frear

Με το γάντι – της Έφης Παπαδόδημα

Πόλη περίκλειστη από βουνά και μια λίμνη στην άκρη. Κλισέ πρώτο μα ορθό. Άλλοθι παλινδρομικής ενδοσκοπήσεως. Κι άλλο κλισέ, ορθότερο. Εκεί μια τριετία άφησα σ’ εντεταλμένη υπηρεσία. Όχι κατ’ ανάγκην δεδομένη, ένα συν ένα συν ένα. Εκτός έδρας, δεν θα επαναλάμβανα μια Πρέβεζα κι ούτε μπορούσα καθότι είχαν πέσει οι μισθοί. Αλλού θα δούλευα κι αλλού θα ζούσα, άρα τίποτε από τα δύο πουθενά.

Κάθε βδομάδα στον υπεραστικό σταθμό, όλος και όλος μια βρωμιά, μαθημένα πια βήματα, μηχανικά, με στρατιά gadgets ηλεκτρονικά πανοπλισμένα, να συντρέχουν μια πλάνη αυτονομίας. Βοηθούσε και καμιά εφημερίδα που ουδέποτε διάβασα, πεταμένα λεφτά. Να μου κολλάει μια βαριά μαντάμ που πάσαρε αρώματα λαθραία. Σε κάθε έλα και πήγαινε, κι ας της έδειχνα το ατημέλητο της κοψιάς, τέτοια φρου φρου δεν θα καταδεχόμουν. Θα την αφόπλιζα στο λεπτό, νόμιζα, σε κάθε λεπτό του κάθε ριπλέι, ποιος άλλος στάθηκε ικανός για τέτοια άμυνα δαιμόνια; Με αφημένη κόπωση στα όρια ηδονής ημέρευα κάθε παρεμβολή στην αυτιστική μου πορεία, επαίτες, λαχειοπώλες, ορεξάτες γριές για μετάγγιση κουτοπόνηρων ραπόρτων με σάλια. Ως και τα εξαϋλωμένα γατιά των ενδιάμεσων ταχυφαγείων.

Η προβλεπόμενη ροή του σκηνικού 6 ώρες. Χαλυβουργική και το μόνιμο σκυλί με καμμένη τη ματιά απ’ τις αναθυμιάσεις, έλη, γκρεμνοί, ένα λιμάνι σκουριά, και σωρός εκκλησάκια κακόγουστα, νεκρών ή επιζώντων. Ζώα μισολιωμένα με κλόνιζαν, πότε και πώς θα μάθαινα να ρίχνω εγκαίρως τα στόρια; Κάποτε τύχαινε παρέα συναδελφική και κυλούσαμε μαζί με μια φοιτητική ανεμελιά του σωλήνα, αναδεύοντας πρότζεκτς είτε κουτσομπολεύοντας τον φίλο τον έτερο, που σήμερα θα έφτανε ιπτάμενος, έτσι, για την ανατροπή. Ενώ ποτίζαμε τα δάχτυλα περιοδικά με αντισηπτικό βερσιόν πορτοκάλι.

Η πόλη όμως έστεκε σαν εκκλησιά μισογκρέμιστη με φτιασίδια Εβραίων, Ορθόδοξων, Οθωμανών. Κι εκεί, σε αεροστεγή αυτάρκεια, προπλήρωνα το μέλλον το λιγόζωο, ένας πνευματικός νομαδισμός καρμανιόλα. Το βράδυ ανακλούσε φωνές και φως, παιδιά στόμωναν δρόμους νοτισμένους να μυρίζουν αυγό, οι γέροι καρφιτσωμένοι στα αστικά ζαχαροπλαστεία ίσαμε τα μεσάνυχτα και πάντα με κοστούμι. Τα βουνά δεν είχαν πια ίσκιο. Αλλά μονίμως θα κατάφερνα, θ’ αγωνιούσα, να χαζέψω τις καμπύλες τους άμα συγκεντρωνόμουν σοβαρά καθώς διέγραφα την κατηφορική λεωφόρο, χωρίς σκοπό, μόνο για να σνομπάρω το κρύο. Γιατί σε νέους και γέρους ανάμεσα στριμώχτηκα σχεδόν ενοχικά.

Τη μέρα εργαζόμουν στο πολύβουο θεριό, στις παρυφές, φύση-κουλτούρα ένα, κυλιόμενο σε πράσινη πλαγιά. Σαν μοναστήρι πειραγμένο, όλο εξάρσεις μετεφηβικές, λάιτ γκανγκστεριλίκια και τοίχους διάστικτους. Πήγαινα τόσο πρωί που μόνο μιαν ομίχλη μ’ έστεργε απ’ τις αγέλες των αγριόσκυλων. Ενδημική σύντροφος και θάνατος για το μαλλί ακόμη και τα καλοκαίρια. Πλεύριζα την πύλη πανάλαφρα, ξεκλείδωνα με δάχτυλα αριστοτεχνικά, γυμνασμένα από γραφίδες και ξεθυμασμένες εντριβές, μόνο αλυχτήματα πίσω, αλυχτήματα και μαύρα κλαδιά, αλλά εγώ στο συννεφάκι της ομίχλης και του καυτού καφέ, μονάχα τους παλμούς κατέγραφα ελαφρώς αυξημένους. Εργαζόμουν ανακυκλώνοντας νοερά υλικά και είχα μύριες ανησυχίες της τάβλας.

Εκεί γνώρισα την ανώνυμη χ που μου καθάριζε το γραφείο, τρίτος όροφος με θέα λειψή και ψύχρα ακέραια. Άκουγα πρώτα τα ροδάκια απ’ το καρότσι της με τη σφουγγαρίστρα σαν σκιάχτρο ημικλινή, ο μόνος ήχος που μπορούσε να ζει σε τέτοια συνθήκη. Σπανιότερα τη διέκρινα στον διάδρομο ακίνητη, πολύ μακριά, να ατενίζει σε τυφλό σημείο. Ακόμη κι από μένα πιο πρωί, σίγουρα θα έπαιζε κι αυτή το χαρτί της καταχνιάς. Αφάνιζε σκόνες, καφέδες, αποτσίγαρα κι αράχνες απ’ το κουρτινόξυλο. Η εξοχή τις θρέφει. Κι όπως κι αυτές, ενέδρευε δυσβάσταχτα οικεία κι εξωτική. Μια χάντρα από κεχριμπάρι στον καρπό χτυπούσε σχεδόν εξανθρωπιστικά στην πράσινη εταιρική ποδιά και τα γάντια λάτεξ. Τα μάτια της, όταν δεν ήταν σκυφτά, ζωντάνευαν θείες τρίτου βαθμού που σημασία δεν έχει ποια είναι ποια και θα σε περιεργάζονται παντοτινά με ανάμεικτη φιλυποψία και συγκατάβαση. Εξ ου και δεν χρειάστηκε να συστηθούμε. Με έλεγε κορίτσι μου, την έλεγα μ’ αντωνυμίες πληθυντικού. Κι άλλοτε, όλο και πιο πολύ, έμενε μια πλαστική στολή απ’ τις φτηνές σε στάση κάμψεως και φόντο μπετόν, ένα αγκάθι τοξικό στον ντελικάτο ιστό των λογισμών μας. Ντρεπόμουνα που σκούπιζε, συγκάλυπτε τα χνάρια μας, μουλωχτά ή πιο ευγενή, ενόσω κυνηγούσαμε τη νοητή μας ουρά. Και τα σοκολατάκια που της άφηνα κάτι γιορτές, σε μια γωνιά αμήχανη, από τύχη σαν, έκραζαν μιαν ατυχέστατη, φοβάμαι να πω πατροναριστική, δήλωση μετανοίας.

Το σχέδιό της, όμως, ήταν άλλο. Θα έφευγε σε λίγο από δω, θα νοίκιαζε περίπτερο πωλώντας ένα-ένα τα απόβλητα που μου ξεπάστρευε σε θελκτικότερη μορφή, προτού απόβλητα γίνουν. Συμπαντική ανέλιξη αυτό το πισωγύρισμα στην αλυσίδα. Στην αρτηρία που τραβούσε για σύνορα, με τό ‘να πόδι μέσα και εκτός της επικράτειας. Ω ναι, ο καημός της όλος ήταν να κανονίζει τον κόσμο από μια καρέκλα οχυρή, έστω και απ’ αυτές των υπηρεσιών, πόδια μεταλλικά και πράσινη δερματίνη. Μια καρέκλα ολοδική της. Προπαντός θα ξεχνούσε πετσιά συνθετικά και χημικά τουαλέτας. Τα χέρια της θα έμπαιναν σ’ ανθρώπινο αλισβερίσι, σε ευθεία γραμμή, με πελάτες κυρτωμένους κι ενίοτε ευγενικούς αλλά σε κάθε περίπτωση φυσικής προελεύσεως. Κι αυτή θα τους άγγιζε, πώς όχι, με το δέρμα της ως ήταν πραγματικά.

Όσο τραβήξει.

Κι όσο έπιανε τη μέση της και βογγούσε, ενώ λίκνιζα τον φόρτο του καθήκοντος στα ροδάκια της πολυθρόνας βασανίζοντας το στυλό, κρυφοξεκίνησα να τη ζηλεύω. Που ήξερε ποιο μέλος την πονά κάθε φορά κι ολοκάθαρα κέντραρε στα σκατά του σκύλου που ξεστράτισε στις αίθουσες και όφειλε αυτοστιγμεί να ξαποστείλει. Γιατί ακόμη και το ίδρυμα τις είχε τις πομπές του. Εγώ ούτε έβλεπα ούτε νοούσα τόσο καλά και ούτε στόχο διέθετα που να μετουσιώνεται (ποτέ) σε πράγμα.

Εβδομάδες τρεις πριν αυτομολήσει για το περίπτερο δεν εμφανίστηκε. Μου είπαν θα τη χειρουργούσαν εκτάκτως. Διασπάστηκα στις ημερεύουσες επιπλοκές της δουλειάς, συμπέρανα πως ίσως εφεξής δεν θα την βόλευε η καρέκλα ή και τίποτα. Κατά τ’ άλλα έπρεπε να βιαστώ, κι ερήμην μου όλα θα γίνονταν ως το επόμενο ναρκωμένο ταξίδι. Με αυξημένους τους παλμούς, καταχνιά, τσοπανόσκυλα, φριζαρισμένο ξανά το μαλλί, χώθηκα στο γραφείο κι έβγαλα τα στυλό. Ξεραμένα τα κύπελλα του καφέ, εβδομάδα μετράνε πια, και ήχος κανένας. Να τα μαζέψω σκέφτηκα κι ας μου λείπει η σκευή. Ν’ αδειάσω και τις γόπες τις ολοδικές μου. Να φανταστώ πώς έσκυψαν απάνω της και την ξαμόλησαν με τα χέρια και το σώμα της πρωτοφανώς γυμνά λάτεξ χειρόκτια πράσινα άλλης ιεραρχίας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη