frear

Μοτοσικλέτα μέσα στη νύχτα – του Δημήτρη Αγγελή

στον Στάθη Αυλωνίτη

Σχεδόν ζήλεψα τον φίλο που χάθηκε με τη μοτοσικλέτα του μες στο σκοτάδι. Ίσως ζήλεψα εκείνη ακριβώς την ακαριαία στιγμή της αναχώρησης, την αστραπή της ανάφλεξης, το βουητό της ακατάσχετης, ορμητικής του φυγής μέσα στη νύχτα. Ίσως πάλι να ήταν μόνο η κίνηση εκείνου του ορθού αγάλματος πάνω στη σέλα, η θαμπή στήλη φωτός που σκορπούσε με τον φανό του μπροστά, τα χιλιόμετρα που άφηνε καταπίνοντας πίσω του, βουτηγμένα ξανά στο ανεξίτηλο μελάνι της αυγουστιάτικης νύχτας.

Γύρισα και πήρα τον χωμάτινο δρόμο του γυρισμού, κατηφορίζοντας ανάμεσα σε αυλές και μυρωμένους κήπους από τα γιασεμιά. Για ένα μικρό διάστημα την πορεία μου ακολουθούσαν τα τρεχαλητά των μικρών παιδιών που με κατασκόπευαν γελώντας πίσω απ’ τους θάμνους: άκουγα τα γυμνά τους πέλματα πάνω στις πέτρες να ματώνουν για κάτι που αναμφισβήτητα τους φαινόταν συναρπαστικό. Έπειτα ήρθε κοντά ο παφλασμός του κύματος πάνω στα βράχια, η μυρωδιά από τα ξεραμένα φύκια, τα πυροφάνια στο βάθος –κι ο φίλος με τη μηχανή σπηρούνιζε ολοένα και πιο δυνατά, καλπάζοντας μέσα στη νύχτα που παραμόνευε ύπουλα σε κάθε στροφή το πέρασμά του.

Το ημικύκλιο της ακρογιαλιάς αντανακλούσε τις λάμψεις απ’ τις φωτιές, μια απαλή μουσική τριγύριζε τα πεύκα, είδα χορευτικές κινήσεις στις συντροφιές, το φτεροκόπημα μιας νυχτοπεταλούδας που αναλίσκεται, σκέφτηκα• σταμάτησα για ν’ αφουγκραστώ τα λαμπαδιασμένα κλωνάρια:

Φωτιά, ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα, μουρμούριζε χορτασμένος ο στρατιώτης βγαίνοντας από τον κινηματογράφο, Τετάρτη απόγευμα, μέρα εξόδου, ταινία βίας, γλέντι μετά ως το ξημέρωμα•

Φωτιά, ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη, τραγουδούσε αναψοκοκκινισμένος ένας που έβγαινε από τη συναυλία, έμπαινε στο αυτοκίνητό του και με τον προφυλακτήρα τσαλαπατούσε απρόσεχτα το χλωρό δεντράκι της λεωφόρου•

Φωτιά, ωραία φωτιά καίγε μας, έλεγε κι η νέα μητέρα κρατώντας το μαχαίρι και ήσυχα-ήσυχα έκοβε τον λαιμό του παιδιού της –τα ήξερα όλα αυτά. Τα είχα ζήσει.

Ήταν ωραία και ξέγνοιαστα τα νιάτα τους εκεί στην ακρογιαλιά που λικνίζονταν ήρεμα, ωραία η στιγμή της φωτιάς τους, χρόνια τώρα επαναλαμβανόταν με μια γοητεία ανέγγιχτη, με την ίδια πάντα σκληρότητα, κι η μόνη αλλαγή στην εικόνα ήταν αυτός ο ελεύθερος μοτοσικλετιστής στο βάθος του ορίζοντα που έτρεχε τώρα σε τοπία μακρινά, κουβαλώντας το μήνυμα. Με αγωνία κοιτούσα την ώρα κι αναρωτιόμουν για τ’ αποθέματα της ζωής του: θα φτάσει άραγε σώος ή μήπως δεν θα φτάσει ποτέ; Διατηρεί την αυτοκυριαρχία του αδιατάρακτη ή διαρκώς τρέμει τον θάνατο; Ή μήπως τελικά δεν κάνει άλλο απ’ το να επικαλείται, σε κάθε στιγμή, με υπεροψία την πτώση του, μόνο και μόνο για να τον δοξάσω;

Γι’ αυτό του το αίνιγμα που διαρκεί, τον αγαπούσα και τον εζήλευα.

[2002]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη