frear

Ο κήπος – της Ειρήνης Καραγιαννίδου

Αχνόβραζε το μεσημέρι εκείνο ο Κήπος. Κάθε τόσο ο αέρας σήκωνε σίφουνας το χώμα. “Κήπο” αποκαλούσαμε χαϊδευτικά 25 στρέμματα-προικιό της μαμάς στο νησί. Πολυδαίδαλος παράδεισος· λεβάντες, κισσοί, τριανταφυλλιές. Δίπλα παρτέρια με λουλούδια και χνουδωτό γρασίδι. Οπωροφόρα διάφορα. Κερασιές, λιόδεντρα, πευκόδασος, μία συκιά, σύνθεση όμορφη και πληθωρική. Η ζούγκλα της παιδικής ηλικίας. Από κάτω η θάλασσα.

Κοντά σ´ εκείνον τον πυρήνα η Δήμητρα έχτισε ένα αμπέλι. Με μεθοδικότητα που ´χε δόση τελειομανίας ξεχορτάριασε κι οργάνωσε στο πι και φι. Για την Περσεφόνη της, έλεγε, και για τον μικρό Πρίγκιπα. Άσσος ο αδερφός στα κουκουτσάκια φυσοκάλαμο, κι εγώ, που τους ξηρούς καρπούς ελάχιστα αγαπώ, πρώτη στην εκτροφή της αγοραίας σουλτανίνας.

Τέλη Σεπτέμβρη ωρίμαζαν τα σταφύλια. Τα βασιλικά τα μαύρα και τ´ άλλα τα άσπρα τα δικά μου. Για να μαζέψουμε τα γινωμένα τσαμπιά, επιδίδονταν τα χέρια σε προσεκτική αναρρίχηση στα εύθραυστα κλαδιά. Το μπολιασμένο αμπέλι απέδιδε με το παραπάνω το σοβάντισμα του κορμιού του. Η Δήμητρα άσπριζε τη βάση του να μην σκαρφαλώνουν τα μυρμήγκια και κατατρώνε τους καρπούς. Το άσπρο κρατούσε όλα τα έντομα μακριά, εκτός από τα σκαθάρια. Όμορφο ζουζούνι στ´ αλήθεια. Το αγαπημένο μας. Το πιάναμε δίχως κυνηγητό. Του δέναμε μια κλωστή στον θώρακα, περνούσαμε την άκρη της με μικρή θηλειά στο δεύτερο δάχτυλό και τ´ αφήναμε να γυρνάει γύρω μας με την ψευδαίσθηση ελευθερίας. Οριοθετημένης στο μήκος της εκάστοτε κλωστής. Λαμποκοπούσαμε καμαρώνοντας σαν χρυσόμυγες. Φτεροκοπούσαμε ανυποψίαστοι για το μήκος του νήματος. “Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη”. Ετσι αρχίζουν τα παραμύθια, έτσι τελειώνουν. Καμιά άλλη υποσημείωση στο οπισθόφυλλο· πως χωρίς φειδώ ξετυλίγοντας, τα παραμύθια πλέκουν το ωραιότερο σκοινί για τον λαιμό σου.

Όσο ψάχνω να προσδιορίσω ποτέ πνιγήκαμε από κόκκινο σ´ εκείνο το λευκό χωράφι, σκοντάφτω. Πρέπει να ήταν Κυριακή, Μέρα Θεού, καταλήγω, αφού φορούσα κι εγώ ασβεστωμένο φουστάνι.
Ο πατέρας, λοιπόν, που δεν άντεχε να κολλούν στις σόλες του σταφίδες, φύτεψε εκεί ένα πρωί την μαμά στο χώμα. Άπαξ και σ´ απειλήσει φτυάρι στην αυλή του Μεντρεσέ, χαιρέτα μου τον πλάτανο και όλους τους βοτρύτες μαζι. Τότε μας πήρε το γρανάζι απ´ την ανάποδη, από τότε και για πάντα ο κήπος άγρια χόρτα. Χωρίς φεγγάρια και σκορπιούς ή άλλα ιλαρά προσωνύμια.

Όταν επιστρέφω στο κτήμα μετά από χρόνια, οι δρόμοι είναι κλειστοί. Έρχομαι απ´ την πλευρά του βουνού γραπώνοντας το μέτωπό σου. Ο άνεμος είναι κόντρα. Φυτεύομαι σε δυο κροτάφους είκοσι λεύγες πάνω απ´ τη θάλασσα να σε κοιτώ με την ψυχή στο στόμα. Θα σε κοιτώ μέχρι να ξαναβάλεις εκείνο το ρημαδιασμένο μπλε φόρεμα που λέγαμε “ωραίος τόπος για κολύμπι”. Όταν επιστρέφω Κυριακή μετά από χρόνια, σωροί χαλίκια ο κήπος στα μάτια. Ούτε που ξέρω να μετρώ πια. Αφηρημένα εξετάζω και πιστοποιώ αντιδράσεις. Τότε, ύστερα και τώρα. Ίδια κι απαράλλαχτα. Λουλούδια ανάμεικτων χρωμάτων. Οι ελιές. Το πευκόδασος, το αμπέλι. Συντεχνία ίδια κι όμως περίεργα διαφοροποιημένη. Παραδίπλα το σταυρωμένο δέντρο.

Το ξέρω καλά εκείνο το δέντρο. Όλα τα τέρατα σ´ εκείνο το δέντρο μοιάζουν. Η μνήμη είναι χωράφι. Πράσινα και καφέ το ένα πίσω απ´ το άλλο.

Παίρνω στις χούφτες μου μια ρώγα. Την ζουλάω. Ώσπου η σάρκα ακουμπά την ούγια, νιώθω τις ξόβεργες πισώπλατα. Για να ´χω κι άλλες υποψίες πως με τρυπάει η στιγμή, πως κάπου λιώνεις έξω απ´ το πετσί σου. Άλλος κήπος είναι αυτός. Χώνεις το πρόσωπο σε βάζο με γλυκό κεράσι και σου κοστίζει τη ζωή αυτή η αλήθεια. Τοπίο που αιμορραγεί και τυφλώνει. Να μην μπορείς να κοιτάξεις ένθεν κι ένθεν. Κάπως έτσι κι ο μάντης δεν τυφλώθηκε; Σκοτώνουν τα φυτά. Οι φυτοφάγοι ψέυδονται. Καμιά επίκληση δεν σε χωρά. Ούτε ένα “μ-ά-ν-α” να ψελλίσεις.
Ύστερα βρίσκω την χρυσόμυγα. Κανένα σκίρτημα. Η θύμηση δείχνει να μην θέλει να πετάξει πια. Ζητάει να την αφήσω εκεί. Να την κατατυλίξω στο δάχτυλο της μνήμης, να το μπίξω στο στήθος αριστερά.

Το ξέρω καλά εκείνο το δέντρο.
Όλα τα τέρατα σ´ εκείνο το δέντρο μοιάζουν
Η μνήμη είναι χωράφι
Πράσινα και καφέ το ένα πίσω απ´ τ´ άλλο
Στις χούφτες φυλάω δυο φρούτα βούκινο
Όταν ξανάρθεις Καλοκαίρι
Αύγουστο πιστεύω
Κάθε χρόνο Αύγουστο
Και περνούν εβδομάδες. Και λέω τα σύκα σκάφη και τη σκάφη σύκα. Και περνούν τρισάγια τα χρόνια. Τόσα πολλά, που πάντα αναρρωτιέμαι αν ήταν όλα δικά σου.
Η μνήμη είναι δέντρο. “Φέρε έναν δήμιο μ´ ακούς”;

Τώρα θα ντυνόμασταν φύλλα αν φοβόσουν τα σκοινιά.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: