frear

Noir σε τρεις πράξεις – του Ζήση Κολιαβασίλη

Θυμός 22:08

Δεν θύμωνε ποτέ. Το μάτι του στεκόταν εκεί σπασμένο χωρίς να αφήνει τίποτα να βγει προς τα έξω. Χαμογέλασε με το σκληρό του στόμα. Σταύρωσε τα πόδια του. Άναψε ξανά το τσιγάρο που είχε σβήσει από την υγρασία του δωματίου. Μέσα του ο κόσμος καιγόταν. Κοίταξε έξω από το μπαλκόνι. Μέσα του οι δαίμονες στην κοιλιά του. Φωτιά και εκείνοι τριγύρω. Κάποιοι χόρευαν. Κάποιοι μόνο κοιτούσαν τη φωτιά καθισμένοι στο χώμα. Ήταν λευκοί και ήταν μαύροι.

Εκείνος, ίσως να μη γνώριζε τίποτα από αυτά, αλλά αυτά ήταν μέσα του. Σηκώθηκε από τον υπολογιστή. Έβγαλε βιαστικά τα ακουστικά και τα πέταξε στο πληκτρολόγιο. Είχε μια έντονη επιθυμία να βγει έξω από εκεί μέσα. Έξω από οτιδήποτε. Δεν καταλάβαινε και πολλά για τον εαυτό του. Ήθελε να βγει έξω.

Ο δρόμος ήταν ποτισμένος από τη σιωπή της πόλης. Η άσφαλτος ήταν υγρή. Έκανε τα βήματα του να βγάζουν έναν απαίσιο ήχο. Ήταν υγρή, αλλά δεν είχε βρέξει. «Καταραμένη υγρασία», ψιθύρισε. Περπατούσε στο κέντρο του δρόμου. Δεν του άρεσε το πεζοδρόμιο. Περπατούσε. Κάθε τόσο έστριβε σε κάποιο στενό και συνέχιζε. Ένιωθε τους τσιμεντένιους τοίχους των πολυκατοικιών να πάλλονται βίαια. Κάθε τόσο σταματούσε, κοιτούσε δεξιά και αριστερά. Όλα έμοιαζαν ακίνητα. Μα όταν ξανάρχιζε να περπατάει έμοιαζε σαν όλα να συμμετέχουν στο σκοτεινό χορό της νύχτας. Οι αισθήσεις του ήταν τεντωμένες, σε επιφυλακή. Περπατούσε τώρα πιο γρήγορα. Όλο και πιο γρήγορα. Τα κτίρια γύρω του δεν είχαν πια παράθυρα, πόρτες ή πόμολα. Δεν είχαν μπαλκόνια ή κάγκελα. Οι φωνές των ανθρώπων μέσα από τα σπίτια ήταν άναρθρες, ζωώδεις. Μια γάτα σταμάτησε και τον κοίταξε. Τα μάτια της λαμπύρισαν κάτω από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες του δρόμου. Ο αέρας που φυσούσε ήταν καυτός. Τον χτύπαγε στο πρόσωπο. Είχε μια μυρωδιά από κάρβουνο. Εισέπνευσε. Ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει. Δεν υπήρχαν πια κτίρια γύρω του. Μόνο μια γκρίζα μάζα που κουνιόταν και χόρευε και άλλαζε μορφές. Και εκείνος περπατούσε. Και ένιωθε την κοιλιά του να καίγεται. Και μέσα στις μορφές που πριν ήταν ο τοίχος είδε όντα λευκά και μαύρα να χορεύουν ή να γελάνε και άκουσε τους δαίμονες, τους πιο αρχαίους από αυτούς να του ψιθυρίζουν. Και η κοιλιά του καιγόταν και περπατούσε στο κέντρο του δρόμου. Και το πρόσωπο του συσπάσθηκε και τα χείλη του ανασηκώθηκαν και υπήρχε κάτι αρχαίο στην ατμόσφαιρα και τα δόντια του ήταν λευκά. Και οι ανάσες έμπαιναν βαθιά μέσα του. Και άνοιξε το στόμα του και έβγαλε μια φοβερή κραυγή, αρχαία, σκοτεινή κραυγή των πρώτων ανθρώπων, μακρόσυρτη. Κι οι δαίμονες γελούσαν τώρα όλοι. Γελούσαν και χόρευαν και τους είδε τώρα καθαρά και δεν ήξερε αν ήταν λευκοί ή μαύροι ή είχαν μπερδευτεί μεταξύ τους σχηματίζοντας πελώρια χρώματα που ο Α. δεν είχε ξαναδεί, όπως μωβ ή μπλε ή πράσινο. Και τότε ο Α. έκατσε στο πεζοδρόμιο, η κοιλιά του ήταν ματωμένη. Το αίμα του κυλούσε αργά και κάλυπτε όλο το δρόμο, χρωματίζοντας τον κόκκινο. Ναι, κόκκινο. Και ο Α. κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα και φοβόταν. Ναι, φοβόταν. Φοβόταν.

Φόβος 23:48

Μπήκε στο μπαρ. Έριξε μια ματιά και κατευθύνθηκε προς το βάθος, στο τελευταίο σκαμπό της μπάρας. Παρήγγειλε το ποτό του. Από τα ηχεία ακουγόταν ένα μπλουζ που σπινθήριζε την ατμόσφαιρα. Στα τραπέζια κάθονταν όντα του ίδιου είδους με εκείνον που μιλούσαν με ήχους και αγγίζονταν. Όλα έμοιαζαν ξένα, μακρινά ή πολύ κοντινά. Δεν ήταν σίγουρος. Έχυσε το παγωμένο υγρό από το ποτήρι στο λαρύγγι του. Πρώτη φορά έβλεπε τον κόσμο χωρίς την αχλή του. Το κόσμο γδυμένο.

Όλα έμοιαζαν υπερβολικά φυσικά. Ο ξύλινος πάγκος, ο ιδρώτας του ζώου που ήταν στο πρόσωπο του, τα ανθρώπινα ζώα που μιλούσαν τριγύρω, το τζιν στο λαιμό του, η γεύση του καπνού, οι λάμπες που κρέμονταν από το ταβάνι, οι πίνακες στους τοίχους, οι τοίχοι, η ζέστη στο δέρμα, το δέρμα του, το δέρμα των άλλων, τα μαλλιά του· τα κόκκινα μαλλιά του πλάσματος απέναντι του. Κόκκινα. Σιωπή. Ένιωσε να τον διαπερνά ένα ρεύμα. Ο κόσμος έγινε τρομακτικός, τερατώδης, υπερβολικά κοντινός, υπερβολικά αληθινός. Κοίταξε χαμηλά. Η κοιλιά του έσταζε ένα πηχτό, κόκκινο αίμα που λέρωνε το σκαμπό και το πλακάκι. Έβαλε ασυναίσθητα τα χέρια του πάνω της. Σηκώθηκε. Περπάτησε δύο βήματα. Έχωσε το ένα χέρι στην τσέπη. Άφησε το χαρτονόμισμα στην μπάρα. Περπάτησε. Ήθελε να βγει έξω. Δε θα μπορούσε να βγει χωρίς να περάσει δίπλα από το πλάσμα. Τα μαλλιά του ήταν κόκκινα, κόκκινα. Το σώμα του έμοιαζε με το δικό του σώμα. Μόνο ήταν πιο καμπυλωτό, πιο λεπτό, ευκολότερο να σπάσει. Θυμήθηκε τα λουλούδια που παρατηρούσε για ώρες όταν ήταν μικρός. Το δέρμα της ήταν λευκό, κατέληγε σε λευκά δάχτυλα με μαύρα νύχια. Κράταγε ένα ποτήρι με ένα πορτοκαλί υγρό. Τα δάχτυλα της το έσφιγγαν και κάθε τόσο το έφερνε στο στόμα. Ο Α. πλησίαζε. Ένιωθε ότι θα πεθάνει. Θα πεθάνει. Εκεί, πριν προλάβει να βγει από την πόρτα. Πλησίαζε. Το στόμα της. Τα χείλη της ήταν κόκκινα, κόκκινα. Τα ύγραινε με το μικρό ψάρι που ζούσε στο στόμα της. Λίγο πιο κάτω ο λαιμός, λευκός, λεπτός. Πιο πάνω η μύτη και μετά. Ο Α. την κοίταξε στα μάτια, απόχρωση του πράσινου· λευκό και μέσα πράσινο και μέσα η μαύρη κηλίδα που κολυμπούσε. Τα μάτια της μέσα στα δικά του. Ο χρόνος απλώθηκε. Εκείνη. Οι ώμοι της από νερό, τα χέρια της που χώθηκαν στα μαλλιά της. Τα μαλλιά της, τα πόδια της σταυρωμένα σφιχτά, ο μικρός αφαλός της κάτω από την μπλούζα της. Ο λαιμός της. Εισπνοή. Η μυρωδιά της, όρμηξε, χύθηκε μέσα του, κάτω απ’ το δέρμα, σε κάθε του νεύρο, κάθε άγνωστο κύτταρο και άτομο του σώματος του. Το σώμα του εμποτισμένο από εκείνη. Τη μυρωδιά εκείνης. Το μάτι, πράσινο, εκείνη. Ο κόσμος δεν ήταν ποτέ πιο γυμνός, πιο τρομακτικός, πιο όμορφος. Το μάτι του Α. φοβισμένης αντιλόπης. Το μάτι εκείνης, νύχτα και πράσινο.

Αυτός βγήκε έξω, ανέβηκε τα σκαλοπάτια τρεκλίζοντας. Ο κόσμος ποτέ τόσο αληθινός. Η κοιλιά του ματωμένη, το μυαλό του, οι δαίμονες, η φωτιά. Ανάσαινε βαριά, βαθιά. Το σώμα, σώμα του. Ο πόνος. Ο πόνος του στα γόνατα, στα δάχτυλα του, στους ώμους, το κεφάλι του. Μέσα του, έξω, ο κόσμος, το σώμα του, εκείνη. Όχι κραυγή, όχι κραυγή. Μόνο ο κρότος της έκρηξης ενός σώματος που διαλύεται.

Πόνος 23:40

Η καρδιά του ήταν βυθισμένη. Δεν είχε σημασία που. Στην κοιλιά του είχαν απομείνει μόνο στάχτη και μερικά κάρβουνα. Ένα ή δύο από τα όντα που ζούσαν τόσο καιρό εκεί, σκάλιζαν ότι είχε απομείνει από τη φωτιά. Φαίνονταν απογοητευμένοι ή απορημένοι. Ίσως να μην ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε. Ο Α. κάπνιζε κοιτώντας το μπαλκόνι. Εκείνη είχε σβηστεί από το σώμα του. Ένιωθε χαλαρός ή νεκρός. Ο εαυτός του. Εκείνη δε φαινόταν πουθενά. Είχαν περάσει μέρες. Το κύμα μέσα του που τη σήκωσε ψηλά, κοντά στην πραγματικότητα τη βύθισε στο πάτο της θάλασσας. Της θάλασσας του. Η καρδιά του ήταν βυθισμένη. Πλησίαζε την κοιλιά του. Την ένιωσε να πάλλεται. Δεν ήταν στο χέρι του. Λευκοί και μαύροι. Ένιωσε μια έντονη επιθυμία να βγει έξω. Έξω από ‘κει μέσα. Έξω από οτιδήποτε. Έξω.

Άγγιξε με το χέρι του τον τοίχο. Το μάτι του χάθηκε ψηλά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Matthias Weischer.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly