frear

Κώστας Κατσουλάρης, Νυχτερινό ρεύμα – κριτική του Γιώργου Βέη

Κώστας Κατσουλάρης, Νυχτερινό ρεύμα, Πόλις, Αθήνα 2015.

Σφιχτοδεμένη πλοκή, ανατροπές, ενίοτε αλυσιδωτές, καθόλα λειτουργικές, γλώσσα, η οποία ξέρει, μεταξύ άλλων, πώς να αναδεικνύει με χαρακτηριστική άνεση καίριες πτυχές της ψυχοπνευματικής μας επικράτειας, όντως λελογισμένη χρήση των στοιχείων της υπερβολής και της μεταφοράς, πειστικές συνθήκες σύγκρουσης και ρήξης, γειωμένος στα τεκταινόμενα λόγος, που ξέρει συν τοις άλλοις να συναιρεί διάφορα γλωσσικά μορφώματα, συνειδητή οικονομία εκφάνσεω9789604354719-1000-1080443ν, ενώ η συστηματική χρήση μιας εμφανώς δημιουργικής φαντασίας προσδίδει στο τελικό υφολογικό αποτέλεσμα μια συναρπαστική, καλειδοσκοπική προοπτική: τα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου τα υπογράφει, εν ολίγοις, ένας πολύπειρος μάστορας του είδους. Και μάλιστα πρώτου μεγέθους. Κάθε σελίδα απεικονίζει με ενάργεια σκηνές του ζέοντος παρόντος. Μπαινοβγαίνουμε σ΄ αυτό το διευρυμένο αφηγηματικό πεδίο σα να μπαινοβγαίνουμε στο σπίτι μας. Δεν αποκλείεται στο μεταξύ ποτέ, ισχυρίζομαι, η εκ των προτέρων οποιαδήποτε συμμετοχική δράση των παραληπτών της συγγραφικής αναφοράς. Επισημαίνω ειδικότερα ότι, αυτό ακριβώς το οποίο γοητεύει εν τέλει τον αποδέκτη της ιστορίας, το καλοδεχούμενο δηλαδή αίσθημα μιας κειμενικής πληρότητας και πρόδηλης λεκτικής ευεξίας, συνιστά το κρίσιμο εκείνο έναυσμα για να επιχειρήσει τη δική του ανασκευή, τη δική του κατά περίπτωση μετάπλαση ή και την σχεδόν αναμενόμενη, κατά τα ατομικά του μέτρα και σταθμά, εννοείται, ιδεώδη προσθήκη. Η κατά το δοκούν αυτή σύμπραξη επιβεβαιώνει συνεπώς άλλη μια φορά τις συγγραφικές αρετές του Κώστα Κατσουλάρη. Άλλωστε η ασίγαστη ρευστότητα της εξ αντικειμένου πραγματικότητας δεν αφήνει περιθώρια, ως εκ των πραγμάτων, σε παρακινδυνευμένες στατικές λήψεις. Το κείμενο οφείλει κοντολογίς να παραμένει φιλόξενο, ευάγωγο, ουδέποτε χαλαρό, αλλά «ανοικτό». Ό,τι δηλαδή τελείται κατά τον προσφορότερο τρόπο στην προκειμένη περίπτωση.

Ο ειδικότερος ειρμός, ο οποίος συνέχει την αφήγηση, δεν αποκρύπτει τις προθέσεις του: το ίδιο το κοσμοείδωλο παρέχει τα κλειδιά της ερμηνείας του. Ο συγγραφέας, αν είναι επαρκής, όπως ο εν λόγω, αναλαμβάνει το έργο αποκωδικοποιητή σημάτων. Αυτό που φαίνεται απλό ή ασήμαντο εμπεριέχει ίσως το μυστικό της ύπαρξης. Γι΄ αυτό και ο πάροχος του Νυχτερινού ρεύματος δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του. Συλλέγει το ουτιδανό της καθημερινότητας και το αναβαθμίζει σε αυτό που δυνάμει συνιστά δράμα. Συγκρατώ, μεταξύ άλλων, ότι η όλη διήγηση φέρει εις πέρας την αποστολή της χωρίς προσκόμματα, αδολεσχίες ή πισωγυρίσματα. Ο λόγος χτίζει πλάσματα με σάρκα και οστά. Για να το διατυπώσω διαφορετικά: οι σημαίνοντες χαρακτήρες δεν είναι πλέον οι άλλοι, οι μάλλον ξένοι, οι ανεπιθύμητοι τρίτοι, οι εισβολείς στη ζωή μας, αλλά οι συνεπιβάτες μας στο διαρκές όνειρο του κόσμου.

Κατά τα άλλα, η πάγια αβελτηρία μας να γίνουμε αυτό, το οποίο πολύ θα θέλαμε, είναι εντέλει η αδυναμία του είναι να αντιληφθεί σε βάθος εαυτό. Η διαγραφή των ορίων της μετριότητας αποτελεί το καταλυτικό στοίχημα. Έτσι, ο τριανταπεντάχρονος κριτικός κινηματογράφου, ο οποίος ασμένως ακολουθεί, στο τρίτο διήγημα του βιβλίου, τον καλύτερό του φίλο στην πυρπολημένη Πάρνηθα, για να θάψει μαζί του το σκυλί που έχει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του, τη νύχτα μάλιστα που η κόσμια και δημοφιλής κινηματογραφική αίθουσα «Αττικόν» έγινε παρανάλωμα του πυρός, συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση ενός απορούντος, χειμαζόμενου εγώ. Η πάχνη, η οποία αγκαλιάζει το ταλαιπωρημένο, το βιασμένο δάσος, σα να θέλει να το κρύψει πλέον από μας, τους ανηλεείς θύτες του, ανάγοντάς το σε ένα σχεδόν αφηρημένο σύμβολο,σε συνδυασμό με την εξόφθαλμη απροσδιοριστία κάποιων συντεταγμένων της συνομιλίας των δύο φίλων, συνδέεται ή και προεκτείνει εμμέσως πλην σαφώς την προσωπική μας ομίχλη, το δικό μας έλλειμμα, το οποίο μας εμποδίζει να αντιληφθούμε την απώτερη σημασία της εξ αντικειμένου αλήθειας. Εκείνης δηλαδή που είθισται να μας περιμένει στωικά πίσω από τα φαινόμενα. Ο δε συμπρωταγωνιστής σκύλος του διηγήματος, ημιθανής, έρμαιο των συγκυριών ακραίας σκληρότητας, δεν είναι μόνον το φίλιο, παγιδευμένο όμως οικιακό ζώο, αλλά η ίδια η κατακερματισμένη ισορροπία του φυσικού – ζωικού περιβάλλοντος αυτοπροσώπως. Οι δύο πυρκαγιές δεν είναι κατ΄ επέκταση δύο, αλλά μια: η ολική πυρκαγιά που ακυρώνει τον όποιο πολιτισμό, που θυσιάζει το καλοκαγαθό στο βωμό του σκοτεινού στοιχείου της φύσης μας. Αυτό δηλαδή που η Βίβλος χαρακτήρισε συλλήβδην “πονηρό”. Το οικολογικό σημαίνον δεν συνιστά εδώ τίποτε άλλο παρά μια κραυγή κατάφασης στη ζωή, ενώ εκ παραλλήλου καταγγέλλει την εγγενή αναποτελεσματικότητα του εν πολλοίς αυτοκαταστροφικού, όπως τεκμαίρεται από την εν γένει πορεία του, Homo erectus.

Ο δε ανιχνευτής των Εξαρχείων, που παρακολουθεί εξ επαγγέλματος, στο εισαγωγικό κομμάτι της συλλογής, έναν γραφικό, ημιπεριθωριακό πλέον αναρχικό, ελπίζοντας να αποκαλύψει τη μείζονα τρομοκρατική συνωμοσία της σταδιοδρομίας του, υποστασιοποιεί τις αυταπάτες μας στο σύνολό τους. Είναι ο άπελπις φορέας των ψευδαισθήσεων μας και των συνεκδοχών τους. Αυτές δηλαδή, οι οποίες κατ΄ εξοχήν θολώνουν τον προσανατολισμό του υποκειμένου στην πορεία προς την ενδεχόμενη βελτίωσή του. Τονίζω κι εδώ το θετικό πρόσημο, με το οποίο εμπλουτίζεται η πρόσληψη από τη δόκιμη χρήση του παράγοντα της αμφισημίας ή και της πολυσημίας των διαλογικών μερών. Από την άποψη αυτή και μόνον το κομμάτι αυτό λειτουργεί ως εμπέδωση παραγωγικών διηγητικών τρόπων.

Η νεαρή συγγραφέας εκ Θεσσαλονίκης, η οποία αναζητά στο δεύτερο διήγημα, τον μίτο της ιστορίας της στα αποκλίνοντα ερωτικά τρίγωνα ενός μεσήλικα λογιστή, σε στέκι της οδού Σόλωνος, μαρτυρεί εμμέσως πλην σαφώς την περιρρέουσα πτώση του ηθικού των υποκειμένων. Η τελευταία εντοπίζεται μάλλον διαχρονικά και πάντως ανεξαρτήτως της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, η οποία, για διάφορους δυσεξιχνίαστους και μη λόγους μαστίζει, ως γνωστόν, τους ευρύτερους κόλπους της κοινωνίας μας.

Ο πενηντάχρονος άνεργος,στο επιλογικό διήγημα, που έδωσε τον τίτλο του στο έργο αυτό, συνοδεύοντας την ηλικιωμένη μητέρα του σε γειτονιά της Κυψέλης, για να να εισπράξει τη σύνταξή της, φέρεται πότε σαν πεπτωκώς φύλακας άγγελός της ή πρωθύστερος Πατέρας της, πότε σαν εκόν άκον παράσιτο, υποκριτικό και δίβουλο, του βίου, πότε σαν εξαιρετικά ευάλωτο θύμα μιας σκοτεινής μοίρας και πότε σαν αυτόκλητος πλην όμως υπέρτατος τιμητής όσων πιάνει – δυστυχώς ή ευτυχώς- το δίχτυ της αντίληψής του. Κι επειδή κάθε σχεδόν οικογένεια έχει κατ΄ ανάγκην και τις ανεπιθύμητες, θλιβερές σελίδες της, οφείλει να ανακαλύψει ή να εφεύρει τις αμυντικές εκείνες δυνάμεις, οι οποίες απαιτούνται για τον τελεσίδικο, ει δυνατόν, εξορκισμό του περιεχομένου τους. Εξ ου και η τυφλή, ενίοτε παρορμητική δράση του πενηντάχρονου. «Υπάρχει κάτι σ΄ αυτό που ονομάζουμε ιστορία, αφήγηση, που θα συνεχίζεται πάντα. Δεν πιστεύω πως οι άνθρωποι θα κουραστούν ποτέ να λένε ή να ακούν ιστορίες», υποστηρίζει με θέρμη ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Και ιστορίες σαν αυτές που συγκεντρώνει το Νυχτερινό ρεύμα διαθέτουν κυρίως το ικανό και αναγκαίο συγκινησιακό εκείνο υλικό, το οποίο τις κάνει να ξεχωρίζουν αμέσως από πολλές άλλες στο χώρο μας.

[Πρώτη δημοσίευση. Φωτογραφία: Μalena Ezcurra.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: