frear

Για τον Φάουστ του Γκαίτε σε μετάφραση Σπύρου Α. Ευαγγελάτου – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Γκαίτε, Φάουστ, μετάφραση: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, επιμέλεια επιμέτρου: Πλάτων Μαυρομούστακος, Κάπα Εκδοτική, Αθήνα 2015.

Πρώτα ο Γκαίτε και έπειτα ο Φάουστ, ο ένας αληθινός και ο άλλος πλαστός, κι οι δυο μαζί σαν ένας, δύο σχεδόν αιώνες τώρα, πορεύονται, ο ένας με το όνομα του άλλου. Φάουστ, σύμβολο του σοφού που δεν επαναπαύεται. Που έμαθε τα πάντα και δεν ξέρει ούτε ποιος είναι ούτε τι πρέπει να κάνει. Γι’ αυτό κάνει συμφωνίες με τον διάβολο (ο Μακρυγιάννης τις έκανε με τον Άγιο), πουλάει την ψυχή του για να καταφέρει να μάθει. Να ερωτευτεί. Ο μεγάλος Γιόχαν Βόλφγαγκ Γκαίτε έδωσε παράδειγμα που το μιμήθηκαν πολλοί στα χρόνια που κύλησαν. Ο Φάουστ και το έτερον μισό του, ο Μεφιστοφελής, ή αλλιώς το alter ego του, άφησαν παρακαταθήκη στους αιώνες το μέγα δίδαγμά του. Οι παραλλαγές του έργου του άπειρες και οι θεατρικές επίσης. Η παράσταση στο θέατρο, καλή ή μέτρια σημασία δεν έχει, έχει όμως εξασφαλισμένο το κοινό της. Κάτι τέτοιο μας δίνει στον «Πρόλογο Στο Θέατρο», που προηγείται του έργου, ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος στη δική του μετάφραση. Μιλάει ο «Διευθυντής του θεάτρου» και ακούμε τον βαθύτερο πόθο του :

«Θα επιθυμούσα το λαό να σαγηνεύσουμε / και να στριμώχνεται σε ουρές/ πριν καν να ξέρει αν θα του αρέσουμε,/ για μια θέση να χτυπιέται με γροθιές./ Αυτό το θαύμα μόνο ο ποιητής μπορεί να το πετύχει». Και φυσικά ο Γκαίτε το έχει πετύχει στο διηνεκές. Στην Ελλάδα, και αλλού βεβαίως το έργο έχει ευτυχήσει με πολλές μεταφράσεις, όπως εκείνη η παλιά του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, σε όλους μας γνωστή, λόγω του ενδιαφέροντος μονολόγου που περιλαμβάνεται στα σχολικά μας βιβλία: «Αχ! σπούδασα φιλοσοφία/ και νομική και γιατρική,/και αλί μου και θεολογία/ με κόπο και μ’ επιμονή· και να ’με δω με τόσα φώτα,/ εγώ μωρός, όσο και πρώτα!». Ο ίδιος μονόλογος σε μετάφραση Σπύρου Ευαγγελάτου έχει ως εξής: «Αχ, σπούδασα φιλοσοφία/ και ιατρική και νομικά/ και δυστυχώς θεολογία/ επίμονα, φανατικά/ και ιδού που στέκω πάλι εδώ/ το ίδιος άσοφος, όσο πριν μορφωθώ». Οι διαφορές είναι φανερό πως είναι λίγες και ασήμαντες. Όμως και οι μεταφράσεις παλιώνουν και έχουν ανάγκη ανανέωσης, έχει ομολογήσει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Έτσι, αν και κάθε γενιά έχει κάνει τη δική της μετάφραση, ο Ευαγγελάτος, για την παράσταση του Αμφιθεάτρου (2000), έκανε τη δική του, την οποία χρησιμοποίησε και η Κατερίνα Ευαγγελάτου για τη δική της παράσταση (2015) με μερικές αλλαγές.

Η νέα μετάφραση έχει στηριχτεί σε νεότερες μελέτες, ο μεταφραστής έχει προσπαθήσει να είναι κοντά στο ύφος, στην ατμόσφαιρα, στο νόημα και στο γράμμα του κειμένου, όσο είναι δυνατόν, βέβαια.

Επειδή το έργο έχει συντεθεί σε ομοιοκατάληκτο στίχο, τον ίδιο στίχο ακολουθεί και η μετάφραση, και όπου το έργο αφήνει την ομοιοκαταληξία ή σε ορισμένα σημεία επιλέγει την πρόζα, κάνει το ίδιο και η μετάφραση. Βεβαίως, μια μετάφραση θεατρικού έργου απευθύνεται σε θεατές και όχι σε αναγνώστες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν διευκρινιστικές πληροφορίες στην παρούσα έκδοση για τον αναγνώστη, δηλαδή οι σκηνικές οδηγίες του Γκαίτε ή τα σχόλια των μελετητών. Για την ανάγκη που τη γέννησε ο μεταφραστής-σκηνοθέτης έχει προβεί στις ανάλογες συντμήσεις και την έχει προσαρμόσει στο χρονικό πλαίσιο μιας παράστασης. Σ’ αυτή την περίπτωση η μετάφραση γίνεται με έμφαση όχι στη λέξη αλλά στο νόημα. Δεν πρόκειται, όμως για «απόδοση», όπως θα προτιμούσε ο Γιάννης Γρυπάρης που είχε θέσει τον όρο, όμως σήμερα ο όρος αυτός έχει αλλάξει χροιά, λέει ο μεταφραστής, οπότε τον απέφυγε. Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνει και στίχους που δεν είχε συμπεριλάβει στην παράσταση του 2000, ανεξάρτητα από την τελική μορφή που πήρε στο θέατρο.

Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται κείμενα της Κατερίνας Ευαγγελάτου για το έργο και τη βαθύτερη ουσία του, για τον Μεφιστοφελή, για τον Φάουστ, για την αναζήτηση της γνώσης στη σκοτεινότερη πλευρά του εαυτού του, για το ξεπέρασμα των ορίων και των περιορισμών στις απολαύσεις, με περισσότερο πόνο, περισσότερη ηδονή «σ’ ένα σύμπαν απεγνωσμένων ανθρώπων και βουβών, αμέτοχων θεών».

«Θέλω να βυθιστώ στον ίλιγγο/ στις απολαύσεις/ που χαρίζει η οδύνη,/ στο μίσος που αγαπά,/ στη πυρκαγιά / που δροσιά δίνει», φωνάζει ο ήρωας.

Κι ακόμα υπάρχουν πληροφορίες για τον μύθο του Φάουστ, ο οποίος διατηρήθηκε από τον 16ο αιώνα σε μπαλάντες, ξυλογραφίες, χαρακτικά, αλλά κυρίως σε μια λαϊκή φυλλάδα, όπου αναφέρεται ότι ίσως ήταν υπαρκτό πρόσωπο, μάγος, αγύρτης που έκανε μάγια και διαδιδόταν ότι είχε κάνει συμφωνίες με τον διάβολο.

Από τις μεταμορφώσεις του Φάουστ η πιο γνωστή είναι ο Δόκτωρ Φάουστους του Κρίστοφερ Μάρλοου που γράφτηκε στο τέλος του 16ου αιώνα. Ο Γκαίτε άρχισε τον δικό του Φάουστ στα 1773, δημοσίευσε το πρώτο μέρος το 1808 και ολοκλήρωσε το δεύτερο μέρος το 1831. Σε όλο αυτό το διάστημα της μακράς κυοφορίας ο συγγραφέας ενσωμάτωνε ιδέες και θέματα που τον απασχολούσαν και έτσι το έργο είναι πολύπλοκο, ο ίδιος το χαρακτήριζε «τραγωδία». Στις προβληματικές σκηνές, που φέρνουν αμηχανία στους μελετητές και δυσκολία στους σκηνοθέτες, ανήκει η Νύχτα της Βαλπούργης, όπου οι μάγοι και μάγισσες ανακατεύονται με τον Σατανά και κάνουν όργια. Αυτό συμβαίνει στις 30 Απριλίου, παραμονή της εορτής της Αγίας Βαλπούργης, προστάτιδας των ανθρώπων από τις μαγγανείες.

Το έργο αυτό σηματοδοτεί το πέρασμα από το Μεσαίωνα στην Αναγέννηση και στη νεότερη εποχή του θεάτρου. Με τα ενσωματωμένα στοιχεία αρχαίου θεάτρου, τραγωδία, κωμωδία, σατυρικό δράμα, όπερα μοιάζει να προετοιμάζει το θέατρο του 19ου αιώνα. Τέλος, είναι έργο στοχαστικό, οραματικό τραγικό, ποιητικό, σατυρικό, θεμελιακό, για τη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, προπομπός και βαρόμετρο σκηνικών επιτευγμάτων του 20ού αιώνα και πρόκληση για κάθε σκηνοθέτη.

Όμως, το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας είναι η σάρκα, το κείμενο, και ο αναγνώστης αυτό θα απολαύσει, πέρα από την παράσταση που είδε ή δεν είχε την τύχη να δει. Kείμενο ζωντανό και φρέσκο με όλα τα συνοδευτικό αναλυτικά σχόλια και ερμηνευτικά κλειδιά. Αν το θέατρο είναι παράσταση, ο λόγος είναι Η παράσταση και, στην προκειμένη περίπτωση, Η μετάφραση. Και ως επιμύθιο η σοφή κουβέντα του δοκιμασμένου πια Φάουστ:

«Θαρρείς πως τα βιβλία είναι άγια βρύση/ που ο διψασμένος την παντοτινή χαρά θα βρει;/ Δροσιά ποτέ δεν θ’ αναβρύσει,/ αν δεν πηγάζει απ’ τη δική σου την ψυχή».

Βεβαίως κι εκείνο το γκρι εξώφυλλο που αφήνει παράθυρο στο μαύρο χάος σε σχήμα γράμματος καλλιτεχνικού F συνυποβάλλει την ιδέα του μυστηρίου και την είσοδο στη σκοτεινή πλευρά του Faust.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: