frear
RUSSIA. Altai Territory. 2000. Villagers collecting scrap from a crashed spacecraft, surrounded by thousands of white butterflies. Environmentalists fear for the region's future due to the toxic rocket fuel.

Για τη συλλογή «Ακοιμήτων» του Διονύση Καρατζά – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Διονύσης Καρατζάς, Ακοιμήτων, Μετρονόμος, Αθήνα 2015.

Μακρύς ο κατάλογος των έργων της ποίησης και της μελοποίησης του Διονύση Καρατζά. Από το 1972 μέχρι σήμερα, σε πάνω από είκοσι συλλογές και οχτώ μελοποιήσεις, μελετάει, τα νερά, τα χρώματα και τα φωνήεντα, μελετάει τη ζωή που έτσι κι αλλιώς οδεύει προς τον θάνατο. Και τώρα, που η ώρα της περισυλλογής πιέζει και η άλλη όχθη είναι πλέον καθαρά ορατή και όλα παίρνουν το χρώμα της κλίσης, της δύσης του ήλιου, τώρα μελετάει σαν να είναι ζωή, καθαρά, και τον θάνατο. Το υπαινίσσονται και οι «φωτογραφίες» της Μαρίας Κοσσυφίδου που συνοδεύουν τα κείμενα, μαύρες σκιές σε γκρίζο φόντο που μεγαλώνουν είτε με σχέδιο είτε με λέξεις.

16-Akoimiton_exΗ συλλογή φέρει τον σημαδιακό τίτλο Ακοιμήτων και στέλνει τον αναγνώστη σε μιαν άκρη, να κάτσει και να στοχαστεί τα Ακοίμητα και τους Ακοίμητους. Εκείνα που δεν ηρεμούν ποτέ, και ας πέρασε πια η δόξα και το κράτος τους, και εκείνους που κοιμήθηκαν αλλά «Ακοίμητοι» παραμένουν στη μνήμη μας.

Σε πλάγια γραφή «Η φωτογράφος», σαν εισαγωγική ειδοποίηση για ό,τι στα έντεκα κείμενα –ποιήματα, σε ορθή γραφή, θα ακολουθήσει. Σε πλάγια γραφή, επίσης, «Ο χαρτογράφος», με άλλα οχτώ ποιήματα, σε ορθή, επίσης. Εμφανώς «Η φωτογράφος» και «Ο χαρτογράφος» συνεργάζονται για να μας οδηγήσουν στο λαβύρινθο της σκέψης, των συναισθημάτων, της μνήμης και της ψυχής και του κόσμου γύρω μας. Είναι ένας φωτοποιητικός μίτος της Αριάδνης. Φωτογραφίζω σημαίνει «θαυμάζω, απορώ, ερωτώ», επιλέγω τις στιγμές και μετά κάθομαι και τις επεξεργάζομαι από το αποτύπωμά τους στο χαρτί ή στην ψυχή. Γιατί «ό,τι περνάει, ό,τι ξεχνιέται ή φεύγει, ποτέ δεν χάνεται αν έχει αγαπηθεί».

Ο ποιητής στα πρόσωπα των ανθρώπων βλέπει «το γεωφυσικό χάρτη των συναισθημάτων». Παρακολουθεί τα δρώμενα, κοιτάζει και σχολιάζει τον εαυτό του που «Άργησε ν’ αγκαλιάσει από χαρά και να πονέσει από αγάπη» (κάποτε φτάνει και αυτή η ώρα), «Βάζει τις λέξεις σε σειρά ανάγκης και κρατάει το σώμα του διαρκώς σε αναμονή» (και αυτή επίσης έφτασε). Η νύχτα του, σταδιακά, είναι «αφέγγαρη», «φεγγαρολουσμένη», «άγρυπνη», «ολόσωμη», αλλά οπισθοχωρώντας στο παρελθόν, την ξαναβρίσκει «ανάλαφρη», ανακαλώντας όλες τις ηλικίες της, σαν τις «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», τον καιρό που ο Οδυσσέας Ελύτης, έπαιζε με τα χρώματα του Ήλιου του Πρώτου.

 

11193397_10206327788294786_336981350900624230_nΚαμιά λέξη δεν έχει μπει τυχαία στο στίχο και έτσι όπως έχει μπει μας σέρνει με το φως ή το σκοτάδι της σε άλλες αναγνώσεις που είναι βεβαίως οφθαλμοφανέστατες ακοίμητες αναφορές σε Ακοίμητους ποιητές. Και μπορεί ο χρόνος να τρέχει για όλους, δεν τρέχει για τους «Ακοίμητους». Για παράδειγμα, «Ο Γιάννης είναι ο αδερφός μου, είκοσι τεσσάρων ετών οριστικά και αμετάκλητα». Γιατί ο χρόνος σταμάτησε εκεί για τον Γιάννη, αλλά και για του ποιητή-αφηγητή τη μνήμη, εκεί σταμάτησε επίσης. Ο πατέρας: «Μάταια τον περίμεναν η μάνα μου κι ο αδελφός μου στον βαθύ κάμπο των σκιών». Μάνα και γιος, από τον ά-τοπο- τόπο- τους, εξετάζουν τον ουρανό, το πέταγμα των πουλιών, τις ρίζες των δέντρων, τα σύννεφα. Η απεργία των νεκροθαφτών όμως εμποδίζει την κάθοδό του στον Άδη ή την άνοδό του στον ουρανό. Ωστόσο, «Την πέμπτη μέρα το μεσημέρι … δροσερός πέρασε κάτω αδιαμαρτύρητα». Μετράμε ήδη τρία πρόσωπα της οικογένειας απόντα. Ή μήπως, παρόντα; Δεν έχει πια σημασία∙ σημασία έχει ότι ο ποιητής ζει μαζί τους. Οι στίχοι που περιγράφουν τη μάνα και το γιο και τον αναμενόμενο πατέρα θυμίζουν έντονα τους σεφερικούς: «Τον άγγελο τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια κοιτάζοντας πολύ κοντά τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα». Από άλλο τόπο και για άλλο λόγο βλέπουμε κι εμείς «τον άγγελο», από άλλη διάθεση προσμονής, ωστόσο, κοινή διατύπωση και παρόμοια συναισθήματα ανθρώπου που ζει περιμένοντας και μη λησμονώντας τους αγαπημένους του, που αντρειεύεται, όταν επικοινωνεί μαζί τους, που δεν τους φοβάται, που δεν τους αποχωρίστηκε ποτέ, που ζουν μέσα του αναπόσπαστοι, άφθαρτοι και Ακοίμητοι.

13508922_10209423640489156_3834654177773330480_nΤόσο κοντά βρίσκονται σαν να μην «ανόμοιος είναι η μοίρα» τους, που έλεγε ο Κάλβος, και οι κόσμοι ξεχωρισμένοι. Κατεβαίνει λοιπόν, στο χώρο των Ακοιμήτων και, βλέποντας με τα βλέμματα τα δικά τους, μετατρέπει σε δική τους αδημονία προσμονής τη δική του απώλεια. Στην κατάβασή του, αξιοποιεί διακριτικά τα ποιητικά του κληροδοτήματα, που μας θυμίζουν απόπειρες παραβίασης του απρόσιτου που έκαναν κι άλλοι πριν από αυτόν, χωρίς να φοβάται τις συνέπειες. «Όλοι μας με φαγωμένα μούτρα θα γυρίσουμε κάποτε από τ’ Αληθοτόπια» είπε ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη και με καμένο χέρι έμεινε όταν προσπάθησε να αγγίξει τον ήλιο, στο Φωτόδεντρo. Ωστόσο, δουλειά του ποιητή είναι η περιέργεια, η ανάγκη να κρυφοκοιτάξει τον παράδεισο. Και ανεβαίνει «Στον λόφο των Ακοιμήτων», στον τόπο σήμα, είσοδο στο άχωρο για να καταφέρει το αδύνατο: «Ξημερώματα μπήκα κρυφά στον παράδεισο … Μυροφόροι άνεμοι μοίραζαν χρώματα πουλιών… Στυλίτες μουσικοί αυτοσχεδίαζαν ευχαριστήριους θρήνους… ξεχώρισα τον… τον… τον… Καινούριοι όλοι τους κι ευχαριστημένοι… μια όμορφη γριά η μάνα μου …. άγγελοι έπεφταν λουσμένοι στο νόστο». Βρισκόμαστε σε μια «Νέκυια», λοιπόν, μόνο που έχουν ανατραπεί όλα όσα λέει ο Όμηρος. Και γεννάται το ερώτημα: προς τι αυτή η ανατροπή; εξοικειώθηκε με τον θάνατο; εκεί που βρίσκονται οι Ακοίμητοί του εκεί είναι καλύτερα από εδώ; Η απάντηση είναι μία: Καθένας μπορεί να βρει τα επιχειρήματα για ό,τι θέλει κι εκείνος βρήκε τις λέξεις που του χρειάστηκαν: «Αφότου έπεσα σε αγάπη συλλέγω βλέμματα», λέει, και «μπαίνω στη στιγμή άχρονος», «στα βλέμματα κατεβαίνω αύτανδρος», «αλλιώς το βλέμμα λάμπει από πληγή κι αλλιώς από αγάπη». Και να ’τος πάλι ο Ελύτης ολοζώντανος και αυτός από το δικό του κήπο, λόφο, θάλασσα, ουρανό, που στην αγάπη ξέρει να μπαίνει «σαν πανσέληνος» και που στην γλώσσα την ελληνική «άλλο πράγμα είναι … η πίκρα και άλλο το μαράζι» (Ο μικρός ναυτίλος, XV) και «στο χωριό της γλώσσας» του «τη Λύπη τηνε λένε Λάμπουσα». Θέλω να πω πως ο Καρατζάς ξεκαθαρίζει τα βλέμματα μέσα του, όπως ο πρόγονος τα συναισθήματα που σε τελευταία ανάλυση και οι δύο κάνουν το ίδιο και ας λέει ο απόγονος ότι καταλήγει σε «Αβέβαιο συμπέρασμα». Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας (ξαναθυμάμαι τον Σεφέρη) και είναι τα λόγια φωτογραφίες εκείνων που τα είπαν, που είναι Ακοίμητοι, μέσα μας, και πριν από μας έστρωσαν το δρόμο για μας, για να βαδίσουμε ή για να μιλήσουμε, που μας ενημέρωσαν για ό,τι συμβαίνει αλλά έπρεπε να το ζήσουμε για να το νοιώσουμε. Είναι που απαιτείται το προσωπικό βίωμα για να έχεις ολόκληρο τον πόνο του άλλου που έτσι κι αλλιώς δεν περιγράφεται όσο κι αν φωτογραφίζεται. Ο Καρατζάς το βίωσε. Ο πόνος τον υποχρέωσε να το εξευμενίσει, να το χρωματίσει, να το απαλλάξει από το βαρύ φορτίο του, να το δει σαν ευτυχισμένη συνέχεια εκεί στον κόσμο των σκιών. Μια ιδιοτροπία του ποιητή, δηλαδή, να στήσει έναν κόσμο στη σκιά για να μην είναι άστεγοι όσοι αγαπά. Ίσως επειδή η ποίηση αρχίζει από εκεί που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος …

DIONYSHS KARATZAS
Διονύσης Καρατζάς

Στην ενότητα «Ο χαρτογράφος» επιχειρεί να φτιάξει το δικό του κόσμο. Οι σκιές τον κυνηγούν, εκείνος φεύγει αλλά «οι σκιές … επιστρέφουν από μέσα του», «βλέπει φαντάσματα», «παίζει με τα χρώματα», «χαράζει διαδρομές», «ρίχνει στη θάλασσα ρίζες ουρανού», καταβάλλει «λύτρα αλήθειας», φέρνει τον κόσμο άνω κάτω. Όμως είναι ο «Κριός καιρός», το μέλλον δυσοίωνο, «ούρειος άνεμος δε φυσάει». Μια γυναίκα τρώγεται με τα «Τρωκτικά παιχνίδια» της, απάντηση σαφής καμία και παραμένει η απορία. «Όλοι σε πατρίδα άδικη κι αδικημένη» ζούμε και θριαμβεύει το άδικο. Στις «Υποθέσεις θαύματος» ένας πικραμένος έρωτας κάνει το θαύμα του να φαίνεται, να ακούγεται, να ανασταίνει, «χωρίς την πίστη». Πιο πέρα ένα ήτα μικρό σαν καμάρα -«η»- κι ένα ήτα μεγάλο σαν γέφυρα -«Η»- ένα ήτα της «ήττας» κι ένα «ι» του ονείρου, σε συνεργασία με το «α» της χαράς, το «ο» του βλέμματος, το «ω» του θαύματος συνοδοιπορούν γεμίζοντας το «υ» βαθύ, σαν υδρία ελληνική και πένθιμη, με πάθος. Έτσι με όλες τις αντιθέσεις ακοίμητες η ζωή προχωρεί και η συλλογή τελειώνει.

Ο Διονύσης Καρατζάς συνεχίζει πάντα και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως, να επιμηκύνει τον ποιητικό του δρόμο. Ανεβοκατεβαίνει την ιδιωτική του νέκυια, για να συναντήσει τους δικούς του κεκοιμημένους Ακοίμητους και μας την παραδίδει με λόγια και με χρώμα. «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός», μας το είπε ο Σεφέρης πριν πενήντα χρόνια και το επαναλαμβάνουμε όλοι συνειδητά, το ξέρουμε, το ζούμε, το ξαναβρίσκουμε μπροστά μας οδυνηρά επίκαιρο, ιδίως όταν αρχίζει να χαμηλώνει ο ήλιος και να σκοτεινιάζει.

Ο στίχος όμως κρατάει καλά τα μυστικά του, δεν παραδίδεται εύκολα, δύσκολα ρίχνει το ήτα της γέφυρας και της καμάρας του προς τον αναγνώστη, δεν διαπραγματεύεται τα περάσματα. Ωστόσο, αυτό το οδυνηρό «κάτι», που διατρέχει τη συλλογή, αγγίζει το σώμα και απασχολεί την ψυχή, είναι έντονα δηλωτικά και ανακουφιστικά διατυπωμένο. Και ο στίχος τρέχει σαν παραμύθι, σαν θαύμα, σαν νερό, όμως έξω από το ποτάμι που «κατέβαζε σκουπίδια», όπως εκείνο το κίτρινο ρέμα του Σεφέρη που «κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο». Είναι και αυτή μια όψη του ίδιου πράγματος.

Και αν ο ποιητής «πνίγηκε στο παράπονο» κι ο αναγνώστης μαζί του, υπάρχουν πάντα «τα παιδιά» που «έσκιζαν το σκοτάδι μ’ ένα φιλί κι άνοιγαν ουρανούς μ’ ένα χαμόγελό τους». Κι όσο υπάρχουν τα παιδιά υπάρχει φως κι ελπίδα για τη ζωή που έρχεται ακολουθώντας αυτή που χάνεται. Ο Καρατζάς, συμφιλιωμένος με το δύσκολο, οικειοθελώς αφημένος στην αυταπάτη, χαρτογραφεί έναν κόσμο για τους Ακοίμητους πέρα από αυτόν που κατέχουν μέσα του, όπου αναπαύονται και περιμένουν. Εμείς, με τα μάτια στο δικό του βλέμμα, πιστεύουμε ότι κάτι καταφέραμε να υποκλέψουμε από αυτό που εκείνος βλέπει.

11008402_10153016220190660_1523666033510022692_n

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία εξωφύλλου: Jonas Bendiksen. Σχέδια: Γιώργος Κόρδης.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη