frear

Η κόκκινη γραμμή – του Τάσου Θεοφιλογιαννάκου

Θέρος του 1970. Φιλοξενούνταν σ’ένα μικρό σπιτάκι – ξύλινη παράγκα πλάι στην εξοχική μονοκατοικία του θείου του – στη Βάρκιζα. Η κάμερα του ύπνου διαμορφωνόταν πρόχειρα, χωρισμένη από την υποτυπώδη κουζίνα με μια κουρτίνα από κορδόνια πολύχρωμα για τις μύγες. Κόντευε να νυχτώσει. Μόλις είχαν γευματίσει υπαιθρίως με τον πατέρα και τον είχε πάρει η μητέρα του στην κούνια ν’ αποκοιμηθεί. Η δύσκολη μέρα απέθετε το βάρος της και καταλάγιαζε μαζί της το παν. Εκτός από τα τζιτζίκια που δεν είχαν αναπαμό και τ’αστέρια εκεί έξω στον ουρανό που δεν έλεγαν να σβήσουν.

Νωρίς το πρωί έκλαιγε γιατί τον είχαν τρυπήσει τα αγκάθια του κάκτου που στεκόταν – πραγματικός πειρασμός – στη μέση του κήπου. Οι γονείς τον είχαν ωστόσο προειδοποιήσει. Μην πλησιάζεις τον κάκτο, θα τρυπηθείς, θα πονέσεις. Όμως ο κάκτος στέκονταν εκεί και άπλωνε τα μεγάλα ακανθωτά φύλλα του, σα να τον καλημέριζε, σα να τον χαιρετούσε. Πώς ήταν δυνατόν να τον αψηφήσει. Θα τον πλησίαζε για άλλη μια φορά, θα δοκίμαζε ν’αγγίξει τα φύλλα, ακόμα και τα αγκάθια του, πολύ πιο προσεκτικά και απαλά, μήπως και αποφύγει το σουβλερό κέντημά τους. Δεν τα κατάφερε και πάλι. Άπαξ και προσέγγιζε τον κάκτο δεν τη γλίτωνε. Ο κάκτος τον έλκυε σα μαγνήτης. Ήταν για αυτόν βέβαια κόκκινη γραμμή. Μία γραμμή που ολοένα – εκουσίως – παραβίαζε. Χωρίς να πείθεται στις παραινέσεις. Χωρίς να διδάσκεται από τα παθήματά του.

Λίγες ώρες μετά συνέβη το «ναυάγιο». Κολυμπούσε με τους γονείς του. Φορούσε την κουλούρα του και καμάρωνε πάνω στη φουσκωτή λαστιχένια βάρκα – χελώνα, που την είχαν προ ημερών αγορασμένη, εγκαινιάζοντας επιτέλους ο ίδιος την παρθενική της πλεύση, στα νερά τα επικίνδυνα. Βρίσκονταν στα ρηχά. Αλλά ο αέρας φυσούσε αντίθετος, με δυνατές αλλεπάλληλες ριπές, έσπρωχνε στ’ανοικτά. Ο λίγος χρόνος, οι ελάχιστες στιγμές που η προσοχή των δικών του είχε ατονήσει, αρκούσε. Αρκούσε για να διαφύγει ανάμεσά τους, ανεπαίσθητα και θριαμβικά, ολομόναχος, παρασυρόμενος ολοένα βαθύτερα. Και ευθύς, άμα το πήρε χαμπάρι ο πατέρας, έσπευσε στο κατόπι του καθυστερημένος να προφθάσει, κολυμπώντας με ρυθμό αξιοσημείωτα γρήγορο και αγωνιστικό, αλλά η βαρκούλα του αποδεικνυόταν στην πλεύση της ασυναγώνιστη, ώσπου σκόνταψε στην «καταραμένη» τη σημαδούρα, αναποδογύρισε και τον απέρριψε σαν άχρηστο βάρος στη θάλασσα την παγερή, σαν ταπεινωμένο νήπιο στην αγκαλιά ενός ακόμα πιο παγερού και επικίνδυνου κόσμου ενηλίκων, για να πετάξει στροβιλιζόμενη στον αέρα και να χαθεί… Περπατώντας στην προκυμαία, κάποια απογεύματα αργότερα, θυμάται, με τον πατέρα, έδειχνε τη σημαδούρα με παράπονο και φώναζε «πολύ κακιά η σημαντούρα… πολύ κακιά… πάει η βάρκα μας… πάει…». Σιγά σιγά, με τον καιρό, πήρε και η λέξη «σημαδούρα» τη θέση της σε μια κόκκινη γραμμή, παρόμοια με εκείνην που όριζε ο ακανθωτός κάκτος στη μέση του κήπου, μια γραμμή που έκτοτε – όταν κολυμπούσε – με φόβο και ελπίδα επιχειρούσε να διαβεί, να ξεπεράσει, να υπερακοντίσει.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, όλοι μαζί, συγγενείς και φίλοι, έτρωγαν στο μακρόστενο ξύλινο τραπέζι του κήπου. Κλεφτά γεύτηκε τότε μια γουλιά, από ένα ξεχασμένο, σχεδόν αδειανό ποτήρι μπύρας και ένοιωσε ανείπωτη αηδία. Τα τσιγάρα στα τασάκια μύριζαν άσχημα, δεν είχε φτάσει η ώρα του – ευτυχώς – ακόμα να καπνίσει. Ήταν μικρός ακόμα. Πολύ μικρός. Το απόγευμα είχε στο σπίτι του θείου «πάρτι». Τα παιδιά χόρευαν στο σαλόνι. «Σέικ» έλεγαν ότι χόρευαν. Μπήκε και αυτός ο μικρότερος στο χορό και έκανε απίθανες κινήσεις. Κανείς δεν τον πρόσεχε. Όλοι γύρω, με τον τρόπο τους, τη στάση τους, τη συμπεριφορά τους, του έκαναν εντύπωση, τον έλκυαν, αλλά ήταν κόκκινη γραμμή. Κόκκινη γραμμή, ήταν, θαρρείς, όλος εκείνος ο κόσμος των μεγαλυτέρων.

Κόντευε να νυχτώσει. Μόλις είχαν γευματίσει υπαιθρίως με τον πατέρα και τον είχε πάρει η μητέρα του στην κούνια ν’ αποκοιμηθεί. Η δύσκολη μέρα απέθετε το βάρος της και καταλάγιαζε μαζί της το παν. Εκτός από τα τζιτζίκια που δεν είχαν αναπαμό και τ’αστέρια εκεί έξω στον ουρανό που δεν έλεγαν να σβήσουν. Γιατί Θεέ μου;

Αθήνα, 16.12.2015

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: