηση και ο έρωτας. Εδώ, θέλω να σταθώ λίγο παραπάνω. Συγκίνηση προκαλεί ο ατελεύτητος, διαρκώς ανανεούμενος έρωτας για την γυναίκα του τη Λένα, συνοδοιπόρο του στο ταξίδι, για την οποία ο έρωτας ποτέ δεν γερνά ούτε παλιώνει.

Ο συγγραφέας λικνιζόμενος στις προθέσεις των κυμάτων ενδοσκοπεί και αφουγκράζεται το μεγαλείο της φύσης, εμβαθύνει στο νόημα και την ουσία του ταξιδιού, συναισθάνεται την ευθύνη και το μέγεθος του εγχειρήματός του μα ούτε μια στιγμή δεν μετανιώνει για την απόφασή του. Αντίθετα αυτή θεμελιώνεται καθώς το όνειρό του αποκτά υπόσταση. Η μεταγραφή της πραγματικότητας (του χωροχρόνου του αφηγήματος) συνυφαίνεται με την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων που επισκέπτεται με το σκάφος του κι έτσι έχουμε εξαιρετικές περιγραφές με εκτενείς ιστορικές αναφορές για την Πύλο, τα Κύθηρα και το Λίπαρι της Ιταλίας. Ωστόσο η αφήγηση δεν εξαντλείται στη ζωή στο καράβι. Ο συγγραφέας με σαφή πολιτικό λόγο και επιχειρήματα εξηγεί στον αναγνώστη γιατί πραγματοποιεί την υπέρβαση και ξεφεύγει από τα στεγανά της «πολιτισμένης» ζωής, μιλάει για την βαρβαρότητα της εξειδίκευσης και αναρωτιέται για το μέλλον της εργασίας στην Ευρώπη.

Κι έπειτα είναι συγκινητική η στάση του απέναντι στην πραγματική φιλία που αναπάντεχα συναντά ι στην Πύλο καθώς όπως ομολογεί ο ίδιος στο πρώτο κεφάλαιο «Με όλους τους ανθρώπους αναζητούσα βαθιές σχέσεις. Δεν μπορώ να ακουμπήσω το ακουστικό στη συσκευή του, όταν, στην άλλη άκρη του καλωδίου κάποιος μου αφηγείται τη δυστυχία του». Από τα πιο όμορφα είναι τα κεφάλαια που αφιερώνει στον Ανδρέα Ψηλόλιγνο που γίνεται πραγματικός αδερφικός φίλος του. Αυτό είναι το μεγάλο κέρδος του ταξιδιού του μαζί με την οριστική κοπή των νημάτων που τον έδεναν με την κοινωνία.

922fb415b803d65ab35b94ccbf7f20cd_lΕίναι αξιοθαύμαστο το πόσο γρήγορα μαθαίνει τους κώδικες της ναυτοσύνης, τη γλώσσα της θάλασσας και των ανθρώπων της που απ’ ότι φαίνεται είναι ένας ολόκληρος κόσμος δοτικός και αλληλέγγυος. Η απαράμιλλη αξία που δίνει ο συγγραφέας στη φιλία και τη συντροφικότητα, τον οδηγεί να ακολουθήσει τον φίλο του σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, όπου κάτω από διαφορετικές συνθήκες δεν θα πήγαινε ποτέ. Κι έτσι ο ίδιος μα και ο αναγνώστης, αξιώνονται το εκπληκτικό ζεϊμπέκικο που χόρεψε ο Ανδρέας και περιγράφεται σε δυο σελίδες αντάξιες της ιστορίας και των συμβολισμών αυτού του χορού που τόσο πολύ έχει υμνηθεί στον κινηματογράφο και την λογοτεχνία. Εδώ, χάρη στην πραγματικότητα που μεταφέρεται με γλαφυρό και παραστατικό τρόπο από τον Ευγένιο ντε Ζιλά στο χαρτί, αναπλάθεται ο ήρωας του Νίκου Καζαντζάκη (που κι εκείνος υπήρχε στην πραγματικότητα μα γλίτωσε τη λήθη και την ανυπαρξία χάρη στο μυθιστόρημα). Ο μύθος του Ζορμπά επεκτείνεται και ενσαρκώνεται στο πρόσωπο και τον χορό του Ανδρέα Ψηλόλιγνου. Συναντάμε στη σελ 231: «Τότε προφασίζομαι δουλειά ή νύστα και φεύγω. Και σκέφτομαι ότι ο Ζορμπάς υπάρχει όχι μόνο στο μυθιστόρημα αλλά επίσης εδώ στην Πύλο».

Κλείνοντας την προσέγγισή μου θα ήθελα να αναφερθώ στο εξαιρετικό τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο: Και από εδώ και πέρα; όπου ο συγγραφέας επανασπροσδιορίζει την ήδη δοκιμασμένη στους κινδύνους και τις δυσκολίες σχέση του με τη θάλασσα και το σκάφος. Ωριμότερος και κατασταλαγμένος (μετά από το Τριπλό χτύπημα που περιγράφεται σε ξεχωριστό κεφάλαιο) παραδέχεται: «Συνειδητοποιώ τώρα ότι έκανα λάθος, ότι φανταζόμουν πως θα μπορώ ήσυχα να γράφω και να διαβάζω την ώρα που έξω βουίζει ο άνεμος. Αν δεν αποδεχτώ το συγχρωτισμό στις μαρίνες, θα είμαι υποχρεωμένος να υφίσταμαι αθέλητες θαλασσινές περιπέτειες » καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι η υπέρβαση προς το αθέατο και το ιδεατό, τον κόσμο της αλήθειας, του κάλλους και του καλού, προϋποθέτει την απελευθέρωση από τη θηλιά της κοινωνικής ζωής. Μόνο αν περπατήσουμε ελεύθεροι και γυμνοί «φορώντας τον άνεμο» θα κάνουμε την υπέρβαση κι επειδή όπως λέει και ο ντε Ζιλά, (κι έχει πολύ δίκιο) ότι θα κατέληγε στο τρελοκομείο όποιος αποτολμούσε κάτι τέτοιο στις δυτικές κοινωνίες, οφείλει ο καθένας από μας να βρει τις δικές του υλικές συνθήκες που είναι αναγκαίες για μια τέτοια πνευματική ολοκλήρωση. Ο συγγραφέας την αναζήτησε στη ζωή σε καράβι. Εμείς;

Είναι ένα βιβλίο που υπερασπίζεται τις ουτοπίες σε μια εποχή που οι περισσότεροι μιλούν για το γκρέμισμα αυτών.

[* Ο Ευγένιος ντε Ζιλά γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1939 Το 1956 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και δίδαξε για πολλά χρόνια φιλοσοφία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από τα 13 του χρόνια γνώριζε τη διεθνή γλώσσας εσπεράντο και από το 1985 με την επίσης εσπεραντίστρια σύζυγό του Μαντλέν ντε Ζιλά ξεκίνησαν το πολιτιστικό περιοδικό και αργότερα διάσημο εσπεραντικό έντυπο La Gazeto. Εδώ και είκοσι χρόνια ζει (όταν δεν ταξιδεύει) στο σκάφος του στην Πύλο Μεσσηνίας.]

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly