frear

Νυχτοθρεμμένες οπτασίες στην Αλταμίρα – γράφει ο Γιώργος Ρούσκας

Προσέγγιση στην ποιητική συλλογή της Γιώτας Τριανταφυλλοπούλου Κόμη, Με τη Μέθοδο του Υλοτόμου, Μικρές Εκδόσεις, 2018.

Είναι από εκείνες τις φορές που πιάνοντας στα χέρια σου ένα βιβλίο, νιώθεις να αντιπαλεύουν εντός του δυνάμεις αντίθετες. Ένα υπέροχο εξώφυλλο με βαθιά γήινα χρώματα, με γλάρους που πετούν σε έναν ουρανό ο οποίος έχει γίνει ένα με τη θάλασσα, σε προϊδεάζει για πτήσεις λέξεων στον θαλάσσιο ουρανό της ποίησης, αλλά και για την τυπογραφική ποιότητα της έκδοσης, το υψηλό επίπεδο της οποίας είναι σήμα κατατεθέν του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου.

Ο τίτλος όμως; Όσο κι αν δίνεται με λευκά γράμματα, είναι κόκκινος, αφού είναι βαμμένος από το αίμα που έχει το τσεκούρι του. Τι κι αν οι χυμοί από τα κλαδιά των δέντρων δεν είναι κόκκινοι, τι κι αν το ρετσίνι δεν είναι πορφυρό; Αίμα δεν είναι κι αυτό; Ανατρέχοντας στο οπισθόφυλλο, ανακαλύπτεις μια αδρή επεξήγηση του τίτλου, μα δεν σε καλύπτει. Μιλάει για τον υλοτόμο, εννοώντας τον «ευσυνείδητο» υλοτόμο ή καλύτερα τον «δεντρόφιλο» υλοτόμο, μα πόσοι τέτοιοι υλοτόμοι υπάρχουν σήμερα και πόσοι έχουν υπάρξει ως τώρα; Θα προτιμούσες ένα από τα παραπάνω επίθετα να στόλιζαν την επεξήγηση. Ξέρεις πως όταν ο άνθρωπος πιάσει τσεκούρι ή αλυσοπρίονο στη ζωή του, με όσο καλές προθέσεις και αν ξεκινήσει, πολύ δύσκολα θα σταματήσει τη βία που αργά ή γρήγορα θα βγει στην επιφάνεια από τα γονίδιά του και τότε: «όποιον πάρει ο χάρος». Θα περιοριστεί στο κόψιμο των ξερών και των άρρωστων κλαδιών; Δεν θα κόψει ολόκληρα δέντρα -αδιαφορώντας αν είναι υγιή- προκειμένου να ικανοποιήσει τα κρυμμένα μέσα του άγρια ένστικτα, την ευφορία από την αίσθηση ότι είναι απόλυτος άρχων και εξουσιαστής, την απληστία, το κέρδος; Πόσοι τέτοιοι υπάρχουν και πόσοι από τους άλλους, τους ήπιους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το δάσος με σεβασμό, με στοργή, με φιλική διάθεση και δράση;

Αν πάμε παραπέρα, πόσοι χρησιμοποιούν το τσεκούρι τους (λόγο) για να καθαρίσουν τη γλώσσα από τα άρρωστα ή τα ξερά κλαδιά που η κάθε εποχή (βλ. πολιτισμός) της φορτώνει; Πόσοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα, που κόκκαλα δεν έχει, για να τσακίσουν κόκκαλα σε μία επίδειξη δύναμης, αντί να γλείψουν τις πληγές της; Πόσοι τροχίζουν τα εργαλεία τους με το ακόνι της ορθογραφίας, του συντακτικού, της γνώσης, της μελέτης, της παιδείας αντί να τα αλείφουν άκοπα με τεχνολογικό λάδι «για όλες τις χρήσεις» ή να τα στολίζουν με φθηνές πλαστικές επινοήσεις ή τσίγκινα συνοδευτικά αντικείμενα («αξεσουάρ» νεοελληνιστί) επισφαλούς διαδικτυακής προέλευσης;

Η Γιώτα Τριανταφυλλοπούλου Κόμη, σε ποια κατηγορία υλοτόμου ανήκει; Αυτό το βιβλίο είναι ένα δάσος υλοτομημένο από ευσυνείδητο υλοτόμο; Είναι τα σκόρπια κομμένα κλαδιά από τα δέντρα ή είναι αυτό που στα χωριά λένε «η τρακάδα με τα ξύλα», οι κορμοί των δέντρων δηλαδή κομμένοι και σχισμένοι έτοιμοι για καυσόξυλα; Το πρώτο ποίημα -το οποίο επέχει θέση προμετωπίδας με την αυστηρά κλασσική έννοια του όρου (4η σελίδα)- προσπαθεί να δώσει το στίγμα μα ποτέ μην εμπιστεύεσαι τις δηλώσεις. Δες μόνος σου, με τα δικά σου μάτια. Σημειώνεις τον πόνο της Δήμητρας που κλαίει στην Ελευσίνα και θυμάσαι τον ασυνείδητο υλοτόμο που έκοψε το δέντρο της Περσεφόνης. Εδώ βλέπεις ένα άλλο δέντρο, αυτό της Αστραπής, να έχει αγγίξει ουρανό και τα άκρα των κλαδιών του να έχουν γίνει ένα με τ’ αστέρια. Μια παρακαταθήκη είναι χαραγμένη στον κορμό του. Αστερόεσσα τη νύχτα η αγκαλιά του. Κανείς υλοτόμος δεν μπορεί να το αγγίξει.

Το εξώφυλλο αρχίζει να δουλεύει μέσα σου. Ένας απροσδιόριστος πόνος σου τρυπάει τα σωθικά, χωρίς να ξέρεις γιατί.

Η εισαγωγή, παρ’ ότι γίνεται νύχτα, υλοτομείται λυρικά:

Ανάμεσα στ’ άλλα
η νύχτα αγαπήθηκε
και για τις παραστάσεις
στ’ απλωμένα σεντόνια της

Τα σεντόνια της νύχτας φωτίζουν κωδικοποιημένες φρυκτωρίες, με τον πόθο να ανατείλουν η αισιοδοξία και η χαρά μαζί με τον ήλιο:

οι χοροί του Φοίβου και του Βάκχου, /… /
με φρυκτωρίες ανάβουν
το αναίτιο για τους άλλους
χαμόγελο της μέρας

ενώ τα σεντόνια του βιβλίου, φωτίζουν εξαίσιες λυρικές εικόνες, όπως ετούτη η αυτοβιογραφική:

Πέτρινη
λαξευτή κρήνη
καρφωμένη
σε ρίζα του βουνού
και στα μάτια μου
(πολλά λουλούδια γύρω της)
τραγουδούσε με πλατάνια
πάνω από τα υπόγεια νερά της
στη γριά μαμή κάτω απ΄ τη λάμπα
πού πάσχιζε
να μου δείξει τον ήλιο

ή τούτη, η νοσταλγική-αναγεννησιακή, θυμίζοντας κελαρυστή ποίηση περασμένων δεκαετιών:

Μακριές ταξιανθίες
φθινοπωρινών ρεικιών
σε συλλογισμένο δάσος
φωτογραφίζουν την πτώση
της Πούλιας στη θάλασσα.
-Νοέμβρης πια ,ψιθυρίζουν,
θα σπείρουμε παρέα.

Το δάσος που κατοικείς, είτε είναι πολυκατοικιών, είτε αγροτόσπιτων, είτε αγροικιών, είτε μεμονωμένων ή ομαδικών κατοικιών σε αστικό ή μη ιστό, πάνω από όλα είναι δάσος ανθρώπων με δέντρα όλων των ειδών, όλων των αποχρώσεων, όλων των ιδιοτήτων.

Κάποια είναι διορατικά. Ή απλά τιμούν τον άλλο με τον οποίο έρχονται σε στενή επαφή; Ή μήπως τον αλώνουν επιτήδεια; Ιδού η αφετηρία αυτών των τριών διαφορετικών εκδοχών:

Ακόμα και η αποικία που έχτισες μέσα μου
είναι στα μέτρα της καρδιάς μου.

Άλλα έχουν ικανότητες μοναδικές, όπως π.χ. να μεταμορφώνονται σε θάλασσα και όταν τα κοιτάζει ο σύντροφός τους να νιώθει ότι δεν είναι απλά μια θάλασσα αλλά:

είναι η απλωμένη γαλήνη
στα κοινά μας αντικρίσματα.

Άλλα είναι γεννημένοι φιλόσοφοι:

με κέντρο τον ήλιο και ακτίνα την επαιτεία, την ανέχεια και
την εξαχρείωση καταλήγουμε ευθέως σ’ ένα μεσίστιο φως.

Άλλα έχουν αναπτυγμένη τη διάκριση:

στην ταμπελίτσα της εξώπορτας «Προσοχή σκύλος»
ήταν καλά κρυμμένη η απειλή «μιας μοναξιάς»

την ονειροπόληση:

Δεν θέλουμε να φύγουμε από εκείνο το περιβόλι.
Σε κατιφέδες ανάμεσα
κρατάμε σφιχτά τη στάμνα εκείνου του νερού.
Ποτέ μέσα μας δεν βασίλεψε εκείνο το βασίλειο

την ερωτική διάθεση:

Και γι΄ αυτό θα μιλάμε
για αθώες ερωτικές σκανταλιές
που είναι κρουνοί κι αιμορραγίες
κι αποτελούν τις γενεσιουργές αιτίες

τη συναισθηματική πρόσληψη και διαχείριση γεγονότων και καταστάσεων:

θα πετρώσει το άρωμα της έκπληξης
στην υγρή παλάμη μου
από τις επιθέσεις της τετράγωνης λογικής σου

ή παραμένουν αμετανόητα ρομαντικά:

Με την αμηχανία του νεοσύλλεκτου
και ένα δισάκι πίκρα
γίνεσαι κυνηγός
άσαρκων ελπίδων.

Τα δέντρα άνθρωποι, απτόητα συνεχίζουν να πορεύονται, βλέποντας συχνά μόνο λίγα μέτρα μπροστά τους, νομίζοντας πως βλέπουν πολύ πέρα απ’ τον ορίζοντα:

Αχ, κοντόφθαλμοι σχεδιαστές εμείς
μιας σχεδίας χωρίς σχέδιο,
που δεν χωράει τα μεγάλα μας όνειρα.

Τα πιο θαρραλέα από αυτά, δεν το βάζουν κάτω ό,τι κι αν γίνει. Έχοντας δει στο παρελθόν πάρα πολλά, δεν σκύβουν το κεφάλι μα είναι αποφασισμένα να επιβιώσουν πάση θυσία. Το δηλώνουν με τρόπο επηρεασμένο από τη βία που έχουν βιώσει, ίσως σε μια παρορμητική στιγμή:

κι αν ο Ιμπραήμ
σπέρνει πάλι αλάτι
και καίει τη σπορά μας,
εμείς δρεπάνια βρίσκουμε
και μπορούμε
να θερίσουμε ζωή κι ελευθερία.

Εκτός από την καταστροφή («σπέρνει αλάτι», «καίει τη σπορά»), πού αλλού βλέπω τη βία; Δυστυχώς και στην “ειρήνη”. Αντί να χρησιμοποιηθούν φωτεινά ρήματα για τη ζωή και την ελευθερία, όπως να «χαρούμε», «απολαύσουμε», «γευτούμε», «κοινωνήσουμε» ζωή κι ελευθερία, αντί να σκάψουμε μαλακά και να βγάλουμε ανέπαφους από τη φωτιά βολβούς ζωής και ελευθερίας, επιλέγεται το ρήμα «θερίζω»: κόβω βίαια χωρίς να ρωτήσω. Ο υλοτόμος γίνεται θεριστής. Με το δρεπάνι στο χέρι, όπως ο Χάρος με το μεγάλο δρεπάνι, την κοσιά. Τυχαίο;

Τα θηλυκά δέντρα, το ίδιο όμορφα πάντοτε, ζουν (όπως πάντα;) στην ανασφάλεια που κουβαλάνε μέσα τους από τότε που ήταν σπόροι. Αυτή μεγεθύνεται κυρίως σε αυτά της μέσης ηλικίας:

Πασχίζουν να μείνουν κορίτσια
μέσα στον χειμώνα. /…/
Οργανικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις
μιας οργανικής κλιμακτηρίου
με τις τύψεις από τις εκδοχές. /…/
Φιλτράρουν πάθη
θρηνώντας τη χαμένη απαιτητικότητα.

Αιώνιος φόβος -κάποτε και πόθος- η φωτιά, η οποία μπορεί να ξεκινήσει ακόμα και από μια απλή αλλά «θερμή χειραψία» όπως στο ποίημα με τίτλο την εντός εισαγωγικών φράση αποκαλύπτεται:

Ποτίζεσαι παραλήρημα
πυρολατρικής τελετουργίας
και με φίνο ρυθμό
δραπετεύεις από την τύρβη.

Στην παραπάνω στροφή, παιχνίδι λεκτικό με υγρά σύμφωνα να συναπαρτίζουν τη λεκτική πυρά (παραλήρημα / πυρολατρικής / τελετουργίας) αυξάνει -ευτυχώς- την ποιητική ενέργεια. Αποδυναμώνεται έτσι η παρουσία μιας λέξης με ετυμολογική ρίζα μη ελληνική, η οποία είναι τόσο ξένη που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν επιλέχτηκε μόνο και μόνο για την ηχητική της συναρμογή με την αλληλουχία των στίχων ή με το επόμενό της αδιαπραγμάτευτο ουσιαστικό (ί – ο   ι – ό: φίνο ρυθμό) ή ξεχάστηκε εκεί, πάνω στη βιασύνη της έμπνευσης.

Με προβλημάτισε πολύ η λέξη «φίνο». Μπορεί όμως και να μπήκε επίτηδες εκεί για να δείξει την αδυναμία αυτής της ιταλικής προέλευσης λέξης σε σχέση με την παντοδύναμη «τύρβη» της ελληνικής. Το “παράταιρον” στην αγκαλιά της αρμονίας. Ίσως να ήταν μια λανθάνουσα απόπειρα να δειχθεί η συνέχεια της γλώσσας (και μέσα από τη βυζαντινή περίοδο) όπως ο -ξεχασμένος δυστυχώς σήμερα- μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς προσπάθησε να δείξει, αφιερώνοντας όλη του τη ζωή σε αυτό. Δεν αποκλείεται να επιλέχτηκε υποσυνείδητα ως παράδειγμα της άνεσης με την οποία η ελληνική μπορεί να ενσωματώσει οποιαδήποτε άλλη ξένη λέξη χωρίς να κινδυνεύει και χωρίς να υποβαθμίζεται το μεγαλείο του καθαρά δικού της πλούτου. Ποιος ξέρει;

Μεγαλώνοντας, τα δέντρα αποκτούν σοφία όχι επειδή χοντραίνει ο κορμός τους -άρα αυξάνει η χωρητικότητά τους- αλλά γιατί γίνονται ολοένα και περισσότερο μέρος της Φύσης. Μπορούν έτσι να κινούν τα μάτια τους και να τα σηκώνουν ψηλά, σε αντίθεση με τον ξυλοκόπο, ο οποίος κοιτάζει συνέχεια χαμηλά, με εξαίρεση τη στιγμή που επιλέγει το επόμενο θύμα του.

Τα δέντρα! Ένα με την ομορφιά, τα σύννεφα, τα λουλούδια:

Κάθε διάταξη στα σύννεφα
ποτέ δεν είναι ίδια,
ούτε τα αγριολούλουδα
σ’ ανοιξιάτικα λιβάδια
νοιάζονται να μπουν σε στοίχιση
-ομορφιά εξασφαλισμένη
σε έγχρωμη φωτογραφία.

Φωτογραφία. Φως άπλετο, κατάλληλο, πού; Στο ξέφωτο του δάσους. Φως διαχρονικό, αφού ακόμα και η πριν χρόνια αποτυπωμένη φωτοχυσία σε μια ολοζώντανη φωτογραφία, η οποία

δεν είναι απλωμένα / έγχρωμα στίγματα

γίνεται παράθυρο δισυπόστατο, πολύτιμο, προϋπόθεση για τη ζωή μιας και από εκεί μπαίνει ο αέρας που σε κρατάει ζωντανό. Από τη μια:

αυτό το παράθυρο / λειτουργεί και σαν κορνίζα

ως προστατευτικός φύλακας αναμνήσεων με το περίγραμμα και το τζάμι του και από την άλλη, λειτουργεί και σαν επικοινωνιακός δίαυλος τις δύσκολες ή τις νοσταλγικές (αλγικές μάλλον) ώρες:

Ο κόσμος μου ξεχειλίζει
απ΄ το βάθος του παραθύρου
που αναβλύζεις.

Τις ώρες αυτές, όταν τα δάκρυα έχουν μουσκέψει ως και την ποδιά σου ακόμα, το παράθυρο αυτό, στην αντανάκλαση ακριβώς αυτή των δακρύων σου, αποκαλύπτει και την κρυμμένη τρίτη του υπόσταση. Με τις τέσσερις ακμές του σχηματίζει ένα τζάμι από ημιδιαφανές χαρτί, μετασχηματιζόμενο έτσι σε ένα παράθυρο γραφής. Από εκεί και μετά δικό σου θέμα.

Στο μολύβι, μικρό δέντρο κι αυτό, μόλις του γίνει ενεργειακά αντιληπτή η πρόθεση του χεριού που κινείται να το πιάσει για να γράψει, σφηνώνεται και κάτι άλλο αόρατο, πολύ καλά βαλμένο επάνω στην κεφαλή του ή στην κορώνα του, τη γόμα, αν υπάρχει: η προτομή της μνήμης με τα χίλια πρόσωπα, τα χίλια μέταλλα, τα χίλια χρώματα. Μόλις η μαύρη μύτη πάρει φωτιά, η μνήμη ανάβει με τη σειρά της το υποσυνείδητο και εκείνο παίρνει μπρος στέλνοντας καμουφλαρισμένες επιθυμίες:

απόψε θα ταξιδέψω με τ’ αδέρφια μου / στις άκρες μιας κροσάτης μνήμης

με τη μνήμη να φανερώνει πλέον πολλά από τα πρόσωπά της μέσα από αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις. Άλλοτε αγγείο που μας ξεδιψά με το ιαματικό του νερό:

κι η πήλινη στάμνα μας
μ’ ολόδροσο γιατρικό των χειλιών
και των πληγών του μέλλοντος μας

άλλοτε βροχή αναμνήσεων:
βροχή και μνήμη
βροχή η μνήμη,
αμεριμνησία χαιρετισμών,
βιαστικών αποχαιρετισμών,
κρουνοί, ανάσες κι αγκαλιές
αστραπές που έσμιγαν φωτιά

άλλες φορές ανάμικτα συναισθήματα
βροχή
αγάπη και γέλιο,
τρέλα και δάκρυ μου,
βροχή ,ανάσα για πάντα

κάποτε όμως αγκάθι αιχμηρό, αιματοβαμμένο, ομολογία αδυναμίας, γράφει το επίγραμμα του πόνου:

κι ο ξαφνικός σου θάνατος
δεν αφομοιώθηκε ποτέ,
αφού δεν είναι
μέσα μας ωριμασμένος.

Το μολύβι μπορεί να σε οδηγήσει και στην ποίηση. Η προέλευσή της; Το παράθυρο της ψυχής σου. Στο ποίημα «Ποιητικόν» το ποιητικό υποκείμενο περιγράφει τη σχετική εμπειρία του:

Σώσμα βαθιά στην ψυχή μου
αναδύεται /…/
κάτι σκαρώνει πάλι /…/
Εκρέει
αψύ και αράθυμο,
άλλοτε ηδύ και πράο,
πότε πότε κουρελιασμένο σύννεφο
που δείχνει φεγγάρι /../
… φλύαρη μετουσίωση
τούτο το νέκταρ.

Στο ποίημα «Με τη Μέθοδο του Υλοτόμου», συμπυκνώνεται όλο το βιβλίο, όλη η θεώρηση για την επιβίωση με τη μέθοδο αυτή και με υπαινιγμούς εμφανείς για όσους επιμένουν να ζουν, να εκφράζονται, να παλεύουν, να γράφουν, για όσους εκτίθενται δημόσια, για όσους τολμούν, για όσους είναι ποιητές είτε κυριολεκτικά είτε στη ζωή:

Μας μέμφονται
για νοητικές ακροβασίες,
γιατί συχνά ο χρόνος μας
είναι πηγή αγωνίας
και αποζητούμε να ραντιστούμε
με τη δροσιά της λήθης.

Θανατώνουμε τα κλαδιά του πόνου
περιχαράσσοντας τον θεριεμένο κορμό του
για να διακόψουμε την τροφοδοσία του.

Οι ελπίδες μας δεν καίγονται.

Ανοίγουμε βλέπεις, ζώνες πυρασφάλειας
στο δάσος του μυαλού μας,
πλήθος ηλιαχτίδες χωρίς διαβατήριο
φτάνουν στις ρίζες μας.
Τις βαφτίζουμε «μηχανισμούς απώθησης».

Ανασαίνουμε!

Ο προβληματισμός γύρω από την έννοια του χρόνου είναι προφανής, όπως και η αγωνία που εκπορεύεται από αυτόν είτε λόγω του πεπερασμένου του είτε λόγω του μη αναστρέψιμου είτε λόγω του βιωμένου πόνου μέσα του. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί τον πόνο και μάλιστα όταν έχει πονέσει θέλει να τον ξεχάσει, επικαλούμενος τη λήθη. Μέσα από επιλογές ή κινήσεις προσπαθεί να τον απομακρύνει, να τον ξορκίσει μακριά. Υποβοηθείται ψυχολογικά ανάβοντας το φως της ελπίδας, ανοίγοντας κλειστά ως τώρα κανάλια σε «πλήθος ηλιαχτίδες», μαθαίνοντας σε κάθε περίπτωση να παίρνει ανάσες. Κάνοντας συνειδητά πλέον πολλά από αυτά, που ως τώρα θεωρούσε δεδομένα.

Η ποίηση είναι επίσης μια γερή ανάσα και όχι μόνο. Κατά την Γιώτα Τριανταφυλλοπούλου Κόμη, είναι:

• ο καταδεκτικός οικοδεσπότης που δεξιώνεται τους πάντες

• ένα εργοστάσιο διάπυρου μάγματος

• οι ανοιχτές αγκαλιές μιας μάνας για όλα τα παιδιά της

• μια πεινασμένη θλίψη

• ακριβό αντίτιμο ηρεμίας

• εστία φωτός

ενώ οι λέξεις αποτελούν για εκείνη θηρία:
μεγάλα θεριά οι σκόρπιες λέξεις.

Οι ποιητές; Πώς τους αντιλαμβάνεται:

Μια όραση διπλή βλέπω στους ποιητές /…/
Ψάχνουν περιστέρι με ελπιδοφόρο κλαδί ελιάς /…/
ή μια πονεμένη γη…
να πληγώνεται και να αιμορραγεί
και να καίγεται ή να ακρωτηριάζεται.

Οι ποιητές είναι οι ευσυνείδητοι υλοτόμοι της γλώσσας; Οι λογοτέχνες; Ποιοι είναι οι ευσυνείδητοι υλοτόμοι της ζωής; Μήπως οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι που προσπαθούν να ζήσουν χωρίς πόνο, χρησιμοποιώντας για την υλοτόμηση του πόνου της καθημερινότητάς τους όλα τα ψυχολογικά εργαλεία που έχουν;

Δικαιούται όμως ένας υλοτόμος να παρέμβει ή οφείλει να αφήσει τη φύση να κάνει μόνη της τη δουλειά της; Έχει δικαίωμα να επιβάλλει τις επιλογές του; Πόσο σίγουρος είναι ότι είναι οι σωστές; Πώς θα αποφασίσει πού θα γίνει η ζώνη πυροπροστασίας και το ποια δέντρα θα θυσιαστούν για να προστατευτούν τα υπόλοιπα σε ενδεχόμενη πυρκαγιά;

Έχει δικαίωμα για να εξασφαλίσει τη ζέστη της οικογένειάς του να κόβει ανεξαίρετα και ανεξέλεγκτα ό,τι βρεθεί μπροστά του;

Όσοι καταναλώνουμε χαρτί, πόσο αθώοι είμαστε; Πόσο αμέτοχοι; Κρατάμε για πρόχειρο το φύλλο στο οποίο η πίσω σελίδα είναι άγραφη; Τυπώνουμε με επιλογή «διπλής όψης» στον εκτυπωτή; Ποιο είναι το όριο ορθής κατανάλωσης και χρήσης; Ποιος το ορίζει; Ή είναι και αυτό θέμα πίστης;

Έχουμε δικαίωμα να κλείσουμε τα μάτια στον πόνο του δέντρου; Το δεύτερο συνθετικό της λέξης υλοτόμος είναι –τόμος, από την τομή, το κόψιμο, όπως άλλωστε και το –κόπος στον ξυλοκόπο, από το κόπτω. Γίνεται τομή, κόψιμο χωρίς πόνο; Ή επειδή τα δέντρα δεν έχουν νευρικό σύστημα νομίζουμε ότι δεν πονάνε; Πόσο σίγουροι είμαστε γι’ αυτό; Μήπως έχουν ένα άλλου είδους σύστημα, το οποίο δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε; Τα δέντρα δεν επικοινωνούν, δεν στέλνουν μηνύματα, δεν αμύνονται στις βιαιότητες της Φύσης (καιρός, αρρώστιες, σκουλήκια, κλπ), δεν προνοούν, δεν ζωηρεύουν το χρώμα τους από τη χαρά, δεν μαραίνονται από τη θλίψη; Δεν γερνούν; Δεν πεθαίνουν;

Ποιόν τρόπο θα επιλέξουμε για να απαλλαγούμε από αυτό που θεωρούμε κακό; Το κόψιμο από τη ρίζα του; Το βίαιο ξερίζωμά του; Ή τη σταδιακή κατανόησή του, τη συνομιλία μαζί του και την επίτευξη ενός σταδίου όπου δεν θα έχει θέση επάνω μας ή στη ζωή μας και θα μαραθεί, θα πέσει μόνο του σαν ξερό κλαράκι από τον άνεμο, αφού δεν θα μπορεί να σταθεί στον κορμό μας;

τούτα τα ερωτήματα που με βασανίζουν καιρό τώρα, ήλθαν πάλι μπροστά μου με τη μελέτη του βιβλίου, προϊόν υλοτομίας και αυτό.

Τα ποιήματα της συλλογής είναι πολύ καλά συγκροτημένα. Προσπαθούν να δείξουν τη συνέχεια της γλώσσας με τη χρήση συχνών αναφορών σε αρχαίες φράσεις, χωρίς όμως πρόθεση εντυπωσιασμού. Εκφέρονται με έναν λόγο άρτιο, γεγονός στο οποίο συμβάλλει και η ιδιότητα της φιλολόγου την οποία έχει η κ. Τριανταφυλλοπούλου, ευτυχώς δίχως τις εξεζητημένες και στεγνές εμμονές κάποιων συναδέλφων της. Η ευαισθησία, η λυρικότητα, η έντονη εικονοποιία, η προσωπική γραφή με τις εξομολογήσεις και τις προσωπικές αναφορές, η τόλμη, η ερωτοτροπία με το δοκίμιο και η επιτυχημένη ενσωμάτωση αφορμών, αποσπασμάτων ή ρήσεων της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γραμματείας, η διαχείριση της απώλειας, η συνοδοιπορία με τη μνήμη, ο αφόρητος πόνος, ισορροπούν σε μια αντιφατική συνύπαρξη με μία βία η οποία έχει αφετηρία το αντανακλαστικό της θέλησης για επιβίωση, το ίδιο το βίωμα του πόνου αλλά και την έντονη επιθυμία για απαλλαγή από αυτόν (ψυχικό ή σωματικό), τη διασφάλιση της ελπίδας, το σταμάτημα της κατηφόρας αλλά και την αποδοχή της θυσίας ως μέσου και ως τρόπου (θυσιάζω κάτι προκειμένου να μην πληγεί κάτι άλλο, το οποίο θεωρώ σημαντικότερο).

Η πρόθεση να υλοτομηθεί ορθολογιστικά και με σοφία η γλώσσα ώστε να ανασάνει το αχανές δάσος των λέξεων και να προκύψει μια ποιητική συλλογή χωρίς ξερά ή άρρωστα κλαδιά είναι εμφανής. Η όλη προσπάθεια έγινε με εντιμότητα, γνώση και προσοχή. Απέδωσε καρπούς. Διαβάζοντας ξανά και ξανά τα ποιήματα, βλέπεις ότι παρά τις όποιες δηλώσεις του τίτλου, έγινε με αγάπη. Αγάπη για τον άνθρωπο, αγάπη για τον λόγο. Τούτος ο υλοτόμος, μιλούσε με αγάπη στο ποίημα-δέντρο την ώρα που το φρόντιζε χωρίς να το πληγώσει. Ήξερε τι σημαίνει να έχεις πληγωθεί. Ήξερε τι σημαίνει πόνος. Στο ποιητικό αυτό δάσος, το φως εισχωρεί παντού και φωτίζει ως και το έδαφος, εκεί που κάθε ποίημα φυτρώνει.

Η αγωνία να γραφούν και να ειπωθούν -και μάλιστα ορθά- όλα όσα αρχικά είχαν την πρόθεση να ειπωθούν σε ένα ποίημα είναι εμφανής, δείχνοντας ευσυνειδησία και προσήλωση. Η ευαισθησία, η αγνότητα, η σεμνότητα και πολλές φορές ο αυθορμητισμός είναι βασικά στοιχεία της υπόψη ποιητικής.

Εύχομαι από καρδιάς να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο και η συγγραφέας να έχει στη συνέχεια μια πορεία λογοτεχνική τέτοια που να είναι πολύ επάνω από τη μεγάλη της προσδοκία, όπως ή ίδια γραπτώς την ομολογεί:

να χαράξω πόθους
(και νυχτοθρεμμένες οπτασίες)
στην Αλταμίρα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Marino Marini.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly