frear

Υπαρξιακές διαδρομές στην «Καλλιθέα» (σχόλιο στον δίσκο του Φοίβου Δεληβοριά) – του Χριστόφορου Ζώνα

Εάν κάτι μοιάζει να μας διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα έμβια όντα, είναι η ικανότητά μας να συμβολοποιούμε το βίωμα, να το αναπαριστούμε με λέξεις, εικόνες, έννοιες, ποιήματα, τραγούδια. Αυτός ο κόσμος των συμβόλων, πάντα σε κίνηση, πάντα δυναμικός, μας βοηθά να επεξεργαζόμαστε ό,τι ζούμε, να το επαναπροσδιορίζουμε, να το νοηματοδοτούμε και να το ανανοηματοδοτούμε πάλι και πάλι, και στην πορεία να αλλάζουμε και οι ίδιοι, να ερχόμαστε κοντά, να φτιάχνουμε παρέες, κοινότητες, πολιτισμό και γλώσσα. Φαίνεται πως ένα έργο τέχνης μπορεί να αναγνωριστεί ως σημαντικό και μεγάλο, στο βαθμό που απαντά σε αυτό το αίτημα.

500x500Μια πενταετία μετά τον εξαίρετο Αόρατο Άνθρωπο, στο έβγα του 2015, ο Φοίβος Δεληβοριάς μας έδωσε την Καλλιθέα. Κοντά ένα εξάμηνο αργότερα, η αρχική μου αίσθηση παραμένει ίδια: ο δίσκος αυτός επιβεβαιώνει όσους από εμάς βλέπουμε σ’ αυτόν κάποιον που δίνει στη γενιά μας, αλλά και σε νεότερους από μας, τα «.…λόγια ‒επιτέλους!‒, για να μην είμαστε μοναχοί», για να παραφράσω λίγο έναν στίχο του Διονύση Σαββόπουλου. Δεν ξέρω άλλον τραγουδοποιό στον χώρο του ελληνόγλωσσου τραγουδιού που να μπορεί να καλύψει αυτή τη θέση και να επιτελέσει αυτήν τη λειτουργία. Ο τρόπος της τέχνης του μας είναι γνωστός από παλιά: χρησιμοποιεί την συχνά ταπεινή, συχνά ευτελή καθημερινότητα για να ψηλαφήσει τα πράγματα και να αποπειραθεί να μιλήσει για την αλήθεια τους. Μια αλήθεια που αναζητά με το να περιπλανιέται και να επιστρέφει εκεί, στο μεσοαστικό προάστιο της Καλλιθέας, της δικιάς του Καλλιθεάς των παιδικών και εφηβικών του χρόνων ‒όπως ο μακαρίτης ο Χρήστος Βακαλόπουλος στη δικιά του Κυψέλη‒ όχι στις Λόνδρες και τα Παρίσια, τη Νέα Υόρκη, ή κάποια ονειρική, εξιδανικευμένη Κωνσταντινούπολη.

Η παιδική ηλικία που παρήλθε ανεπιστρεπτί, η παλιά γειτονιά, τα αισθήματα του τότε‒ όλα παρόντα εντός‒, αρθρώνουν έναν λυγμό που διαπερνά, τρυφερά και μειλίχια, την εναρκτήρια «Ερημιά στην Καλλιθέα», έναν λυγμό και μαζί την αίσθηση του ανοίκειου, καθώς ο Δεληβοριάς επιστρέφει, αναζητώντας την Καλλιθέα του τότε. Δεν θα γλιστρήσει στην παραπλανητική, παραπειστική νοσταλγία ενός παρελθόντος φτιασιδωμένου κατά τον τρόπο που μακιγιάρουν τους νεκρούς τα γραφεία τελετών, αλλά θα ισορροπήσει ιδανικά, συμπυκνώνοντας στους στίχους και τη μελωδία τον πόνο για ό,τι έφυγε με τη στέρεη γνώση πως αυτό, όσο προσφιλές κι αν είναι, δεν ήταν καμωμένο από χρυσάφι: τα είδωλα της παιδικής μας ηλικίας, αυτοί με τους οποίους φαντασιακά ταυτιζόμασταν, παιδιά όντες της δεκαετίας του’80, δεν ήταν μόνο ο σεμνός αθλητής Νίκος Γκάλης κι ο ηρωικός Ραλφ Μάτσιο του Καράτε Κιντ: ήταν ακόμα ο Σταλλόνε με τους πρησμένους μυώνες ‒ ο Σταλλόνε όχι μόνο του Ρόκυ, μα και του Ράμπο‒ και από δίπλα ο Γαρδέλης των βιντεοταινιών και του «Βασικά, καλησπέρα σας». Μα, όπως και νά ‘χει, ακόμα κι αν ήταν κάτι σαν Καραγκιόζ-μπερντές, «… ήταν ο δικός μας ο μπερντές» (Σαββόπουλος, και πάλι ‒από τους Αχαρνής).

delivorias-kallithea-mpleradioΣε ρυθμό και τόνο πιο εύθυμο, ο «Μπάσταρδος Γιος» που ακολουθεί θέτει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων: η γενιά η δικιά μας μοιάζει ανάξιο και νόθο τέκνο της προηγούμενης‒ τουλάχιστον αν πάρεις πολύ στα σοβαρά τις διηγήσεις και τις επαναστατικές ή άλλες περγαμηνές που εκείνη, η γενιά των πατέρων, πάντα ανέμιζε. Η δικιά μας γενιά παραπατά, μην έχοντας βρει ακόμη το λόγο και το βηματισμό της̇ ακομπλεξάριστος όμως ων ο Δεληβοριάς (που σημαίνει: γνήσιος), όπως ήταν από νωρίς, δεν πτοείται: το συναίσθημα που διατρέχει το τραγούδι βεβαιώνει πως υπάρχει συνέχεια, ένα αύριο, ακόμα κι αν αυτό παραμένει θολό στην αοριστία του, ακόμη κι αν το χτες δεν έδωσε ακόμη καρπούς, ίσως γιατί δεν ονομάστηκε όπως του έπρεπε, δεν νοηματοδοτήθηκε στην αλήθεια του: «...Κάτω απ΄την άσφαλτο καίει το παλιό χώμα κι οι ανοιγμένες στοές, και μέσ το σώμα μας κλαίει το παλιό σώμα του ακόμη αγέννητου χτες».

Δεν απουσιάζουν από το δίσκο η υπαρξιακή αγωνία, το βάρος, η πενθική μελαγχολία, στοιχεία που διέτρεχαν και όλον τον προηγούμενο. Μόνο που τώρα μοιάζουν να έχουν ανοιχτεί στο συλλογικό ακόμη πιο πολύ: η αγωνία εισβάλλει βαριά, αφτιασίδωτη κι ασυγκράτητη στον «Ξένο», από τα πιο δυνατά τραγούδια όχι μόνο του δίσκου, μα και όλης της τραγουδοποιίας του Φοίβου: Ο χρόνος περνά και σαρώνει, τόπους, σπίτια και ζωές και μαζί του ο κόσμος αλλάζει, όπως κι εμείς. Κι από κοντά, η τρομακτική διερώτηση για το κακό, διερώτηση που επιτάσσουν οι κοινωνικές αλλαγές σε έναν τόπο που πλέον βγάζει τρίτο κόμμα τους νοσταλγούς των μελανοχιτώνων: δεν ξέρουμε, δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε αν ο μισάνθρωπος γείτονας ήταν πάντοτε έτσι ή αν συνέβη κάποια φρικτή μετάλλαξη στην πορεία. Ακόμη πιο βαθιά φτάνει η αγωνία όταν αρχίζεις να αμφισβητείς ως και την αλήθεια των αναμνήσεων, πάει να πει την προσωπική σου αλήθεια, εκείνη της δικιάς σου, μοναδικής ιστορίας: «Κάποιοι λένε πως η μνήμη είναι όλη μια απάτη, κι εγώ μέσα της πιάστηκα».

fra4639-1448009035-42Ο Φοίβος, όμως, δεν μένει στην καταβύθιση για πάντα. Όπως κάνει συχνά και από παλιά, στα τραγούδια του απευθύνεται στον άλλον, σε ένα εσύ: στον παλιό φιλο, που μαζί μεγάλωσαν, στο πρώτο του κορίτσι. Κι αν είναι η σχέση μεταξύ των προσώπων το μόνο αντίδοτο απέναντι στις αγωνίες της ύπαρξης, η θέση που είχε το «Καταφύγιο» έναν δίσκο πριν, εδώ καταλαμβάνεται από το τρυφερό, μέχρι δακρύων, «Κουνελάκι», αριστουργηματική εξομολόγηση που ο Φοίβος απευθύνει στην κόρη του, παρακαταθήκη και κάλεσμα για αγάπη και ταυτόχρονη προτροπή προς αμφισβήτηση της γονεϊκής αυθεντίας: «…κι όταν βρεις τα χίλια χάρτινα κουτιά, που έχουν μέσα κοιμισμένους υπερήρωες και παπιά, βρες αυτόν που πιο πολύ θα με θυμίζει στη φιγούρα, σκίσ’ το εξώφυλλο και κάν’ του μια μουτζούρα».

Είναι η πορεία της σχέσης με συγκεκριμένα πρόσωπα ο τόπος όπου μοιάζει να αποκαλύπτεται η όποια αλήθεια της ζωής μας. Αυτό μοιάζει να λέει και στο «Knight Riders», χρονικό μιας πολύχρονης φιλίας, ενώ στο φόντο παίζουν τα γεγονότα που σημάδεψαν τις ζωές μας, μικρά και μεγάλα, από τον τηλεοπτικό Ιππότη της Ασφάλτου ως τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Και στο «Κορίτσια από άλλα προάστια», μας επιφυλάσσει για το ρεφραίν κάτι που μπορεί να είναι και δήλωση-κλειδί: το δικό μου μέρος, δεν είναι μέρος ‒ πράγμα που θα μπορούσε και να είναι ερμηνευτικό εργαλείο, τόσο για τη δικιά του Καλλιθέα, όσο και του καθενός: Δεν είναι ποτέ μόνο ένα μέρος, είναι μαζί τόπος και τρόπος, μνήμη, πρόσωπα κι αισθήματα.

foivos-7-1200x630

Το «Διονύσιος Φοίβος», παιχνίδισμα που εμπνέεται από τα δυο του ονόματα, παραμένει όμορφο και στιβαρό, αν και θαρρώ πως είναι έναν τόνο πιο εγκεφαλικό απ’ όσο θα χρειαζόταν για να μπορεί να πετάξει: ίσως είναι τα αρχαιοελληνικά επιφωνήματα του ρεφραίν που μου το βαραίνουν (σκέπτομαι τώρα, εξ αφορμής του φιλοσοφικού παιχνιδιού που κάνει ο Δεληβοριάς, θέτοντας ως υποκείμενο του τραγουδιού τη μορφή ενός απέθαντου Έλληνα βάρδου που συνδυάζει στην ύπαρξή του το Βακχικό με το Απολλώνειο, ένα άλλο ερώτημα που ταλανίζει τους ανθρώπους αυτού του τόπου, το ερώτημα αν είμαστε Δύση ή Ανατολή. Κι αναρωτιέμαι γιατί δεν έγραψε ένα τραγούδι για να καταπιαστεί με αυτό, μόνο για να δώσω την απάντηση ο ίδιος, μια στιγμή μετά: όλο το έργο του είναι, μεταξύ άλλων, μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα ‒ κι όσοι το βλέπουν, βλέπουν.)

Ακόμη και τα λιγότερο απαιτητικά τραγούδια του δίσκου ‒«Πού να είσαι τώρα εσύ», «Το Περίπτερο»‒ είναι έντιμα τραγούδια, όπως έντιμα είναι πάντα τα τραγούδια του: δε χάνουν στην απλότητα της φόρμας τη σοβαρότητα, την ομορφιά και την αλήθεια των όσων ιστορούν. Κι αν κινδύνευαν, ενδεχομένως, να δώσουν την εντύπωση μιας βεβιασμένης ευθυμίας που θα κουκούλωνε όπως‒όπως τον πόνο, εξισορροπούνται από τα τρία ορχηστρικά, στρατηγικά τοποθετημένα, μικρά σε διάρκεια κομμάτια που, στον παράξενο κι ονειρικό ήχο τους, υπονομεύεται η όποια επίφαση ελαφρότητας. Ειδικά το «Γριές στη λαϊκή», που μου θυμίζει χορό θρηνωδούντων ζόμπι (δεν περίμενα πως θα το έβαζα να παίζει στο repeat) αποτελεί ένα μικρό, δυσοίωνο διαμαντάκι.

foibosΌμως… Όμως, εγώ σκέπτομαι, πως ίσως θα ήθελα λίγη ακόμα απ’ αυτήν την μελαγχολία, λίγο ακόμη απ’ αυτό το πικρό ποτό. Γιατί; Γιατί η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως μου ταιριάζει πιο καλά, σαν σύνολο, ο «Αόρατος Άνθρωπος» και το πένθος του; Γιατί ήθελα να νιώσω λίγο περισσότερο το βάρος του «Ξένου»; Ίσως, λόγω χαρακτήρα. Ίσως νιώθω κι εγώ ξένος, ίσως και στη δική μου μπανιέρα «…ένας μικρόσωμος πόνος περιμένει, αβάφτιστος»‒ πάει να πει χρειάζεαι να ονομαστεί, να νοηματοδοτηθεί, να εξηγηθεί, να επεξεργαστεί, και εντέλει να μεταμορφωθεί και να γονιμοποιηθεί.

…………………………………

R-2986803-1310508770.jpegΗ πρώτη μου επαφή με τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά, πρέπει να ήταν το πρόγραμμα του Σαββόπουλου στη «Σφεντόνα» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Σαββοπουλικός εγώ μέχρι το κόκκαλο, κατ’ ουσίαν ανέχτηκα το κομμάτι του προγράμματος που συμμετείχε ο ομήλικός μου Δεληβοριάς. Δεν μου άρεσε καθόλου ‒ ειδικά κάποια κομμάτια, όπως η «Τριτοδεσμίτισσα», τότε με ενοχλούσαν βαθιά.

Πέρασαν λίγα χρόνια, και μεταξύ άλλων, εγώ έγινα λίγο λιγότερο βαρύς, μπορώντας πλέον να εκτιμήσω ‒και να ζηλέψω‒ την αισιοδοξία και τη χαρά που απέπνεαν τα τραγούδια του Φοίβου, συχνά εύθυμα, αλλά ποτέ χαζοχαρούμενα και ελαφρά, όπως αδίκως τα είχα θεωρήσει αρχικά ‒απλώς, εκείνος (όταν τα έγραφε) ήταν ερωτευμένος με τη ζωή, ενώ εγώ (όταν τα άκουγα), όχι.

2Το 2000 με βρήκε να έχω πια, δηλαδή, εντελώς μεταστραφεί υπέρ του. Το Χάλια έγινε αγαπημένος δίσκος, το «Εκείνη» ύμνος, ο Κολωνακιώτης σκύλος κι ο Πατώκος (και η γυναίκα του) κάτι σαν παλιοί γνώριμοι, η εξαιρετική διασκευή στο «Invitation to the Blues» του Waits αναπόσπαστο κομμάτι του ρεπερτορίου που σιγομουρμουρίζω συχνά‒πυκνά ‒όμως η αποκάλυψη ήρθε πιο μετά, με τον Καθρέφτη: ήταν η πρώτη του δουλειά που στεκόταν τόσο στέρεα, σφιχτοδεμένη και συμπαγής σαν σύνολο. Η «Επίσκεψη του Καίσαρα» έγινε το αγαπημένο μου πολιτικο-σατιρικό τραγούδι έως και σήμερα, η «Υβρεοπομπή» ‒που αρχικά προκαλούσε τη σεμνοτυφία μου ‒ αγαπημένο και ιδιοφυές αστείο, ψυχοθεραπευτικό highlight των live του, ενώ το «Αυτή που περνάει» λόγος υμνητικός για τον έρωτα και την ίδια την άνοιξη της ζωής.

cd_delivorias_02bΌταν βγήκε το Έξω, λίγα χρόνια μετά, το υποδέχτηκα με χαρά και ικανοποίηση. Όμως, αν και δεν μπορούσα να το αντιληφθώ αρχικά, τα κομμάτια του δεν ρίζωσαν μέσα μου: όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις που έχει ο «Προορισμός», σήμερα μου θυμίζει υφολογικά και νοηματικά πολύ έντονα το «Δεν ξέρω τι είναι», το δε «Πινέλο» μου φαίνεται σαν να πάει να ξαναπεί όσα είπε το «ΜΡ3». Ωραίος δίσκος, σοβαρή δουλειά, αλλά δεν δούλεψε πολύ για μένα. Ώσπου να φτάσω και ν’ αρχίσω να προσέχω την κατακλείδα του δίσκου, όπου υπονομεύεται καίρια, με μια μόνο κίνηση, η σχεδόν προγραμματική εξωστρέφεια των όσων προηγήθηκαν: το εξαιρετικό «Το καλοκαίρι θα ’ρθεί» καταδύεται εσωστρεφώς σε τοπία άλλα, μυστικά ‒ κι εδώ ο Δεληβοριάς, καθώς ιστορεί το πάθος της κοπελιάς που παλεύει με τη μοναξιά της και της «... λείπει η αγάπη», αγγίζει, συγγνωστά ή όχι, το ελλείπον που βρίσκεται την καρδιά της ίδιας της ύπαρξης. Αριστούργημα, δεν έχω κάτι άλλο να πω, πέρα από το ότι το ύφος και το αίσθημα αυτού του τραγουδιού, το κάνουν να μοιάζει εκ των υστέρων με προάγγελο του «Αόρατου Ανθρώπου». Αυτόν, μας τον δωρίζουν φίλοι, παραμονές πρωτοχρονιάς του ’11, στο Βερολίνο. Σταδιακά, όσο πιο πολύ το ακούω, τόσο αντιλαμβάνομαι πως ο Δεληβοριάς έχει αγγίξει περιοχές καινούργιες, εσώτερους τόπους όπου ενοικούν το πένθος και την απώλεια, ο χωρισμός και ο χρόνος, ένας χρόνος που περιγράφεται ως ψεύτης και σαδιστής. Ίσως όσοι περίμεναν εύπεπτα τραγουδάκια, να απογοητεύτηκαν οικτρά ‒ αλλά μάλλον δεν είχαν καταλάβει εξ αρχής: ποτέ δεν ήταν εύπεπτα τραγουδάκια τα τραγούδια του Φοίβου. Από τη μεριά μου διαπιστώνω πως, έχοντας ως στάση μια κατάφαση στη ζωή γερά ριζωμένη, ο Φοίβος αντέχει να πάει μια βόλτα ως τον Άδη, να πενθήσει πικρά, γράφοντας διαμάντια σαν το «Bolero» και το «Θά ’θελα νά ’μουνα εκεί». Ειδικά το τελευταίο διαπνέεται από μια θλίψη εντονότερη από ποτέ, τη θλίψη της απουσίας. Μοιάζει παράδοξο, εκ πρώτης όψεως, αλλά η απουσία για την οποία μιλά είναι η δική του απουσία, από στιγμές σημαντικές και καίριες της ζωής του ερώμενου προσώπου –στιγμές που εκείνη αυτονομείται, διεκδικεί την ετερότητα και τη μοναδικότητά της, στιγμές που, εν τέλει, την έκαναν αυτήν που είναι. Το τραγούδι μοιάζει να μας λέει πως ακόμα κι αν ευοδωθεί ο πόθος του και ενωθούν ερωτικά, θα του αποκαλυφθεί ένας άλλος χρόνος, ένας χρόνος που σηματοδοτείται από τις στιγμές της ζωής της στις οποίες εκείνος δεν συμμετείχε: χρόνος κενός, σπαταλημένος, ξοδεμένος και οριστικά χαμένος ‒ και ταυτόχρονα, αποκαλυπτικός της ριζικής ετερότητας του άλλου: πάντα θα υπάρχει μια περιοχή απρόσιτη και απροσπέλαστη σ’ εμάς – ο 12557667_552090414955062_1847979784_oδικός του χρόνος, το παρελθόν του, οι στιγμές που τον διαμόρφωσαν ερήμην μας. Ο βαθύς αυτός πόνος εκτείνεται πέρα από τη γνωστή, και διόλου ευκαταφρόνητη, ταλαιπωρία της ερωτικής ματαίωσης, μια και σε κάθε έρωτα υπάρχουν υπόγειες, υποδόριες διαστάσεις πέραν του προφανούς και άμεσα αντιληπτού: ο άλλος και ο πόθος μας γι’ αυτόν αντιπροσωπεύει πολλά σε ένα βαθύτερο, συμβολικό πεδίο –είτε έχουμε επίγνωση αυτού, είτε όχι. Το κάλλος του άλλου, όλα εκείνα που μας τραβούν σ’ αυτόν – εδώ μιλά ένας πόθος για ζωή, ζωή στην πιο απόλυτη πλήρωσή της. Στο τραγούδι αυτό ακούγεται ο πόνος της επίγνωσης ότι το απόλυτο ‒η απόλυτη ένωση που ποθούμε, η οριστική ρήξη της βαθιάς, υπαρξιακής μας μοναξιάς, η οριστική μας πλήρωση, όλο αυτό το πλέγμα επιθυμιών και πόθων για υπέρβαση του χρόνου, του θανάτου, των φθαρτών μας ορίων, τελικά‒ είναι κάτι στο οποίο μόνο να τείνουμε μπορούμε. Ο Φοίβος, όμως, αντέχει να πενθήσει και να αναδεχτεί την απώλεια, γιατί δεν έχει οργανώσει μια ύπαρξη κι ένα προσωπείο γύρω απ’ το κενό, κι έτσι ο πειρασμός να ιδεολογικοποιήσει την κατάθλιψη δεν σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν: «…η ζωή δεν καθορίζεται ‒πρώτα την καίτε, κι ύστερα τη βρίζετε» λέει, απευθυνόμενος ίσως σε όσους από τους ομοτέχνους του πυκνώνουν τις γραμμές του μηδενιστικού στρατόπεδου. Καθώς το πένθος ολοκληρώνεται, γράφει με θαυμαστή απλότητα ένα τραγούδι για τη Βάσω και τον μοιρασμένο, δωρισμένο χρόνο: γράφει το «Καταφύγιο» ‒ τοποθετημένο κι αυτό στο τέλος του δίσκου, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά πως το νόημα ενός λόγου, μιας φράσης, δεν αποκαλύπτεται ποτέ προτού τοποθετηθεί και ο τελευταίος όρος: την αίσθηση του κενού, την πικρή γεύση της απουσίας, τον «κανονικό» χρόνο που είναι «ψεύτης», που ψευτίζει τα πάντα, καθώς είναι μια διαδοχή στιγμών που μόνο μας οδηγεί κοντύτερα στο θάνατο, μοιάζει να μπορεί να αντιρροπήσει μόνο το μοίρασμα, η δωρεά: στο «Καταφύγιο» ο χρόνος, υποκειμενικά βιωμένος, είναι πυκνός, πλήρης ‒ίσως επειδή ό,τι βιώνεται μέσα σ’ αυτόν είναι γεγονός δωρεάς του ενός στον άλλο: «….μα εμείς περνάμε μια ζωή σ’ ένα λεπτό, κι ύστερα το χαρίζουμε κι αυτό».

…………………………

savvopoulosvog8641Επιστρέφουμε στην Καλλιθέα, κουβαλώντας την αναπόφευκτη γνώση, τα προικιά της ενηλικίωσης: τη γνώση πως υπάρχει χρόνος, δηλαδή θάνατος ‒πάντα παράλογος και πάντα ανήκουστος: πάνω από σαράντα χρόνια πριν, ο κοινός μας δάσκαλος, Διονύσης Σαββόπουλος, (τον λέω δάσκαλο, κι ας μην είμαι μουσικός, μιας και η επιρροή του στάθηκε καθοριστική στο πώς αντιλαμβάνομαι, μεταξύ άλλων, τη μουσική και, κυρίως, το τραγούδι), έγραφε στη συγκλονιστική «Μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη», αναφερόμενος στο θάνατο του φίλου του Άλκη Σαχίνη: «Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει;» ‒και όπου Άλκης, ο καθένας μπορεί να ταιριάξει το κάθε όνομα, είμαστε σε μια ηλικία που αρχίζουμε όλοι να γράφουμε απουσίες στο προσωπικό μας μητρώο αισθημάτων. Ακούμε τον δίσκο να κλείνει (επαναλαμβάνοντας το μοτίβο της κατακλείδας, που προσδίδει και άλλες, νέες σημασίες στα όσα έχουν προηγηθεί) με τη βεβαιότητα του «Θα σε ξαναδώ», που απευθύνεται στον πρόωρα χαμένο φίλο του Φοίβου, Νίκο Ράλλη. Δεν ξέρω αν η βεβαιότητα αυτής της διακήρυξης έχει να κάνει με την πίστη σε κάποιας μορφής μεταφυσική υπερβατικότητα, ή αν έχει να κάνει με μια πιο ενθαδική έννοια του υπερβατικού, μέσω της καρδιακής μνήμης και της αγάπης που μετουσιώνει το πένθος σε τέχνη. Δεν έχει και τόση σημασία, μάλλον. Το αίσθημα είναι εκεί, και μου θυμίζει λίγο κάποιον που νιώθει την ανάγκη να ψάλλει με πείσμα, ίσως και θυμό, ένα «Χριστός Ανέστη!» πάνω από το ζεστό ακόμη σώμα του άρτι τεθνεώτος φίλου, κι ας μην πολυπιστεύει ο ίδιος. Στον στίχο «είναι θαύμα η ζωή και περνάει», όπως και στην σπαρακτική επανεκτέλεση του «Η Κική κάθε βράδυ», με την επιμονή του να καταγγείλει, ξανά και ξανά, την ωραιότητα της ζωής, επαναλαμβάνοντας σχεδόν ψυχαναγκαστικά τον καταληκτικό στίχο, ο Δεληβοριάς επαναβεβαιώνει την γερή του πρόσδεση στη ζωή, τη χαρά, τον οίστρο της δημιουργίας. Και νομίζω πως είναι η πίστη του στη χαρά και την ομορφιά ακόμα πιο στέρεη κι ακόμη πιο βαθιά, αφενός γιατί έχει προηγηθεί το συναπάντημα με την απώλεια και αφετέρου γιατί ο ερχομός της κόρης του, της μικρής Ιόλης, μοιάζει να έχει αφυπνίσει το δικό του μητρικό κομμάτι. Ο στίχος από το 0006258716_10«Κουνελάκι» «...κι αν πετύχεις την αράχνη τ’ ουρανού, τη Μαύρη Χήρα, χάιδεψέ τη, μη φοβάται, η κακομοίρα» ανακαλεί συνειρμικά τον Μπέργκμαν και το Μέσα απ’ το σπασμένο καθρέφτη: η εφιαλτική εικόνα ενός θεού‒αράχνη ουσιαστικά μιλά για τον τρόμο ενώπιον ενός απόντος Θεού, και άρα ενός Κόσμου που κυριαρχείται από τους άλογους νόμους της εντροπίας και του χάους. Κι απέναντι στον φόβο του παιδιού για το σκοτάδι ‒φόβο θανάτου, φόβο απώλειας, φόβο που πάντα, κάπως, παραμένει στην παιδική πλευρά που εμπεριέχεται στον κάθε ενήλικο, ο Φοίβος αντιτάσσει την πιο μητρική, την πιο τρυφερή, αγαπησιάρικη, παρηγορητική κι υπογείως καυχησιάρικη κι αυθάδικη φωνή που μπορεί. Παρατηρώ, μόλις τώρα, πως πλέον ο Φοίβος δεν αντιμετωπίζει τον αναπόφευκτο πόνο με όρους σύγκρουσης, προσωποποιώντας το Χρόνο ‒πάει να πει, τον Θάνατο‒ στην αρσενική μορφή ενός φαντασιακού πατέρα, σαδιστή κι ευνουχιστή ‒ κι ίσως αυτή η διαφοροποίησή του από τις συγκρουσιακές εμμονές μιας ολόκληρης κουλτούρας, που τόσο ακριβά πληρώνουμε, να έχει πολλά να μας πει: Εδώ, το όποιο παράπονο διατρέχει υποδόρια το δίσκο, είναι το παράπονο ενός εραστή, που απευθύνεται σε μια θηλυκή μορφή. Δεν απευθύνεται σε έναν φαντασιακό διώκτη, κάποιον εχθρό, αλλά σε κάποια που μπορείς να ποθήσεις και ν’ αγαπήσεις, που μπορεί να σαρκώσει και να γεννήσει ζώσες απαντήσεις στα ερωτήματα, υπάρξεις που πάνε κόντρα στο θάνατο. Είναι η ίδια η ύπαρξη, η ίδια η πνοή της ζωής αυτή στην οποία απευθύνεται, που αν κι είναι άπιστη και ψεύτρα ‒«...σου είπε για πάντα, μα όπως πάντα κορόιδευε»‒, αν κι είναι «…βιαστική και δεν κοιτά ποτέ της πίσω»‒ παραμένει ερωτική, ποθητή και, παρά τις απώλειες και τα δάκρυα, πάντα, για πάντα, και κατά πάντα ωραία.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

20151128_foivos_delivorias_005_thmarkou

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: